Τέσσερα χρόνια πριν, στα Βουρλά της Σμύρνης, είχα την τύχη να συναντήσω τον Βασίφ Σάχογλου, έναν διακεκριμένο Τούρκο αρχαιολόγο, ο οποίος ανασκάπτει, ανάμεσα σε άλλες τοποθεσίες τον προϊστορικό οικισμό στο Λιμάν Τεπέ, ένα πανάρχαιο λιμάνι, το οποίο έχει μακρά ιστορία. Στον οικισμό αυτόν, κατοίκησαν πιθανώς και Ελληνες, από τις αρχαίες Κλαζομενές, που έχουν εντοπισθεί σε πολύ κοντινή απόσταση.
Είχε την καλοσύνη να μας δεχτεί με την Τίνα Σ. που έκανε χρέη μεταφράστριας, στον μικρό παράδεισο όπου στεγάζεται η ανασκαφή του Λιμάν Τεπέ, την οποία διεξάγει το Πανεπιστήμιο Αγκυρας. Ημασταν έτοιμοι να συζητήσουμε για την ανασκαφή αυτή, όταν μάς ενημέρωσε πως είχαν λύσει ένα αρχαιολογικό μυστήριο στον Τσεσμέ. Πώς πέθαναν από πνιγμό ένα 15χρονο αγόρι και ένας σκύλος περί το 1550 π.Χ. στην τοποθεσία Çeşme Bağlararası;
Ξαναθυμήθηκα αυτή τη συζήτηση πληροφορούμενη πως το ντοκιμαντέρ Lost Treasures Of Ancient Greece: Pompeii’s Lost Twin, που προβλήθηκε από το National Geographic, αφορούσε στο συγκεκριμένο εύρημα. Στο ντοκιμαντέρ, η καθηγήτρια Μπέβερλι Γκούντμαν, από το Πανεπιστήμιο της Χάιφα, αναφέρει:
«Οι άνθρωποι της Ακρωτηρίου χαρακτηρίζονται από πραγματικά εντυπωσιακές τεχνολογικές καινοτομίες και από ένα επίπεδο εκλέπτυνσης που δεν συναντάται σε παλαιότερες περιόδους – μιλάμε για υδραυλικά συστήματα, για τοιχογραφίες.
Ωστόσο, η ακμή του Ακρωτηρίου θα έφτανε απότομα στο τέλος της εξαιτίας μιας τεράστιας ηφαιστειακής έκρηξης, εκατό φορές ισχυρότερης από εκείνη που έθαψε την Πομπηία.
Η Σαντορίνη καταστράφηκε και μετατράπηκε σε ένα σύμπλεγμα γαιών γύρω από το χείλος ενός πλημμυρισμένου κεντρικού κρατήρα. Το Ακρωτήρι έγινε γνωστό ως η «Πομπηία του Αιγαίου», όταν τα ερείπιά του ανακαλύφθηκαν τον 19ο αιώνα, διατηρημένα κάτω από ένα παχύ στρώμα ηφαιστειακής τέφρας».
Συνεχίζοντας τότε η συζήτηση με τον αρχαιολόγο, είχαμε τα εξής δεδομένα: «Ο σκελετός του νεαρού, βρέθηκε μέσα στα ερείπια σε πρηνή, ελαφρώς καμπύλη θέση» όπως σημείωσε ο Β. Σάχογλου. «Δεν έφερε κανένα σημάδι σκόπιμης, πολιτισμικά κατάλληλης ταφής (π.χ. τοποθέτηση, κτερίσματα, πλαίσιο και μεταχείριση).
Λάκκοι βρέθηκαν σε όλα αυτά τα ερείπια, μερικοί με σαφή σκοπό την εξαγωγή οικοδομικών λίθων από υποκείμενες κατασκευές και άλλοι χωρίς εμφανή λειτουργικότητα. Ηταν, γενικά, ένα χαοτικό περιβάλλον.».
Χρειάστηκαν οκτώ χρόνια για να πάει στο τσουνάμι το μυαλό του. Αυτό, εξηγούσε πολλά. Ετσι, προσπάθησαν να ερμηνεύσουν τα δεδομένα υπό αυτό το πρίσμα, φτάνοντας στην έκρηξη του ηφαιστείου της Σαντορίνης. Από εκείνη την έκρηξη, κατά την αιγαιακή προϊστορία, στα παράλια της Μικράς Ασίας είχαν εντοπισθεί μόνο επικαθίσεις ηφαιστειακής τέφρας, όπως και στις Κυκλάδες, στην Κρήτη και στη Μέση Ανατολή.
Το 2021 είχαν απάντηση από το εργαστήριο του εξωτερικού όπου είχαν στείλει δείγματα από την ανασκαφή. Με αποτελέσματα θεαματικά. Ναι, το πνιγμένο αγόρι είχε πεθάνει στα χρόνια της έκρηξης του ηφαιστείου. Όχι νωρίτερα από το 1612 και ίσως μέχρι το 1570 π.Χ. Μέχρι τότε, αλλά και σήμερα ακόμα, δεν έχει εντοπισθεί άλλο θύμα από την συγκεκριμένη φυσική καταστροφή.
Η έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού ήταν μια από τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές που γνωρίζει ο άνθρωπος. Ο αντίκτυπος, οι συνέπειες και ο χρόνος της κυριαρχούν στον διάλογο μεταξύ επιστημόνων των αρχαίων μεσογειακών σπουδών για σχεδόν έναν αιώνα. Παρά την υψηλή ένταση της έκρηξης είχαν βρεθεί λίγες αποθέσεις από τσουνάμι. «Αντίθετα» λέει ο κ. Σάχογλου, «οι περιγραφές αποθέσεων ελαφρόπετρας, και τέφρας, εντοπίζονται και δημοσιοποιούνται ευρέως σε όλη την ανατολική Μεσόγειο.»
Στη μελέτη του ίδιου και των συνεργατών του για το Çeşme Bağlararası, έχουν προβεί σε διεπιστημονικές προσεγγίσεις (γεωεπιστήμες/γεωλογία-αρχαιολογία) και συμβάλλουν στην ιστορική και χρονολογική κατανόηση των επιπτώσεων της έκρηξης του ηφαιστείου Θήρας κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Η μελέτη παρουσιάζει φυσικά στοιχεία που αποδεικνύουν ότι πολύ μεγάλα, καταστροφικά τσουνάμι έφτασαν ακόμη και στο βόρειο Αιγαίο, μια περιοχή που προηγουμένως θεωρούνταν ότι επηρεαζόταν μόνο από την τέφρα. Τα ίχνη τσουνάμι στο Τσεσμέ-Μπαγλαραρασί έχουν μοναδικές πληροφορίες.
Για την ερμηνεία όλων, πραγματοποιήθηκε αρχαιολογική και ιζηματολογική ανάλυση (φασματοσκοπία φθορισμού ακτίνων Χ, ενόργανη ανάλυση ενεργοποίησης νετρονίων, κοκκομετρία, μικροπαλαιοντολογία και χρονολόγηση με ραδιενεργό άνθρακα). Σύμφωνα με τα αποτελέσματα, ο αρχαιολογικός χώρος χτυπήθηκε από μια σειρά ισχυρών τσουνάμι που προκάλεσαν ζημιές και διάβρωση, αφήνοντας πίσω του ένα παχύ στρώμα συντριμμιών, διακριτό από τη φυσική, βιολογική και χημική του υπογραφή. Ο νεαρός άνδρας δεν βρέθηκε ποτέ, λόγω των ερειπίων και των φερτών υλικών και έτσι δεν του έγινε κανονική ταφή σύμφωνα με όσα συνηθίζονταν εκείνη την εποχή.
Τα βαθμονομημένα αποτελέσματα από τη χρήση ραδιενεργού άνθρακα από καλά περιορισμένες, βραχύβιες οργανικές ουσίες από το κοίτασμα τσουνάμι περιορίζουν το συμβάν σε όχι νωρίτερα από το 1612 π.Χ. Μια ημερομηνία που και Ελληνες επιστήμονες θεωρούν πιθανή. Θεωρείται πιθανόν το διάστημα να μπορεί να φτάσει μέχρι το 1570. Το κοίτασμα- περιβάλλον του σκελετού, παρέχει μια χρονοκάψουλα που καταδεικνύει τη φύση, το μέγεθος και την εκτεταμένη γεωγραφική έκταση αυτού του καταστροφικού συμβάντος.
Εκεί όπου βρέθηκε, υπήρχε προϊστορικό λιμάνι. Τα κεραμεικά ευρήματα δείχνουν πυκνό εμπόριο με το Ακρωτήρι Θήρας. Και μετά το τσουνάμι, σταματά βέβαια κάθε δραστηριότητα και κάθε ανταλλαγή με το κυκλαδίτικο νησί. Ετσι κι αλλιώς, το χτύπημα ήταν τόσο δυνατό, ώστε η γύρω περιοχή αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες. Για έναν αιώνα, όπως μάς είπε ο αρχαιολόγος, σταμάτησε η ακμή του οικισμού.
Πιο αναλυτικά, το Τσεσμέ-Μπαγλαραρασί κατοικήθηκε σχεδόν συνεχώς τουλάχιστον από τα μέσα της τρίτης χιλιετίας π.Χ. έως τον 13ο αιώνα π.Χ. Η τοποθεσία ήταν ένας ακμάζων παράκτιος οικισμός της δυτικής Ανατολίας με ενδείξεις για χερσαίο και θαλάσσιο εμπόριο, συμπεριλαμβανομένων μινωικών πολιτιστικών στοιχείων κατά το πρώτο μισό της δεύτερης χιλιετίας π.Χ. Δεδομένης της θέσης και της πολυπλοκότητάς του, θα ήταν ένας κεντρικός περιφερειακός κόμβος. Σήμερα, η τοποθεσία βρίσκεται περίπου 200 μέτρα από τη σύγχρονη ακτογραμμή και τη μαρίνα του κόλπου του Τσεσμέ. Οι παλαιογεωγραφικές ανακατασκευές από την Υστερη Εποχή του Χαλκού, τοποθετούν την ίσαλο γραμμή ακόμη πιο κοντά (<100 μέτρα) και περιλαμβάνουν ποτάμια με ανατολικό και δυτικό προσανατολισμό που πλαισιώνουν την τοποθεσία.
Ξεκινώντας από το 2009, οι ανασκαφές μεταφέρθηκαν σε μια περιοχή που ήταν ήδη εγκαταλελειμμένη κατά την εποχή της έκρηξης του ηφαιστείου της Θήρας. Αυτή η περιοχή περιελάμβανε τεράστια οχυρωματικά τείχη που είχαν διαταραχθεί σε μεγάλο βαθμό με ένα πλευρικά εκτεταμένο στρώμα από ερείπια και χαοτικά ιζήματα, συμπεριλαμβανομένης μιας χαρακτηριστικής τέφρας και ενός απανθρακωμένου στρώματος. Μια αντιπροσωπευτική ιζηματολογική τομή αναλύθηκε χρησιμοποιώντας πολλαπλές μεθοδολογίες προσέγγισης ( Υλικά και Μέθοδοι ) για να προσδιοριστεί η πηγή, η ηλικία, οι μηχανισμοί μεταφοράς και το ταφονομικό ιστορικό των ιζημάτων, τα οποία στη συνέχεια συγκρίθηκαν με τα ευρήματα της αρχαιολογικής ανασκαφής.
Μετά το συμβάν, σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, η ακμάζουσα κοινότητα στο Τσεσμέ-Μπαγλαραρασί παύει να υπάρχει για τουλάχιστον έναν αιώνα. Εκτός από την απώλεια ζωών και τις ζημιές σε περιουσίες, τυχόν παράκτια χαρακτηριστικά ή περιοχές που φιλοξενούσαν θα ήταν σκορπισμένα σε συντρίμμια και θα κατέστησαν άχρηστα ή σε μεγάλο βαθμό επιβαρυμένα για ένα χρονικό διάστημα, και οι αποθέσεις τέφρας θα είχαν αλλάξει τη χημεία των εδαφών, θα είχαν προσβληθεί οι υδροφόροι ορίζοντες και θα είχαν υποστεί ζημιές οι καλλιέργειες
Το Τσεσμέ-Μπαγλαραρασί είναι μόνο ένας από τους πολλούς παράκτιους οικισμούς που επηρεάστηκαν από την έκρηξη και τους σχετικούς σεισμούς, τα τσουνάμι, την τέφρα και τις πυρκαγιές. Παρά την υποτιθέμενη περιφερειακή επίδραση, στοιχεία για τσουνάμι έχουν αναφερθεί μόνο για πολύ λίγες τοποθεσίες Μάλια, Λετούν, Παλαίκαστρος, Γούβες, Δίδυμα και Φετιγιέ.
Τα τσουνάμι, σε αντίθεση με την τέφρα, είναι ανεξάρτητα από τα μοτίβα των ανέμων. Επομένως, ακόμη και αν δεν υπάρχει τέφρα, σε περιοχές όπως οι ακτές του δυτικού Αιγαίου, ενδέχεται να υπάρχουν αποθέσεις τσουνάμι, αλλά να μην έχουν ακόμη αναγνωριστεί.
«Το θαλάσσιο εμπόριο κατά την εποχή του γεγονότος» γράφει σε άρθρο ο κ. Σάχογλου, «ήταν κεντρικό στοιχείο της ζωτικότητας και της δύναμης των κοινωνιών, ιδίως των Μινωιτών που κυριαρχούσαν στη θάλασσα. Οι κοινωνικές επιπτώσεις από την καταστροφή των βασικών υποδομών του συστήματος (πλοία, λιμάνια, λιμένες και παράκτιοι οικισμοί) δεν μπορούν να υποτιμηθούν. Ενώ πολλοί άνθρωποι επέζησαν από το γεγονός, η δυναμική της καθημερινής ζωής, οι πολιτικές σχέσεις και οι οικονομικές δομές θα είχαν αλλάξει.
Οι καταστροφές και η ανθρώπινη αντίδραση σε αυτές αλλάζουν τις κοινωνίες. Στην περίπτωση της συγκεκριμένης έκρηξης του ηφαιστείου, μπορεί να θεωρηθεί μια σύνθετη καταστροφή όπου πολλαπλές βραχυπρόθεσμες (απώλειες ζωών και περιουσίας, καταστροφή οικισμών, οικονομική αποσταθεροποίηση και μετανάστευση) και μακροπρόθεσμες προκλήσεις (απώλεια καλλιεργειών και δημογραφικές και εμπορικές μεταβολές) απαιτούσαν κοινωνικές αντιδράσεις που θα είχαν πολυγενεακό αντίκτυπο. Ενώ πολλοί άνθρωποι επέζησαν από το γεγονός, οι κόσμοι τους θα είχαν αλλάξει.»
Διάφοροι λόγοι, δεν είχαν επιτρέψει ως τώρα την δημοσίευση αυτής της τόσο ενδιαφέρουσας συζήτησης. Επανορθώνουμε τώρα, καθώς το θέμα ήρθε ξανά στην επιφάνεια.
Αγγελική Κώττη




