Αν ξεχωρίζαμε τα σπάνια και σημαντικά ευρήματα της χρονιάς που σιγά- σιγά φεύγει, σίγουρα θα ήταν ο εντοπισμός της θέσης όπου έστεκε το πατρικό σπίτι του Γιώργου Σεφέρη. Το κτίσμα δεν υπάρχει σήμερα. Ερειπώθηκε κατά την καταστροφή της Σμύρνης και τη μεγάλη πυρκαγιά και κάποια στιγμή ο χώρος δόθηκε για να διανοιγεί φαρδύς δρόμος. Ωστόσο, έχει ιδιαίτερη αξία να γνωρίζουμε τον τόπο από όπου ο μεγάλος Σεφέρης ατένιζε τη θάλασσα και τη ζωή. Το εντόπισε και το έχει παρουσιάσει ο Αχιλλέας Χατζηκωνσταντίνου.
Πίσω από το τότε Γαλλικό προξενείο (που σήμερα έχει μετατραπεί σε κέντρο Πολιτισμού), το Θέατρο της Σμύρνης και το «Σπόρτινγκ Κλουμπ», τα οποία ήταν στην πρώτη γραμμή, με μέτωπα εισόδου στο περίφημο «Και», την προκυμαία της πόλης, ήταν το σπίτι των Σεφεριάδηδων- όπως ήταν το επίθετο της οικογένειας. Η πρόσοψή του «ξεπρόβαλλε» δειλά προς τη θάλασσα, έχοντας θέα στην παραλία. Ηταν, ας πούμε, στη γραμμή «μιάμιση» αν υπάρχει τέτοια. Με την έννοια πως δεν το χώριζε από την πρώτη γραμμή μεγάλος δρόμος.
Η συζήτηση μας με τον Αχιλλέα Χατζηκωνσταντίνου για το Thepresident.gr ξεκίνησε από τη σημασία που έχει για εκείνον από το σημαντικό εύρημα, το οποίο αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα για την προ του 1922 Σμύρνη, την «Γκιαούρ Ιζμίρ». Πόση χαρά νιώθει που ευοδώθηκαν οι κόποι του;
«Πραγματικά σημαντικό εύρημα όσο και ανέλπιστο! Για όσους ασχολούνται με την ιστορική έρευνα, κάθε ανακάλυψη αυτού το μεγέθους αντιστοιχεί με τη λύση ενός μεγάλου προβλήματος των μαθηματικών, με την ανακάλυψη ενός πολύτιμου θησαυρού.»
Γνωρίζοντας το δίτομο εξαίρετο έργο σας , με τον Γιώργο Πουλημένο, που τιτλοφορείται Η Προκυμαία της Σμύρνης. Ανιχνεύοντας ένα Σύμβολο Προόδου και Μεγαλείου (Εκδόσεις Καπόν 2018, Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών 2019), υποθέτω πως η ανακάλυψη της θέσης όπου ήταν το σπίτι του Γιώργου Σεφέρη είχε πίσω της πολλή έρευνα. Πώς ξεκινήσατε, δηλαδή πώς συλλάβατε την ιδέα;
«Είναι αλήθεια ότι κατά τη διάρκεια της συγγραφής του βιβλίου της Προκυμαίας ανάμεσα στα δεκάδες πρόσωπα που συναντήσαμε ήταν και τα μέλη της οικογένειας του Γιώργου Σεφεριάδη, δηλαδή του Σεφέρη, καθώς ανακαλύψαμε ότι είχαν επενδύσει σε τέσσερα ακίνητα επάνω στο παραλιακό μέτωπο, σχεδόν δίπλα στο σημερινό Ελληνικό προξενείο, χωρίς ωστόσο να κατοικήσουν εκεί. Αυτό στάθηκε αφορμή να ψάξουμε το παρελθόν τους, την πηγή πλουτισμού τους -πρόκειται για πολύ εύπορη οικογένεια- και το αποτύπωμά τους στην πόλη.
Ας μην ξεχνάμε ότι ο πατέρας του Σεφέρη, ο Στυλιανός Σεφεριάδης, υπήρξε εκτός από νομομαθής και ένας λόγιος δημοτικιστής, φλογερός πατριώτης αλλά και εξέχον μέλος της ρωμαίικης κοινότητας της Σμύρνης. Το δε θέμα της κατοικίας του το σκέπαζε ένα μυστήριο, με το οποίο δεν θεωρήσαμε σκόπιμο να ασχοληθούμε εκείνη την εποχή αφού δεν βρισκόταν επάνω στο παραλιακό μέτωπο. Παρ’ όλα αυτά, συνειδητά επιλέξαμε να αφιερώσουμε τιμητικά την πρώτη σελίδα του βιβλίου στον μεγάλο Σμυρνιό νομπελίστα ποιητή, αναδημοσιεύοντας το ποίημά του από τη συλλογή Κίχλη (Ίκαρος, 1947) “Το σπίτι κοντά στη θάλασσα”, το οποίο ευγενικά μάς παραχώρησε η μακαρίτισσα Άννα Λόντου. Αυτό το ποίημα εκτός από την πολύ μεγάλη λογοτεχνική του αξία, εκφράζει πλήρως το πνεύμα του βιβλίου. Επιπλέον, μετά το σπουδαίο εύρημα της οικίας Σεφεριάδη, αποδεικνύεται πώς είχε μια και μεταφυσική, θα έλεγε κανείς, σύνδεση με το έργο μας.»

Εχουν μείνει αρχειακά τεκμήρια από εκείνη την εποχή; Στην Ελλάδα; Στη Σμύρνη; Πού τα συμβουλευθήκατε; Πόσος χρόνος απαιτήθηκε;
«Τα σπουδαιότερα αρχειακά τεκμήρια είναι όσα περιλαμβάνονται στο Αρχείο Γιώργου Σεφέρη, αλλά και στο Αρχείο Κωνσταντίνου και Ιωάννας Τσάτσου, τα οποία είναι κατατεθειμένα στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη στο Κολωνάκι. Μιλάμε κυρίως για τις δεκάδες επιστολές που αντάλλασσε ο Γιώργος Σεφέρης με την αδελφή του, τα χρόνια αμέσως πριν την καταστροφή αλλά και κατόπιν, κατά την περίοδο των σπουδών του στο Παρίσι. Η Ιωάννα είναι μάλιστα εκείνη που μας δίνει τις περισσότερες πληροφορίες, καθώς επέστρεψε με τη μητέρα της στη Σμύρνη την περίοδο 1919-1921. Πουθενά ωστόσο δεν αναφέρεται επακριβώς η θέση της κατοικίας, δηλαδή με οδό και αριθμό.
Υπάρχει επίσης ένας πολύ μεγάλος αριθμός φωτογραφιών και καρτ-ποστάλ σε πλήθος βιβλιοθηκών, αρχείων και συλλογών, πριν και μετά την Καταστροφή της Σμύρνης, τις οποίες είχαμε ήδη ενσωματώσει στην έρευνα της Προκυμαίας αλλά τώρα έπρεπε να τις ξαναδώ με άλλο «μάτι». Χαρακτηριστικά αναφέρω ότι η όψη της κατοικίας Σεφέρης δεν εντοπίστηκε σε κάποια άγνωστη ως τώρα φωτογραφία αλλά σε ορισμένες πασίγνωστες στην υπάρχουσα βιβλιογραφία, όπως για παράδειγμα στο επιζωγραφισμένο πανόραμα του 1920. Πρέπει να ξέρεις όμως τι ψάχνεις για να μπορέσεις να το βρεις και αυτό συνέβη ομολογουμένως γρήγορα, αλλά μόνο αφού είχαν συνδυαστεί διαφόρων ειδών στοιχεία και πληροφορίες, μαρτυρίες, χάρτες κλπ, που περιόριζαν κατά πολύ τις υποψήφιες θέσεις.»
Ο ίδιος ο Σεφέρης όταν επισκέφτηκε τη γενέτειρά του κλείνοντας τον κύκλο μέσα του για το πριν και το μετά, αναγνώρισε μόνο τον τόπο- περίπου. Εδώ το «Σπόρτιγκ κλουμπ», πολύ κοντά στο πατρικό του, εκεί κάτι άλλο. Δεν κατάφερε να βρει την ακριβή θέση. Εσείς πώς το κάνατε; Και ποια ήταν η ιστορία του σπιτιού πριν και μετά την καταστροφή; Ας πούμε, οι Σεφεριάδηδες το έχτισαν ή προϋπήρχε; Σε ποιους το πούλησαν το 1914 όταν έφυγαν για την Αθήνα;
«Η δεύτερη πιο συγκλονιστική στιγμή της έρευνας, πέραν του εντοπισμού της κατοικίας, ήταν όταν με τη βοήθεια φωτογραφιών εποχής αναπαράστησα τα βήματα του ποιητή εκείνο το βράδυ του Σαββάτου, την 1η Ιουλίου του1950, όταν μετά το επίσημο δείπνο στη Λέσχη Εμπορίου, βγήκε από την πίσω πόρτα, όπως θα έκανε μικρός στο Σπόρτινγκ Κλουμπ που προϋπήρχε εκεί, ψάχνοντας το σπίτι του. Κάνει λίγα βήματα και αντί για το σπίτι του αντικρύζει το τίποτε, μιας που η πρόσφατη, τότε, διαπλάτυνση της Παραλλήλου, νυν Λεωφόρου Δημοκρατίας, είχε καταπιεί ό,τι μπορεί να σωζόταν ακόμα, έστω και ως καμένο ερείπιο. Αυτή η τραγική διαπίστωση τον ώθησε να γράψει στο ημερολόγιό του την περίφημη φράση: “Η Σμύρνη έχει χάσει τον ίσκιο της, όπως τα φαντάσματα”.
Όσο για τον κύκλο που λέγεται πως έκλεισε με την επίσκεψή του το ’50 στη Σμύρνη, θεωρώ ότι στην πράξη αυτό δεν συνέβη ποτέ. Σε όλο του το ποιητικό έργο δεν έπαψε στιγμή να εκφράζει το βαθύ αίσθημα της απώλειας, που άλλωστε τον χαρακτηρίζει και τον κάνει μοναδικό. Κι ας μην το αγάπησε ποτέ αυτό το σπίτι, τη “φυλακή” του όπως το ονομάζει, κι ας έκαψε τα σχολικά του βιβλία στην αυλή πριν το εγκαταλείψει. Πόσο μεγάλη αντίθεση με εκείνο της Σκάλας Βουρλών που το ξαναβρήκε, το συνώνυμο της καλοκαιρινής ανεμελιάς και ελευθερίας των παιδικών του χρόνων.
Όπως ήδη ανέφερα, η περιγραφή της Ιωάννας Τσάτσου και οι πληροφορίες για το πού βρισκόταν το σπίτι, υπέδειξαν εντέλει μόνο μία πιθανή θέση, την ΝΑ γωνία της διασταύρωσης της Παραλλήλου με το στενό σοκάκι της Αλάμπρας. Στην οδό Αλάμπρας βρισκόταν και η Ελληνογαλλική Σχολή Αρώνη, όπου φοίτησαν οι γονείς της και ο αδελφός της Γιώργος.
Η παλαιότερη φωτογραφική απεικόνιση της κατοικίας με το μεγάλο γωνιακό μπαλκόνι είναι του 1893, όμως γνωρίζουμε ότι ο Στυλιανός Σεφεριάδης παντρεύτηκε τη Δέσπω Τενεκίδη το 1897. Θεωρώ λοιπόν ότι το σπίτι προϋπήρχε και επελέγη για να δημιουργήσουν εκεί την οικογένειά τους, με τα τρία παιδιά που γεννήθηκαν κατόπιν: τον Γιώργο (1900), την Ιωάννα (1902) και τον Άγγελο (1905), επειδή η τοποθεσία ήταν ειδυλλιακή κι ας μην είχε άμεση επαφή με τη θάλασσα. Απέναντι ήταν οι κατάφυτοι κήποι του παλαιού Γαλλικού προξενείου και η θέα στη θάλασσα ανεμπόδιστη, τουλάχιστον μέχρι να κτιστεί το νέο (1906) και κατόπιν δίπλα του το Θέατρον Σμύρνης (1910). Πιθανώς λοιπόν οι Σεφεριάδηδες να μην ήταν οι πρώτοι ιδιοκτήτες του, αφού από τον κτηματολογικό χάρτη της Εταιρείας Προκυμαιών του 1889 προκύπτει πως όλο το οικοδομικό τετράγωνο ανήκε στον Κάρολο Όμηρο, γόνο μιας εκ των σημαντικότερων οικογενειών της Σμύρνης.
Το καλοκαίρι του 1914 η οικογένεια Σεφεριάδη εγκατέλειψε τη Σμύρνη για την Ελλάδα ξεπουλώντας την ακίνητη περιουσία της, ωστόσο η πώληση του σπιτιού της πρέπει να ολοκληρώθηκε μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, χωρίς ακόμα να έχει διευκρινιστεί από την έρευνα ποιος ήταν ο επόμενος ένοικος. Στα χέρια της οικογένειας παρέμεινε η Δίοδος Τενεκίδη με τα πολλά καταστήματα, τα γραφεία και την περίφημη Ελληνική Λέσχη, από τα ενοίκια των οποίων ζούσαν.»
Μια φωτογραφία είναι τελικά ό,τι απέμεινε από τότε που το σπίτι ήταν ορθό. Και η σπαρακτική φωτογραφία των ερειπίων, μετά την μεγάλη πυρκαγιά. Εχουμε βρει λεπτομέρειες ή για το πώς έμεινε αυτός ο σωρός των ερειπίων; Σίγουρα έπαιξε ρόλο η φωτιά. Υπήρξε άραγε και άλλος παράγοντας;
«Για την ακρίβεια τρεις είναι οι φωτογραφίες, που έστω εν μέρη το αποτυπώνουν. Πιθανώς στο μέλλον να βρεθούν και άλλες. Ας μην ξεχνάμε ότι ο φωτογραφικός φακός μπορεί να “ερωτεύτηκε” τη φανταχτερή Προκυμαία, όμως σπάνια εισχωρούσε στις μέσα συνοικίες της Σμύρνης. Ούτε καν τα κτήρια της Παραλλήλου καλά- καλά δεν έχουν αποτυπωθεί κι ας ήταν ορισμένα εξίσου αξιόλογα με του “Και”. Οι δε φωτογραφίες αμέσως μετά ή μήνες μετά τη φωτιά (13-17 Σεπτεμβρίου 1922) μαρτυρούν το μέγεθος της καταστροφής που κατέκαψε σχεδόν όλες τις χριστιανικές συνοικίες και μαζί την οικία Σεφεριάδη. Αυτές επιβεβαιώνουν επίσης την ύπαρξη της μικρής αυλής, καθώς φαίνεται καθαρά τόσο ο μαντρότοιχος στο πίσω δρομάκι όσο και τα γερμένα κάγκελα προς την Παράλληλο.
Την ίδια τραγική εικόνα ερήμωσης παρουσίαζε εξάλλου όλη η γύρω περιοχή, με εξαίρεση την εντυπωσιακή Ιταλική Σχολή Θηλέων, η οποία επέζησε μέχρι το 1947. Μην ξεχνάμε ότι τα σπίτια της Σμύρνης ήταν σχεδόν όλα ξύλινα, χτισμένα πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Άρα κινδύνευαν άμεσα να καταστραφούν σε περίπτωση πυρκαϊάς, όπως και συνέβη δυστυχώς.»
Ο ποιητής έλεγε πως εκεί όπου ήταν το σπίτι, έγιναν κατεδαφίσεις- πιθανώς των ερειπίων;- για να ανοιχτούν δρόμοι. Αλλαξαν επί τούτου οι Τούρκοι την πολεοδομία, τουλάχιστον στο «Και» αλλά και στην Πούντα;
«Η καταστροφή της Σμύρνης το 1922, όπως και της οθωμανικής Θεσσαλονίκης πέντε μόλις χρόνια νωρίτερα, έδωσε την ευκαιρία στις Αρχές να επανασχεδιάσουν τον αστικό ιστό με βάση σύγχρονα ευρωπαϊκά πρότυπα Γάλλων πολεοδόμων και στις δύο περιπτώσεις. Το μεγάλο πάρκο της Διεθνούς Έκθεσης Σμύρνης κατέλαβε τον χώρο τουλάχιστον τεσσάρων ελληνικών συνοικιών, τα νέα οικοδομικά τετράγωνα σπανίως σεβάστηκαν τα παλιά, ενώ οι φαρδιές λεωφόροι διέτρεξαν το σώμα της πόλης από το ένα άκρο στο άλλο σαν οδοστρωτήρες. Διατηρήθηκαν ελάχιστα παλιά κτήρια, κυρίως εξαιτίας της χρήσης τους, όπως εκκλησίες των καθολικών, νοσοκομεία και κάποια σχολεία, τα τελευταία Ελληνικού ενδιαφέροντος (Κεντρικό Παρθεναγωγείο, Νέο κτήριο Ευαγγελικής Σχολής). Μοιραία λοιπόν, η παλιά ρυμοτομία εξαφανίστηκε και μαζί της η μνήμη από τις γειτονιές της πόλης, καθώς όλο το χριστιανικό στοιχείο, με εξαίρεση τους Λεβαντίνους, την είχε εγκαταλείψει. Η Πούντα και το βόρειο μέρος του Και με τα ιδιωτικά μέγαρα δεν κάηκε, έπεσε όμως θύμα της φρενήρους ανοικοδόμησης της περιόδου 1950- 1970, κάτι που παρατηρείται και στην Ελλάδα θυμίζω.»
Πώς είστε βέβαιος ότι αυτό ήταν το σπίτι;
«Όλα τα στοιχεία που συνεξετάστηκαν, δηλαδή: τριώροφο κτίσμα (μαζί με το ημιυπόγειο), θέα στο δρόμο και τη θάλασσα, μεγάλο μπαλκόνι, κοντινή απόσταση από το Σπόρτινγκ Κλουμπ και τη Σχολή Αρώνη, πρόσοψη στην Παράλληλο και η αυλή με τη γλυσίνα, αποκλείουν οποιαδήποτε θέση, πέραν εκείνης που αναφέρθηκε. Ελπίζω στο μέλλον να ανευρεθεί μία μαρτυρία ή άλλο τεκμήριο που να επιβεβαιώσει και επίσημα ότι η διεύθυνση της οικίας Σεφεριάδη, είναι αυτή την οποία υπέδειξα.»
Εχουν μείνει ακόμα σημεία που θέλετε να διερευνήσετε στη Σμύρνη;
«Μπορεί η έρευνα της Προκυμαίας, η οποία ξεκίνησε το 2010 να έχει κλείσει τον κύκλο της, ιδίως μετά τη δημοσίευση το 2024 του ογκώδους Επιμέτρου στον τόμο 26 των Μικρασιατικών Χρονικών, όμως είναι άπειρα τα ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα για την τοπογραφία του εσωτερικού της και την ταύτιση θέσεων γνωστών μόνο από τις πηγές. Αρκεί να σας θυμίσω ότι μόλις πρόσφατα εντοπίσαμε σε αεροφωτογραφία τραβηγμένη μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, της ακριβούς θέσης του γηπέδου του Απόλλωνα, που βρισκόταν στη συνοικία του Αγίου Τρύφωνα, κάτι που χαροποίησε ιδιαίτερα τόσο εμάς όσο και τους φίλους της ιστορικής ομάδας. Εξίσου φιλόδοξο είναι και το έργο της αγγλικής μετάφρασης του βιβλίου της Προκυμαίας, για το οποίο αναζητούμε χορηγούς.»
Θα ήταν χρήσιμος σήμερα ένας χάρτης της Σμύρνης των Ελλήνων, καθώς δεν έχει μείνει σχεδόν τίποτα που να θυμίζει την παρουσία τους; Ώστε οι σύγχρονοι να περπατούν σε δρόμους και μέρη όπου ζούσαν οι πρόγονοί μας;
«Όχι απλώς χρήσιμος αλλά πολύτιμος. Χωρίς έναν τέτοιο χάρτη-σύνθεση της παλιάς και νέας ρυμοτομίας είναι αδύνατον να περιηγηθείς τη Σμύρνη, όσες γνώσεις ή υπομονή κι αν διαθέτεις. Πάντως το ενδιαφέρον του κόσμου τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία για την ιστορία της πόλης παραμένει αυξημένο, ιδίως μετά τη συμπλήρωση των 100 χρόνων από το 1922. Αξίζουν πολλά συγχαρητήρια στον συνεργάτη μου Γιώργο Πουλημένο γιατί αρχικά συνέταξε αυτόν τον χάρτη και κατόπιν συνέγραψε τον Περιηγητικό Οδηγό της Σμύρνης προ του 1922, για κάθε γειτονιά ξεχωριστά μάλιστα, ο οποίος πρόσφατα μεταφράστηκε στα Τουρκικά.»
Ο Αχιλλέας Χατζηκωνσταντίνου γεννήθηκε το 1972 στην Αθήνα από γονείς με καταγωγή από τη Μικρά Ασία και την Άνδρο. Με σπουδές στη Γεωλογία (Αθήνα) και τα Γεωγραφικά Πληροφοριακά Συστήματα (Λονδίνο), ερευνά για πάνω από μία δεκαπενταετία την ιστορία και τοπογραφία της Σμύρνης των νεότερων χρόνων, ταξιδεύοντας παράλληλα στην Τουρκία και τον χώρο της Μέσης Ανατολής. Συμμετέχει με την ιδιότητα του Trustee στο Levantine Heritage Foundation (www.levantineheritage.com), αποστολή του οποίου είναι η προώθηση της μελέτης, διατήρησης και εκπαίδευσης σε θέματα που αφορούν την κληρονομιά, τις τέχνες και τον πολιτισμό των κοινοτήτων των Λεβαντίνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, από τον 17ο έως τον 20ό αιώνα. Το 2010 στο Α΄ Συμπόσιο των Λεβαντίνων στη Σμύρνη παρουσίασε την εργασία The Image of the Levantines as Portrayed in the late 19th Century Travel Literature. Μιλάει αγγλικά, γερμανικά και σε επίπεδο στοιχειώδους κατανόησης τουρκικά και γαλλικά. Επίσης, είναι μέλος της Ενώσεως Σμυρναίων, δίνει διαλέξεις και συνεργάζεται σε θέματα χαρτογραφίας με το Αρχείο της Πολιτιστικής Εταιρείας «ΠΑΝΟΡΑΜΑ» (www.apan.gr).
Το βιβλίο «Η προκυμαία της Σμύρνης. Ανιχνεύοντας ένα σύμβολο προόδου και μεγαλείου» είναι δίτομο και εξερευνά την προκυμαία της Σμύρνης ως ένα σύμβολο της πόλης κατά τον 19ο αιώνα, εξετάζοντας την κοινωνική, οικονομική και διοικητική ζωή, τις κατοικίες, τις επιχειρήσεις και τα επαγγέλματα της εποχής, πριν από την καταστροφή του 1922. Συγγραφείς του είναι ο Γιώργος Πουλημένος και ο Αχιλλέας Χατζηκωνσταντίνου. Εχει βραβευτεί από την Ακαδημία Αθηνών και συμπληρώθηκε με ένα πολυσέλιδο επίμετρο που δημοσιεύθηκε στον τόμο 26 του επιστημονικού περιοδικού της Ένωσης Σμυρναίων Μικρασιατικά Χρονικά. Πρόκειται για άρθρο 100 σελίδων με όλα τα στοιχεία και τα πορίσματα της έρευνας των δύο συγγραφέων για την Προκυμαία της Σμύρνης προ του 1922, τα οποία ήρθαν στο φως κατά την περίοδο 2018-2024, σηματοδοτώντας παράλληλα το κλείσιμο ενός κύκλου.
Αγγελική Κώττη



