18.1 C
Athens

Νίνα Κυπαρίσση-Αποστολίκα: Τα κοσμήματα στο σπήλαιο Θεόπετρας Καλαμπάκας

O άνθρωπος αγαπά την καλαισθησία από αρχαιοτάτων ετών. «Αντικείμενα που πιθανόν συνδέονται με προσωπική κόσμηση είναι γνωστά ήδη από περίπου 40.000 χρόνια πριν στην Εγγύς Ανατολή, και ακόμη παλαιότερα στην Ευρώπη, περίπου έως 44.000 χρόνια πριν. Και στην Ελλάδα υπάρχουν ανάλογα αντικείμενα από το σπήλαιο της Κλεισούρας στην Αργολίδα (32.000-33.000 πριν) και αργότερα από το σπήλαιο Φράγχθι, καθώς και από την Ήπειρο» σύμφωνα με την επίτιμη διευθύντρια του υπουργείου Πολιτισμού, δρα Νίνα Κυπαρίσση- Αποστολίκα.

Σε επιστημονική ανακοίνωση που έκανε με θέμα Αντικείμενα προσωπικής κόσμησης από το σπήλαιο Θεόπετρας: από την μεταπαγετώδη Ανώτερη Παλαιολιθική – Μεσολιθική μέχρι το τέλος της Νεολιθικής, παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά κάποια αντικείμενα προσωπικής κόσμησης από το σπήλαιο Θεόπετρας. Ένα σπήλαιο, το οποίο ή ίδια έχει ανασκάψει. Η διαπρεπής αρχαιολόγος, αναφέρθηκε σε ευρήματα που εντοπίστηκαν σε μεταπαγετώδη στρώματα οπότε αυξήθηκε εντυπωσιακά και ο πληθυσμός του σπηλαίου, ενώ συνέχισαν και στη Μεσολιθική.

«Αυτά είναι και τα πρώτα κοσμήματα από την προϊστορική Θεσσαλία και συνιστούν σημαντικά πολιτισμικά κριτήρια που χαρακτηρίζουν την ανάπτυξη και τη συμπεριφορά  των σύγχρονων ανθρώπων κατά το τέλος του Πλειστοκαίνου» είπε. «Κατά τη Νεολιθική περίοδο, οπότε όχι μόνο αυξήθηκε ο πληθυσμός του σπηλαίου αλλά δημιουργήθηκαν και ανοιχτές εγκαταστάσεις στην πεδιάδα της Θεσσαλίας λόγω βελτίωσης του κλίματος, τα κοσμήματα του σπηλαίου Θεόπετρας συνιστούν ένα ιδιαίτερο σύνολο συγκρινόμενα με των ανοιχτών θέσεων, όχι μόνο αριθμητικά αλλά και μορφολογικά, υποδεικνύοντας ένα ευρύ δίκτυο μακρινών ανταλλαγών αλλά πιθανότατα αποδίδοντας στο σπήλαιο και ένα χαρακτήρα συμβολικό και έναν προορισμό για τους μακρινότερους οικισμούς που φαίνεται ότι εντυπωσιάζονταν από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του» σημείωσε η ομιλήτρια.

Ποιος ήταν ο προορισμός των νεολιθικών κοσμημάτων στη Θεόπετρα, σε ένα μάλιστα σχετικά απομονωμένο περιβάλλον, στο βορειοδυτικότερο άκρο της θεσσαλικής πεδιάδας και δίπλα στην Πίνδο; Η κα Κυπαρίσση απάντησε πως πιθανώς μερικά να είχαν σχέση με ταφικές προοπτικές, παρότι στη νεολιθική περίοδο

«δεν έχουμε ίσχυρές αποδείξεις ότι συνόδευαν τους νεκρούς (που έτσι κι αλλιώς το δείγμα νεολιθικών ταφών στην Ελλάδα είναι πολύ μικρό), με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως στον οικισμό της Νεότερης Νεολιθικής στον Μακρύγιαλο Πιερίας, όπου με ασφάλεια αντικείμενα από Spondylus, μεταξύ των οποίων και ένα βραχιόλι, συνδέονται άμεσα με ταφικές πρακτικές. Ενώ αντίθετα, αυτό είναι μια κοινή ταφική πρακτική σε ταφές των Βαλκανίων, όπου τα αντικείμενα αυτά αποτελούν δείγμα πλούτου και υψηλής κοινωνικής θέσης καθώς η πρώτη ύλη, αν όχι και τα ίδια τα αντικείμενα προέρχονται από μακρινές αποστάσεις.

Τα 45 νεολιθικά κοσμήματα που βρέθηκαν στη Θεόπετρα (μερικά ακόμη προστέθηκαν πρόσφατα κατά τη διάρκεια των εργασιών καθαρισμού για την επαναλειτουργία του σπηλαίου) αποτελούν ένα σημαντικό σύνολο λαμβάνοντας υπόψη την απομακρυσμένη θέση του σπηλαίου, αλλά και σε σύγκριση με όλους, πλην του Διμηνίου, τους γνωστούς οικισμούς της Θεσσαλίας. Μεταξύ αυτών των αντικειμένων, εντυπωσιακή είναι η παρουσία κοσμημάτων από το όστρεο Spondylusgaederopus με δεδομένη τη μακρινή απόσταση του σπηλαίου από τη θάλασσα.

Ακόμη εντυπωσιακότερη είναι η παρουσία κάποιων αντικειμένων με πιθανότερη προέλευση τα Βαλκάνια (επιπλέον των κοσμημάτων, ανάλογης προέλευσης υπάρχουν και χαρακτηριστικοί τύποι ειδωλίων. Αυτά τοποθετούνται χρονολογικά στη Νεότερη και Τελική Νεολιθική, όταν είχαν, όπως φαίνεται, εδραιωθεί δίκτυα ανταλλαγών μακρινών αποστάσεων. Η Θεόπετρα εκτιμούμε ότι είχε ενταχθεί σε ένα τέτοιο δίκτυο ανταλλαγών και είχε αποκτήσει σταδιακά έναν πιο συμβολικό χαρακτήρα λόγω της ιδιαιτερότητας του φυσικού περιβάλλοντός της αλλά και της προ-ιστορίας της ως τόπου διαβίωσης πολύ παλαιότερων γενεών μέσα στο σπήλαιο.»

Αντικείμενα προσωπικής κόσμησης από το σπήλαιο Θεόπετρας: από την μεταπαγετώδη Ανώτερη Παλαιολιθική – Μεσολιθική μέχρι το τέλος της Νεολιθικής

Κατά την ίδια, «πρέπει να υποθέσουμε ότι γι’ αυτούς τους λόγους περιβαλλόταν από ένα μυστήριο σε όλη τη διάρκεια της Νεολιθικής και έτσι αποτέλεσε έναν φιλόδοξο προορισμό για τον πληθυσμό των ανοιχτών νεολιθικών εγκαταστάσεων στην άλλη πλευρά της πεδιάδας.

Ηταν όμως προορισμός για ανθρώπους και από μακρύτερα, «οι οποίοι ερχόμενοι έφερναν μαζί τους αντικείμενα της δικής τους ζωής, όπως ειδώλια που είναι όλα διαφορετικά μεταξύ τους, μία επίσης σπάνια σφραγίδα, μικρά όστρακα μαρμάρινων αγγείων, και βέβαια κοσμήματα, επίσης όλα διαφορετικά μεταξύ τους, ως ένα είδος προσφοράς στο άγνωστο και το ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ!»

Το σπήλαιο, σύμφωνα με τα συμπεράσματα,  ήταν παράλληλα ένας τόπος σταθερής διαμονής, τουλάχιστον κατά τη Νεολιθική, και αυτό αποδεικνύεται από την πληθώρα των εργαλείων διαφόρων τύπων, καθώς και από τους πολλούς μυλόλιθους , τα μεγάλα αποθηκευτικά αγγεία και τα υφαντικά εργαλεία. Αυτός ο διττός χαρακτήρας του, και ενόσω οι ανοιχτές θέσεις στην πεδιάδα αυξάνονταν, συνέτειναν στο να αποκτήσει όλο και πιο ιδιαίτερα, κυρίως συμβολικά, χαρακτηριστικά, ώστε προς το τέλος και ίσως και μετά την εγκατάλειψή του ως μόνιμου τόπου κατοικίας, εξακολουθούσαν να φθάνουν σε αυτό επισκέπτες, αφού βρέθηκε κοντά στην είσοδο ένα χάλκινος οπέας στειλεωμένος σε οστό μικρομεσαίου ζώου. Χρονολογήθηκε  πάνω από 1500 χρόνια μετά το τέλος της Νεολιθικής, και αυτό δείχνει ότι η φήμη του σπηλαίου ως συμβολικός προορισμός διαρκούσε ακόμη, και αυτό το χάλκινο αντικείμενο θα ήταν ίσως μία από τις τελευταίες  εναποθέσεις επισκεπτών στο σπήλαιο.

Τα πρώτα κοσμήματα που εντόπισε η κα Κυπαρίσση σε παλαιολιθικές επιχώσεις της Θεόπετρας «ήταν δύο κυνόδοντες ελαφιών και μία βαλβίδα του όστρεου Uniosp. του γλυκού νερού, όπου είχαν διανοιγεί σκοπίμως οπές για ανάρτηση. Αργότερα, κατά τη μελέτη του μαλακολογικού υλικού από την Dr. Τατιάνα Θεοδωροπούλου εντοπίστηκαν μερικά μικρότερα όστρεα , στα οποία υπήρχαν οπές, επίσης σκοπίμως διανοιγμένες, σε όστρεα κυρίως του γλυκού νερού Theodoxus, καθώς και θαλασσινά Dentalium sp.  και επιπλέον τρεις μικρές κυκλικές χάντρες πιθανότατα κομμένες από το κυλινδρικό όστρεο Dentalium»

Τα στρώματα αυτά σχετίζονται με την μεταπαγετώδη περίοδο, οπότε φαίνεται πως αυξήθηκε εντυπωσιακά ο πληθυσμός του σπηλαίου και τα στρώματα αυτά έδιναν πλέον εξαπλάσιες  ποσότητες λίθινων τέχνεργων σε σχέση με τα προηγούμενα στρώματα της.

Χάντρες

Σύμφωνα με ραδιοχρονολόγηση καμένων καταλοίπων στα προαναφερθέντα βάθη του σκάμματος Λ8 (ΒΔ περιοχή) η ηλικία τους τοποθετείται στα 16,620±110 yrBPand 19,800 calibratedyrBP (RTA 3194), που ταιριάζει πολύ καλά στη μεταπαγετώδη περίοδο».

Τα περισσότερα παλαιολιθικά/μεσολιθικά κοσμήματα αποτελούνται από όστρεα του γλυκού νερού, με εξαίρεση τα θαλασσινά  Dentalium. Οι πηγές ήταν το κυνήγι, και η συγκέντρωση από κοντινά ποτάμια ή πηγές νερού. Τρεις διαφορετικές μέθοδοι επεξεργασίας των αντικειμένων-κοσμημάτων διακρίνονται στο υλικό.

«Στο σύνολό μας της Θεόπετρας κυριαρχούν τα Theodoxussp., τα οποία είναι όστρεα γλυκού νερού και ταιριάζουν με το περιβάλλον της Θεόπετρας όπου υπήρχαν μεγαλύτερα και μικρότερα ποτάμια και λίμνες» είπε η αρχαιολόγος. «Ακολουθεί το όστρεο Unio που επίσης προέρχεται από γλυκά νερά. Η παρουσία όμως του θαλασσινού Dentalium υποδεικνύει σκόπιμη αναζήτηση και συλλογή και πιθανόν ανταλλαγές σε μεγαλύτερες αποστάσεις που συνδέονται με τοπικές παραδόσεις. Αυτό δεν είναι κάτι άγνωστο και οι άνθρωποι ταξίδευαν ήδη στην Παλαιολιθική εποχή 100 και 200 χλμ. και ακόμη περισσότερο προκειμένου να βρουν και να μαζέψουν συγκεκριμένους τύπους οστρέων τα οποία τούς προσείλκυαν αισθητικά λόγω των ελκυστικών ιδιοτήτων τους και η απόσταση ανέβαζε την αξία τους. Αυτό το φαινόμενο γενικεύτηκε αργότερα κατά τη Νεότερη Νεολιθική με τα βραχιόλια και άλλα μικρότερα αντικείμενα φτιαγμένα από το θαλασσινό όστρεο Spondylusgaederopus που προερχόταν από τις θάλασσες του Αιγαίου και έφταναν μέχρι την κεντρική Ευρώπη ως αποτέλεσμα εμπορίου για εξωτικά και αντικείμενα κύρους.

Οι κοντικότερες ακτές στη Θεόπετρα είναι αυτές του Αιγαίου στην ανατολική Θεσσαλία, περίπου 100 χλμ. μακριά. Αλλά εφόσον δεν έχουμε ένα ανάλογο συγκριτικό σύνολο από τη Θεσσαλία, δεν μπορεί να αποκλειστεί και η πιθανότητα τα λίγα όστρεα Dentaliumνα έφτασαν στη Θεόπετρα από την αντίθετη πλευρά, δηλαδή από τη δύση μέσω ανταλλαγών ανθρώπων που ταξίδευαν από την Ήπειρο (όπου έχουν βρεθεί ανάλογα όστρεα)»

Τα όστρεα και τα δόντια ζώων αποτελούν την παλαιότερη μορφή φυσικών κοσμημάτων, όπου είχαν διανοιγεί οπές σκοπίμως.

Βρέθηκαν επίσης χάντρες από όστρεα ή από μάρμαρο, κοσμήματα σαν βραχιόλια που τα φορούσαν στους καρπούς των χεριών ή τα έραβαν στα ρούχα, καθώς και αντικείμενα- κοσμήματα που δεν μπορούν να ενταχθούν στις δύο προηγούμενες ομάδες, 10 συνολικά τον αριθμό, Εχουν διάφορα σχήματα και το κοινό τους γνώρισμα είναι η παρουσία τεχνητής οπής προς ανάρτηση.

Αντικείμενα σε σχήμα οβάλ με κυρτές επιφάνειες, στη μία εκ των οποίων (πιθανότατα την κάτω) έχουν διανοιγεί δύο οπές που συνδέονται μεταξύ τους έσωτερικά σε σχήμα V ( τα λεγόμενα «κουμπιά»)

Μεταξύ αυτών ξεχωριστή θέση κατέχει ένα χρυσό δακτυλιόσχημο κόσμημα (ring-idol) Τέτοια κοσμήματα είναι κυρίως γνωστά από το νεκροταφείο της Βάρνας στη Βουλγαρία, και γενικότερα από τα Βαλκάνια και τις ανατολικές περιοχές. Εχουν χρονολογηθεί στη Βάρνα μεταξύ 4.600 και 3.800 π.Χ., ενώ και οι ηλικίες 5.000 και 4.000 έχουν επίσης προταθεί για άλλα τέτοια σύνολα.

Το χρυσό κόσμημα της Θεόπετρας όταν βρέθηκε ήταν μόνο το 6ο που έχει βρεθεί στην Ελλάδα και από αυτά μόνο το δεύτερο που βρέθηκε σε ανασκαφή- το πρώτο είχε βρεθεί από τον Χρ. Τσούντα στο Σέσκλο και βρίσκεται φυλαγμένο στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο

Σε αυτό, υπάρχει μία αύλακα που περιτρέχει τον κύκλο του κοσμήματος εξωτερικά και άλλη μία εσωτερικά και που υποδεικνύουν τη χρήση μήτρας για την κατασκευή του, ενώ τα περισσότερα από τα υπόλοιπα είναι κομμένα πάνω σε μια χρυσή επιφάνεια (έλασμα) χωρίς αύλακα. «Είναι γενικά αποδεκτό ότι αυτού του τύπου τα κοσμήματα αντανακλούν το ανθρώπινο σώμα, άποψη που ενισχύεται από την παρουσία σε ορισμένα από αυτά στήθους» είπε η κα Κυπαρίσση.

΄Ένα ακόμη λίθινο αντικείμενο παριστάνει φαλλό  που είναι από τα ελάχιστα ανάλογα αντικείμενα που έχουν βρεθεί (τέσσερα συνολικά από τη Θεσσαλία-μουσεία Βόλου και Αλμυρού και δύο επιπλέον από ιδιωτικές συλλογές).

 Αγγελική Κώττη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ