28 C
Athens

Πού λατρευόταν ο Οδυσσέας και πότε επέστρεψε στην Ιθάκη;

Στην Ιθάκη επιστρέφει ο Οδυσσέας, πλην ο Κρίστοφερ Νόλαν δεν συμπεριέλαβε το νησί στα γυρίσματα της «Οδύσσειας». Στο νησί Φαβινιάνα (Favignana), στη Σικελία, έγιναν τα εξωτερικά πλάνα, ως το εξωτερικό των ανακτόρων χρησιμοποιήθηκε το ιστορικό Castello di Santa Caterina, ένα φρούριο του 15ου αιώνα, ενώ το επιβλητικό κάστρο της Ακροκορίνθου χρησιμοποιήθηκε για να αποδοθούν τα πανύψηλα, οχυρωμένα τείχη της πόλης της  Ιθάκης. Ορισμένα άγρια παράκτια πλάνα της,  καθώς και τοποθεσίες όπως το χοιροστάσιο του Εύμαιου, συμπληρώθηκαν με λήψεις από τις απότομες ακτές της Σκωτίας (όπως η περιοχή Findlater).

Η αλήθεια βέβαια είναι πως στο νησί δεν έχουν ακόμα εντοπισθεί ερείπια ανακτόρου της μυκηναϊκής εποχής. Κάποια ευρήματα των τελευταίων χρόνων, πάντως, που  βεβαιώνουν πως η πατρίδα του μυθικού Οδυσσέα ήταν πράγματι εκεί. Αυτά τα νέα σημαντικά  στοιχεία για την ιστορική και πολιτισμική εξέλιξη της Ιθάκης έχουν προκύψει από το νέο ερευνητικό πρόγραμμα του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στην μείζονα αρχαιολογική θέση στον Άγιο Αθανάσιο- Σχολή Ομήρου, στο βόρειο τμήμα της νήσου. Από  επεξεργασία του υλικού προέκυψε δείγμα πού σώζει σφράγισμα μείζονος σημασίας, με το όνομα [ΟΔ]ΥCCEOC (στην γενική) προς τα αριστερά. Σε άλλο θραύσμα διακρίνεται εγχάρακτη αφιερωματική επιγραφή, με το όνομά του πιθανότατα στην δοτική, ίσως από προσκυνητή: ΟΔΥC[CEI.

Μέχρι σήμερα, η μη ανακάλυψη ανακτορικού συγκροτήματος στο νησί, έσπερνε αμφιβολίες κατά πόσον η Ιθάκη ταυτιζόταν με την ομηρική Ιθάκη. Εχουν γίνει κατά καιρούς και άλλες έρευνες σε γειτονικά νησιά που δεν απέδωσαν. Ετσι, υπήρχαν αμφισβητήσεις.

Τώρα, περίπου έναν αιώνα μετά τον εντοπισμό της εγχάρακτης αφιερωματικής επιγραφής ΕΥΧΗΝ ΟΔΥCCΕΙ σε θραύσμα πήλινου προσωπείου της Υστεροελληνιστικής εποχής από το Σπήλαιο του Όρμου της Πόλης, οι δύο νέες επιγραφικές μαρτυρίες της ίδιας εποχής (ΟΔΥCCΕOC και ΟΔΥCCEI) για την μεταγενέστερη λατρεία του ήρωα στην Β. Δ. Ιθάκη, έρχονται πλέον, σε συνδυασμό με τα υπόλοιπα διαθέσιμα δεδομένα, να τεκμηριώσουν την ανάπτυξη ενός περίοπτου συγκροτήματος δημόσιου χαρακτήρα στην θέση, με μείζονα ρόλο στον θρησκευτικό, κοινωνικό και ενδεχομένως πολιτικό βίο των Ιθακησίων των Ελληνιστικών-πρώιμων Ρωμαϊκών χρόνων, αλλά και με ευρύτερο προσκυνηματικό χαρακτήρα.

Το πρόγραμμα εξελίσσεται από το 2018 και περιλαμβάνει την διαχείριση, περαιτέρω τεκμηρίωση και προβολή των ευρημάτων από την συστηματική ανασκαφή (1994-2011), υπό την αείμνηστη Αν. Καθηγήτρια Λίτσα Κοντορλή-Παπαδοπούλου και τον Ομότιμο Καθηγητή Αθανάσιο Παπαδόπουλο. Υπεύθυνος του νέου προγράμματος είναι ο Ομότ. Καθηγητής Γιάννος Γ. Λώλος, ενώ κύρια συμβολή στις ερευνητικές εργασίες έχει η Χριστίνα Μαραμπέα, Δρ. Αρχαιολογίας του Πανεπ. Ιωαννίνων.

Η θέση, γνωστή ως Σχολή Ομήρου από τις αρχές του 19ου αιώνα, έχει ως πυρήνα μεγάλο βραχώδη σχηματισμό, στις ανατολικές υπώρειες της Εξωγής, σε περιοχή με πηγές νερού. Οι ανεσκαμμένες αρχαιότητες βρίσκονται σε δύο άνδηρα, τα οποία συνδέονται με δύο λαξευτά κλιμακοστάσια, και σε αρκετά σημεία χαμηλότερα. Στο Άνω Άνδηρο δεσπόζει το υπόλειμμα Ελληνιστικού πύργου (του 3ου αι. π.Χ.), ενώ το μεγαλύτερο μέρος του Κάτω Ανδήρου καταλαμβάνει μεγάλο ορθογώνιο κτήριο.

Οι αρχαιότερες μαρτυρίες ανθρώπινης δραστηριότητας στην θέση χρονολογούνται, τώρα, στην Τελική Νεολιθική φάση (ύστερη 5η/4η χιλιετία π.Χ.). Περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, αρκετές δεκάδες πυριτολιθικών τέχνεργων καθώς και μερικές εκατοντάδες θραυσμάτων αγγείων.  Όσον αφορά στις μαρτυρίες από την Εποχή του Χαλκού, έχουν εντοπισθεί, μέχρι στιγμής, μερικές δεκάδες θραυσμάτων προερχόμενων από 30 περίπου διαφορετικά αγγεία του ύστερου 14ου και του 13ου αι. π.Χ.

Μείζον ενδιαφέρον παρουσιάζει η ακέραιη υπόγεια κρήνη/δεξαμενή στο χώρο, με εκφορικά ογκολιθικά τοιχώματα, από τις ελάχιστες γνωστές του είδους. Με βάση το σχήμα, τα δομικά χαρακτηριστικά της και την εύρεση Υστερομυκηναϊκών θραυσμάτων κυλίκων στο εσωτερικό της, η χρονολόγησή της στην Μυκηναϊκή ανακτορική φάση φαίνεται εξαιρετικά πιθανή, όπως είχαν υποστηρίξει και οι προηγούμενοι ερευνητές.

Η Μυκηναϊκή εγκατάσταση στην Σχολή Ομήρου λειτούργησε πιθανότατα για την εποπτεία των λιμένων και των γαιών και για την προστασία- διαχείριση των πλούσιων υδάτινων πόρων της περιοχής και μπορεί να ενταχθεί σε ένα πλέγμα 7- 8 Μυκηναϊκών θέσεων στην εύφορη και ευλίμενη Β.Δ. Ιθάκη. Το πλέγμα αυτό φαίνεται να ορίζει αδρά την μείζονα περιοχή του αστικού (κατά παράδοση Οδυσσειακού) κέντρου της νήσου στην διάρκεια της Μυκηναϊκής ανακτορικής περιόδου (14ο-13ο αι. π.Χ.).

Όσον αφορά στους ιστορικούς χρόνους, ο μέγιστος όγκος του κεραμεικού υλικού ανάγεται στην Ελληνιστική και πρώιμη Ρωμαϊκή περίοδο (έως και τον 1ο/2ο αι. μ.Χ.). Στο σύνολο των οστράκων μεγάλων σκευών, αναγνωρίζονται μέχρι τώρα και 8 θραύσματα περιρραντηρίων που συνηθίζονται σε ιερά.

Το Ελληνιστικό μνημειακό σύμπλεγμα μπορεί με βεβαιότητα, τώρα, να ταυτισθεί με το Οδύσσειον της Ιθάκης (με ύπαρξη ιερού/ηρώου του Οδυσσέως), το οποίο αναφέρεται, μαζί με σχετιζόμενους αγώνες (τα Οδύσσεια), σε ψήφισμα του δήμου των Ιθάκων του 207 π.Χ. περίπου από την Μαγνησία της Μ. Ασίας. Ο χαρακτήρας του Οδυσσείου και η ακριβής θέση του, σε σχέση με τους αγώνες, έχουν υπάρξει αντικείμενα γόνιμης επιστημονικής συζήτησης, ήδη από την δεκαετία του 1930.

Οι αρχαιολόγοι εκτιμούν ότι η λατρεία του Οδυσσέα ξεκίνησε ήδη από τον 9ο αιώνα π.Χ., όταν οι ιστορίες του κυκλοφορούσαν μόνο προφορικά, πριν ακόμη καταγραφεί η Οδύσσεια στα τέλη του 8ου αιώνα π.Χ.

Το ιερό συνέχισε να λειτουργεί κατά την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή περίοδο, γεγονός που σημαίνει ότι η λατρεία του ήρωα διατηρήθηκε επί σχεδόν μία χιλιετία.

Σημαντική μαρτυρία αποτελεί και ένα αρχαίο ψήφισμα που βρέθηκε στα ερείπια της ελληνικής πόλης Μαγνησίας, στη σημερινή Τουρκία.

Το κείμενο, που χρονολογείται στο 207 π.Χ., αναφέρεται ρητά στο Οδυσσείον της Ιθάκης αλλά και στην Οδύσσεια, μια γιορτή αφιερωμένη στον Οδυσσέα.

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι οι εορτασμοί περιλάμβαναν αθλητικούς αγώνες, θεατρικές παραστάσεις και απαγγελίες των ομηρικών επών, ενώ δεν αποκλείεται να τελούνταν και θυσίες προς τιμήν του ίδιου και της θεάς Αθηνάς, της προστάτιδάς του.

Πότε έφτασε, όμως, στην Ιθάκη ο Οδυσσέας (εάν, φυσικά, δεν ήταν πρόσωπο μυθικό, αλλά ιστορικό;) «Ο Οδυσσέας έφτασε στην Ιθάκη στις 25 Οκτωβρίου 1207 π.Χ. Πέντε μέρες αργότερα έγινε έκλειψη ηλίου σε ποσοστό 75%, η οποία σκέπασε το Ιόνιο Πέλαγος και τότε συνέβη και η μνηστηροφονία» έχει πει η καθηγήτρια αστροφυσικής κ. Παναγιώτα Πρέκα- Παπαδήμα στην εφημερίδα «Καθημερινή».

Τι έγινε λοιπόν; Μια ομάδα Ελλήνων ειδικών επιστημόνων, μελέτησε τους χάρτες της NASA που περιγράφουν τα προβλέψιμα φυσικά φαινόμενα από το 4500 π.Χ. έως το 10.000 μ.Χ. Γνωρίζοντας  τον Ομηρο και την Οδύσσεια, αλλά και εκλαμβάνοντας ως συνθήκη «ικανή και αναγκαία» την ύπαρξη του βασιλιά, δίνουν μέγιστο βάρος στην προαναφερόμενη έκλειψη ηλίου.  Την οποία, ωστόσο, ο ποιητής δεν μνημονεύει στην πραγματικότητα.

Ο μάντης Θεοκλύμενος, βλέπει πως τα πάντα έχουν βουτηχτεί στο σκότος και στο αίμα. Αλλά πρόκειται για όραμα:

“Ἄχ, τί μεγάλο, ὦ δύστυχοι, κακὸ μαθὲς σᾶς βρίσκει.
Νύχτα σᾶς ζώνει κεφαλὴ καὶ πρόσωπο καὶ γόνα·
ἄναψ’ ὁ θρῆνος, βρέχουνται τὰ μάγουλα μὲ δάκρυα,
κι οἱ τοῖχοι μ’ αἷμα βρέχουνται καὶ τὰ ὥρια μεσοδόκια·

γέμισαν πρόθυρα κι αὐλὲς μὲ ἴσκιους νεκρῶν ποὺ τρέχουν
μέσα στὰ σκότη, στὸ Ἔρεβος· καὶ χάθηκε στὰ οὐράνια·
ὁ ἥλιος καὶ γύρω ἁπλώθηκε στὸν κόσμο μαύρη ἀντάρα.”

(μετάφραση Αργύρη Εφταλιώτη. Ο θεόμορφος Θεοκλύμενος απευθύνεται στους μνηστήρες).

Η επιστημονική ομάδα, σημειώνει πως σύφωνα με τη NASA, μια ολική έκλειψη έγινε το 1143 π.Χ, δηλαδή πολύ κοντά στην παρακμή των Μυκηναϊκών κέντρων και γι’ αυτό αποκλείσθηκε από τους επιστήμονες. Η δεύτερη όμως έγινε στις 30 Οκτωβρίου του 1207, από τις δυόμισι το μεσημέρι ώς τις πέντε και μισή το απόγευμα και αυτή θεωρούν ότι αποτυπώνεται στην Οδύσσεια.

Σύμφωνα με τις εγκυρότερες μελέτες που έχουν μέχρι σήμερα δει το φως της δημοσιότητας, ο τρωικός πόλεμος, αν και εφόσον έγινε,  τοποθετείται γύρω στο 1150 π.Χ. Αρα,  η έκλειψη που η ομάδα απορρίπτει, του 1143 π.Χ. θα ήταν η πιθανότερη.

Μετά την ανακάλυψη των Μυκηνών και της Τροίας από τον Σλήμαν, αμέτρητοι επιστήμονες έχουν προσπαθήσει να λύσουν άπειρους γρίφους για όσα περιγράφει η Ιλιάδα και η Οδύσσεια.  Ακόμα, πάντως, και για τον τρωικό πόλεμο, αποδείξεις δεν υπάρχουν. Μόνο τα ομηρικά έπη τον περιγράφουν, τα οποία, ως γνωστόν, καταγράφηκαν πολλούς αιώνες μετά.

Αγγελική Κώττη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ