«Και πια δε θα `χει μείνει τίποτ’ από μένα
ούτε η τύψη που έμελλε να γίνω
ούτε το άγγιγμά μου στο χέρι σου
ούτε το πιο δικό μου, η γλώσσα μου»
(Μαρίνα, Κατάσταση Πολιορκίας).
Δεν έχει μείνει τίποτα από εκείνην και η φίλη της ακόμα κινδυνεύει την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές. Δυο 17χρονες πήδηξαν από την ταράτσα πολυκατοικίας χθες, στην Ηλιούπολη. Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Περισσότερο γνωστά από ό,τι πρέπει και από ό,τι επιτρέπεται.
Ο θάνατος. Το σημείο όπου πια δεν μένει τίποτα από σένα. Και μετά, αντί για τη σεβαστική σιωπή, η λύσσα των μέσων ενημέρωσης, η αδηφαγία της κοινωνίας. Ολα τα δικά σου, θα γίνουν φύλλο και φτερό. Εδώ γέλασε. Εδώ έκλαψε. Εδώ έφυγε. Εκεί χόρεψε. Εκεί διασκέδασε. Εκεί θύμωσε.
Λεπτομέρειες που ο καθένας θα ήθελε να κρατηθούν μυστικές για τον εαυτό του, για το δικό του παιδί. Αν πρόκειται όμως για τον άλλον, τον ξένο, τον άγνωστο, τότε αλλάζει. Όχι απλώς δεν σε νοιάζει τι θα κρατηθεί μυστικό, παρά θεωρείς κι από πάνω ότι έτσι πρέπει.
Γιατί πρέπει; Επειδή η κοινωνία την οποία όλοι μαζί χτίσαμε, δεν ξεχωρίζει το κρυφό από το μυστικό. Το ιδιωτικό από το δημόσιο. Το προσωπικό από το μη προσωπικό. Δεν μάθαμε ποτέ ότι δεν λέγονται και δεν γράφονται όλα. Υπάρχουν όρια. Μόλις ξεφύγεις λίγο από αυτά, το «ενδιαφέρον» γίνεται «αθλιότητα» τα θύματα παραδίδονται στο δημόσιο κουτσομπολιό και κάθε καλοπροαίρετος ή χυδαίος- εν προκειμένω μικρή σημασία έχει- αναγορεύεται σε αχαρακτήριστο εισαγγελέα δυο ζωών.
Δυο άγουρα κορίτσια, δυο άγγελοι δεν άντεξαν να ζουν έτσι. Ποιος έφταιξε; Πολλοί, όλοι ή σχεδόν όλοι, εκτός από αυτές. Με τι τις προικίσαμε ως κοινωνία; Τι θωράκιση τους δώσαμε; Τι αξίες; Τι ενδιαφέροντα; Πόσο κουράγιο να συνεχίσουν τον αγώνα που κάθε άνθρωπος δίνει; Τι ενσταλάξαμε στις ψυχές τους ώστε να τις βοηθήσουμε; Βάλαμε όρια σε εκείνες, μα κυρίως σε όλους; Πόσο σκοτάδι αφαιρέσαμε από μέσα τους και πόση ομορφιά προσθέσαμε;
Δεν είναι ωραία λόγια. Είναι αυτά που κάνουν τη ζωή μας να αξίζει. Που μας κρατάνε όταν πέφτουμε στα βαθιά. Που μας δίνουν φτερά για να ονειρευόμαστε και να συνεχίζουμε. Χωρίς αυτά, τίποτα μην περιμένουμε.
Θλιβερή υπόμνηση από το «Χαμόγελο του παιδιού» και μπράβο του:
ΜΗΝ μοιράζεσαι τις τελευταίες σκέψεις ενός παιδιού.
Σεβάσου το παιδί που το έγραψε, την οικογένειά του, τις φίλες και
τους φίλους του
Ένα άλλο παιδί σε απόγνωση μπορεί να ταυτιστεί.
Γραμμή SOS 1056
24 ώρες καθημερινά, δωρεάν, ανώνυμα
Το «Χαμόγελο» έκανε αυτό που θα έπρεπε να κάνει η πολιτεία. Εστω και τώρα, εκείνη, ας σκύψει πάνω από κάθε ταραγμένο, απογοητευμένο, απελπισμένο παιδί. Γι’ αυτό αυτοκτονούν. Γι’ αυτό δέρνονται και μαχαιρώνονται. Γιατί κοινωνία και πολιτεία τίποτα δεν κάνουν.
Θα επιστρέψουμε, λοιπόν, στην ανθρωποφαγία σήμερα. Οι 17χρονες σε έναν πολτό με τον Ακύλα και τη Γιουροβίζιον. Και με τον τραυματισμό στο Survivor. Ένα όλα, χωρίς κρίση, χωρίς σκέψη, πολλώ μάλλον χωρίς περίσκεψη. Ποια κοινωνία παραδίδουμε στα παιδιά μας; Πού τα μαθαίνουμε να παραδίδονται;
Αβάσταχτο. Η Ρένα Χατζηδάκι έλεγε στους παρηγορητικούς στίχους της «Κατάστασης πολιορκίας» (μελοποίηση Μίκη):
«ίσως τότε θα `χεις βρει το δρόμο στο δικό σου το λαβύρινθο
ίσως εσύ τότε θα στέκεσαι περήφανο δεντρί,
στο σταυροδρόμι του κόσμου,
μ’ όλους τους ποταμούς να φτάνουν μυστικά στις ρίζες σου,
ίσως τότε τα παιδιά σου,
μαζί μ’ όλα τα παιδιά,
να προλάβουν τον καιρό και τη ζωή
μια στιγμή πριν απ’ το χάος.»
Εδώ είμαστε, μια στιγμή πριν απ’ το χάος. Μην πάμε να φύγουμε.


