12.5 C
Athens

Γ.Σεφέρης: «Μα είναι δυνατόν να ξαναπέσει η Σμύρνη στα χέρια του Τούρκου;»

Το ημερολόγιο λέει 29 Αυγούστου 1922. Δηλαδή, με το νέο ημερολόγιο, 7 Σεπτεμβρίου. Η Ελλάδα και η Τουρκία ακολουθούν ακόμη το παλιό. Το ποια μέρα είναι, αποτελεί το τελευταίο που ενδιαφέρει τον ελληνικό πληθυσμό της Μικράς Ασίας. Με κάρα, με τα πόδια, με κάθε μέσο που μπορεί να βρεθεί, οι Μικρασιάτες σπεύδουν προς τα παράλια. Το μέτωπο έχει ήδη σπάσει και ο τουρκικός στρατός είναι προ των πυλών της Σμύρνης. Και πάλι, όμως, δεν μπορούν να συλλάβουν την τραγωδία που έρχεται.

Ο Γιώργος Σεφέρης είναι στο Παρίσι, ενώ η οικογένειά του στην Αθήνα. Τα τελευταία καλοκαίρια δεν κατάφερε καθόλου να πάει στη Σκάλα Βουρλών, όπου και ο παράδεισος των παιδικών του καλοκαιριών, ούτε στη γενέτειρά του Σμύρνη. Οι Σεφεριάδηδες έχουν φύγει προ του 1919, οπότε και φτάνει στην Ιωνία ο ελληνικός στρατός, καθώς είχαν ανοιχτούς λογαριασμούς με τους Τούρκους.

Τη σημαδιακή εκείνη ημέρα, γράφει σε επιστολή προς την αδερφή του Ιωάννα (Τσάτσου- Σεφεριάδη:) «Ποιος θα μας τόλεγε άμα σε φιλούσα πριν μια βδομάδα στον σταθμό, πως θα σου ‘γραφα το πρώτο μου γράμμα σε τόσο τραγικές στιγμές; Τέσσερα αγκομαχητά της Ελλάδας ρυθμισμένα με το ρολόι τέσσερις φορές τη μέρα. Φαντάζεσαι την κατάσταση εμάς των ξενιτεμένων εδώ κι εμένα του ανέμελου, παραπάνω. Γιατί να μην ήταν βολετό να είχα ξεκληριστεί κι εγώ μαζί με τα άλλα τα παιδιά που ξεκληρίστηκαν πέρα στους κάμπους της ντροπής από βλακείες ηλίθιων εγωιστών παλιανθρώπων και πωρωμένων, γιατί αδελφούλα, γιατί;… Δε θα ήταν καλύτερα παρά να κάθομαι και ν’ αγοράζω εφημερίδες εδώ πέρα;»

Η επιστολή από την οποία απόσπασμα παρουσιάσαμε ανωτέρω, περιλαμβάνεται στο βιβλίο της Maila García Amoros από το Πανεπιστήμιο της Γρανάδας, δεινής μελετήτριας του Σεφέρη ανάμεσα σε άλλα. Το βιβλίο επιγράφεται «Αλληλογραφία Γιώργου Σεφέρη και Ιωάννας Σεφεριάδη- Τα χρόνια της νιότης (1919- 1924). Κυκλοφόρησε μόλις από το Κέντρο Βυζαντινών, Νεοελληνικών και Κυπριακών Σπουδών της Γρανάδας και αποτελεί απόκτημα για τη βιβλιοθήκη μας.

«Ο μπαμπάς είναι άνω κάτω» γράφει στη συνέχεια ο Σεφέρης, που δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με τον πατέρα του, «ο δυστυχισμένος κι αυτός, τον λυπούμαι, τον πονώ. Ολοι μας είμαστε με τα δάκρυα στα μάτια, μα είναι δυνατόν να ξαναπέσει η Σμύρνη στα χέρια του Τούρκου, το χωράει κεφάλι ανθρώπου; Μπεμπούλα (σ.σ. έτσι αποκαλεί την αδερφή του) χρειάζεται όλη η ψυχραιμία σου τώρα, εσύ θα βαστάξεις τη μαμά σαν πιο κοπέλα που είσαι, κοίταξε να δυναμώσεις όσο μπορείς κι όπως μπορείς, δεν είναι καιρός πια για κομψότητες. Τώρα η πατρίδα κι η οικογένεια χρειάζεται και τις γυναίκες. Και ποιος στα λέει αυτά; Εγώ, ο τιποτένιος. Είμαι δυστυχισμένος, αδερφή μου».

Η Σμύρνη βρίσκεται στη μεταιχμιακή όσο και δραματική στιγμή της πρώτης, όταν ο ποιητής γράφει την επιστολή. Φαίνεται ο πόθος του να ήταν στο μέτωπο και ίσως μια ντροπή, επειδή δεν ήταν. Ο Σεφέρης δεν έχει ακόμα συναίσθηση της αξίας του, είναι άλλωστε μόλις 22 ετών. Θα προτιμούσε και να έχει σκοτωθεί στο μέτωπο, ίσως. Αν και γνωρίζει πως οι στρατιώτες τζάμπα «ξεκληρίστηκαν στους κάμπους της ντροπής από βλακείες εγωιστών παλιανθρώπων και πωρωμένων»….

Οι μέρες περνούν και στις 20 Σεπτεμβρίου, οπότε η ανυπολόγιστη καταστροφή έχει ολοκληρωθεί ο ποιητής ενημερώνει την αδερφή του πως είναι «υπερανήσυχος για την κατάσταση, οι φρικαλεότητες που μαθαίνομε από τις Αγγλικές κι Ιταλικές εφημερίδες (οι Γαλλικές δε γράφουν τίποτα κυνικότατα) μάς λεν άλλες φρικαλεότητες που δεν ξέρομε και που γνωρίζετε ‘σεις. Σας τηλεγραφήσαμε επανειλημμένως, καμιά απάντηση, έχουν φύγει οι συγγενείς από Σμύρνη ή θα μαυροφορέσωμε κι εμείς όπως τόσοι άλλοι φίλοι μου Μικρασιάτες;»

Καθώς απεχθάνεται τους μελοδραματισμούς, ο Σεφέρης, όπως και σε ολόκληρη τη ζωή του, είναι μετρημένος ως προς τα συναισθήματα που εκφράζει. Όμως, ο πόνος κρύβεται και στις λεπτομέρειες. Γράφει στο υστερόγραφο του συγκεκριμένου γράμματος: «Ειρωνεία, σούχα βρει το βουλοκέρι που σου γύρευα τόσο καιρό, μόλις έφυγες. Παν κι αυτά, τώρα το μόνο καταφύγιό μας στάχτη κι αχιλιά» (αχιλιά, στη μικρασιατική διάλεκτο, είναι η στάχτη. Προφανώς εννοεί ως καταφύγιο το σπίτι στα Βουρλά, και όχι το σπίτι στη Σμύρνη. Ο,τι και να εννοεί όμως, αυτή η μικρή φράση δείχνει τον συγκλονισμό του.

Σε λίγες μέρες, στις 30 του μηνός, και αφού έχει λάβει νέα τους, ο ποιητής γράφει και πάλι στην Ιωάννα: «Δόξα σοι ο Θεός! Περίμενα χειρότερα νέα. Υστερα από τέτοιες είδησες και τέτοιες σιωπές.  Τώρα ζούνε οι άνθρωποι, τα χτήματα καμένα χερσωμένα, χέρσα να μείνουν. Δεν πειράζει. Θα βρεθεί για τον καθένα ένα κομμάτι ψωμί. Θα ήθελα να μούγραφες κι εμένα: τι κάνουν τα παιδιά, οι θείοι; Τι σου λένε και τι σκέπτονται για το μέλλον; Το μέλλον, πόσα όνειρα τσίρωσαν (σ.σ. έκαψαν, τσουρούφλισαν) τα φτερά τους στις φλόγες που ρήμαξαν τη Σμύρνη την πουλημένη με το δράμι στη ζυγαριά του αρβανιτο-μωραΐτη. Τέλος πάντων τώρα επανάσταση. Ξαναγέννημα άραγε της Ρωμιοσύνης ή τελευταία αναλαμπή; Θέλω να ελπίσω το πρώτο»

Ο ποιητής θα κάνει περίπου 30 χρόνια να ξαναπάει στη Σμύρνη και στα Βουρλά. Στην πρώτη, δεν θα βρει το πατρικό σπίτι. Η πόλη έχει αλλάξει ρυμοτομία, για να γίνει ο καινούργιος δρόμος κατεδαφίστηκαν- καμένα και μη- αρχοντόσπιτα στη δεύτερη και τρίτη σειρά της παραλίας- όπου ήταν και το δικό τους σπίτι, κοντά στο γαλλικό προξενείο) και καταστράφηκε ένα χριστιανικό νεκροταφείο. Το σπίτι στα Βουρλά, όπως και το παραδιπλανό των παππούδων του από την οικογένεια Τενεκίδη, έστεκε μισοερειπωμένο. Εβγαλε και φωτογραφία. Αργότερα, κατεδαφίστηκε και αυτό, πάλι για να γίνουν δρόμοι. Όπως ακριβώς έγινε με την ελληνική παρουσία στην περιοχή, δεν έμειναν σχεδόν καθόλου υλικά σημάδια.

Εμεινε όμως στις ψυχές το τραύμα, ο ανείπωτος πόνος, για την τεράστια απώλεια ανθρώπων και των γαιών όπου οι Ελληνες είχαν ριζώσει επί χιλιετίες. Ο Σεφέρης, σε ένα κατοπινό ποίημα από την «Κίχλη», θα εκφράσει με τον μόνο τρόπο που μπορεί τόσο βαθιά, τα πάντα:

Τὰ σπίτια ποὺ εἶχα μου τὰ πῆραν. Ἔτυχε
νά᾿ ναι τὰ χρόνια δίσεχτα πόλεμοι χαλασμοὶ ξενιτεμοὶ
κάποτε ὁ κυνηγὸς βρίσκει τὰ διαβατάρικα πουλιὰ
κάποτε δὲν τὰ βρίσκει- τὸ κυνήγι
ἦταν καλὸ στὰ χρόνια μου, πῆραν πολλοὺς τὰ σκάγια-
οἱ ἄλλοι γυρίζουν ἢ τρελαίνουνται στὰ καταφύγια.

Μὴ μοῦ μιλᾶς γιὰ τ᾿ ἀηδόνι μήτε γιὰ τὸν κορυδαλλὸ
μήτε γιὰ τὴ μικρούλα σουσουράδα
ποὺ γράφει νούμερα στὸ φῶς μὲ τὴν οὐρά της-
δὲν ξέρω πολλὰ πράγματα ἀπὸ σπίτια
ξέρω πὼς ἔχουν τὴ φυλή τους, τίποτε ἄλλο.
Καινούργια στὴν ἀρχή, σὰν τὰ μωρὰ
ποὺ παίζουν στὰ περβόλια μὲ τὰ κρόσσια τοῦ ἥλιου,
κεντοῦν παράθροφυλλα χρωματιστὰ καὶ πόρτες
γυαλιστερὲς πάνω στὴ μέρα-
ὅταν τελειώσει ὁ ἀρχιτέκτονας ἀλλάζουν,
ζαρώνουν ἢ χαμογελοῦν ἢ ἀκόμη πεισματώνουν
μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔμειναν μ᾿ ἐκείνους ποὺ ἔφυγαν
μ᾿ ἄλλους ποὺ θὰ γυρίζανε ἂν μποροῦσαν
ἢ ποὺ χάθηκαν, τώρα ποὺ ἔγινε
ὁ κόσμος ἕνα ἀπέραντο ξενοδοχεῖο.

(Από Το σπίτι κοντά στη θάλασσα)

Αγγελική Κώττη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ