Μια πλούσια συνοικία της ρωμαϊκής Αθήνας, είναι πιθανόν να κρύβεται στον χώρο του Ζαππείου και ανάμεσα στις λεωφόρους Βασιλίσσης Ολγας και Αμαλίας. Οι έχοντες και κατέχοντες της εποχής, φαίνεται πως έχτιζαν τις πολυτελείς επαύλεις τους δίπλα από την Πύλη Αδριανού (τοπόσημο για τη ρωμαϊκή Αθήνα) και προς το Στάδιο. Το οποίο ίσως δεν ήταν τόσο απομονωμένο από την πόλη όσο πιστεύαμε μέχρι σήμερα.
Οι ανασκαφές στη Βασιλίσσης Ολγας, υπό τη διεύθυνση της Ελενας Κουντούρη, διευθύντριας Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων του ΥΠΠΟ και της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλεως Αθηνών, έφεραν στο φως, όπως γνωρίζουμε, τμήμα σημαντικού κτηρίου και άλλα κτίσματα και κατασκευές. Θα συνεχιστούν, ύστερα από την εξέταση της μελέτης Αρχιτεκτονικής και Μορφολογικής Αποκατάστασης και Ανάδειξης του Μνημειακού Συνόλου και των Αρχαιολογικών Καταλοίπων της Ανάπλασης της Λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας. Η μελέτη συζητήθηκε χθες στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο.
Οι πρώτες ανασκαφές έγιναν από τον Στ. Κουμανούδη, κατά τον 19ο αιώνα και οι επόμενες ήταν αυτές, οι οποίες θα συνεχιστούν. Και τούτο, γιατί όπως δείχνουν τα ευρήματα, υπάρχουν πολλά θαμμένα στο έδαφος, τουλάχιστον μέχρι το βαλανείο (λουτρό) της Λεωφόρου Αμαλίας, που έχει εντοπισθεί και ανασκαφεί από την Ολγα Ζαχαριάδου, κατά τις ανασκαφές για το μετρό και είναι στεγασμένο και ορατό.
Ο χαρακτήρας του κτίσματος που έχει βρεθεί, παραπέμπει σε ρωμαϊκή έπαυλη. Υπάρχουν όμως και πιο «τολμηρές» σκέψεις για τυχόν σύνδεση με τον αυτοκράτορα Αδριανό.
Οι προτάσεις αποκατάστασης και ανάδειξης διαμορφώθηκαν με γνώμονα την αντιμετώπιση των προβλημάτων διατήρησης και την αποκατάσταση της αναγνωσιμότητας του μνημειακού συνόλου, το οποίο σήμερα παρουσιάζεται αποσπασματικό και δύσκολα κατανοητό. Αυτό ανέφερε κατά την παρουσίαση της εισήγησης, ο αρχιτέκτονας Μιχάλης Λεφαντζής, εξαιρετικός γνώστης της τοπογραφίας της περιοχής.
Οι επεμβάσεις σχεδιάστηκαν σύμφωνα με τις διεθνώς αποδεκτές αρχές προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, με σεβασμό στην αυθεντικότητα του μνημείου και των δομικών του υλικών και με κύριο στόχο την ενίσχυση της αναγνωσιμότητας του μνημειακού συνόλου.
Οι προτεινόμενες επεμβάσεις οργανώνονται σε διαδοχικά στάδια, ώστε να εξασφαλίζεται η προστασία των αρχαιοτήτων, η ασφαλής εκτέλεση των εργασιών και η δυνατότητα επικαιροποίησης της μελέτης με βάση τα νέα δεδομένα που θα προκύπτουν κατά την υλοποίηση. Προτεραιότητα δίνεται στις εργασίες που αντιμετωπίζουν άμεσα ζητήματα διατήρησης και στατικότητας, ενώ οι επεμβάσεις ανάδειξης ακολουθούν με τρόπο που ενισχύει τη συνολική αναγνωσιμότητα του μνημειακού συνόλου.
Ανάμεσα στα όσα πρέπει να αντιμετωπισθούν είναι η διαχείριση της βλάστησης, τα όμβρια ύδατα οι νεότερες επεμβάσεις και τα παρατοποθετημένα αρχιτεκτονικά μέλη. Επίσης πρέπει να αποκαλυφθούν τα περιγράμματα τοίχων, να συντηρηθούν τα ψηφιδωτά και τα υποστρώματα των δαπέδων και να βελτιωθεί η αναγνωσιμότητα του μνημείου.
Η ανασκαφή αποκάλυψε ένα σύνθετο και αποσπασματικά διατηρημένο σύνολο αρχιτεκτονικών καταλοίπων, το οποίο αναπτύσσεται σε ζώνη μήκους περίπου 68 μ., πλάτους περίπου 11 μ. και τεκμηριώνει τη διαδοχική οικοδομική δραστηριότητα της περιοχής από τους κλασικούς έως και τους βυζαντινούς χρόνους. Η μελέτη των καταλοίπων επέτρεψε τη διάκριση έξι κύριων οικοδομικών φάσεων, οι οποίες ακολουθούν τη γνωστή ιστορική εξέλιξη της περιοχής και φαίνεται ότι σχετίζονται με τα σημαντικά μνημεία που έχουν ήδη αποκαλυφθεί στη βόρεια πλευρά του Ολυμπίειου.
Σύμφωνα με τον εισηγητή, στο δυτικό τμήμα του ανασκαφικού σκάμματος κυριαρχεί η λαξευτή στο φυσικό βράχο τάφρος του Θεμιστόκλειου τείχους, η οποία αποτελεί το αρχαιότερο διατηρούμενο στοιχείο της ανασκαφής και επιβεβαιώνει τη χάραξη της αρχαίας οχύρωσης. Στο εσωτερικό της εντοπίστηκαν κατασκευές που σχετίζονται πιθανότατα με αρχαίο δρόμο, ενώ ανατολικότερα αναπτύσσεται ο κύριος όγκος των αρχιτεκτονικών καταλοίπων.
Όπως τονίστηκε, ως επί το πλέιστον, τα κατάλοιπα σχετίζονται με ένα εκτεταμένο ρωμαϊκό κτιριακό συγκρότημα, το οποίο ταυτίζεται με το μνημειακό οικοδόμημα που είχε εντοπιστεί ήδη από τον Στ. Κουμανούδη στα τέλη του 19ου αιώνα. Το οικοδόμημα αυτό φαίνεται ότι αναλυόταν σε άνδηρα, ακολουθώντας το ανάγλυφο του εδάφους, και κυριαρχούσε στο αστικό τοπίο της περιοχής. Διακρίνονται το ημικυκλικό αίθριο με τη στοά, επιμήκεις και τετράγωνοι χώροι οργανωμένοι σε ενιαία κάτοψη, τοιχοποιίες διαφορετικών οικοδομικών φάσεων, καθώς και εκτεταμένο δίκτυο αποχετευτικών αγωγών που μαρτυρεί την υψηλή οργάνωση και τις σύνθετες λειτουργίες του συγκροτήματος. Η ανασκαφή κατέδειξε ότι το οικοδόμημα γνώρισε δύο μεγάλες οικοδομικές φάσεις (η πρώτη κατά τα τέλη του 3ου αι. μ.Χ. έως τις αρχές 4ου αι. μ.Χ. και η δεύτερη στις αρχές του 5ου αι. μ.Χ.), καθώς και μικρότερης έκτασης μετασκευές και επεκτάσεις, οι οποίες αντανακλούν τη συνεχή χρήση του κατά την ύστερη ρωμαϊκή περίοδο.
Η τελευταία φάση χρήσης του χώρου αποδίδεται στους βυζαντινούς χρόνους και εκπροσωπείται κυρίως από ευτελέστερες τοιχοποιίες, υπόγειους κτιστούς σιρούς και αποθηκευτικούς πίθους, στοιχεία που μαρτυρούν ουσιαστική μεταβολή του χαρακτήρα της περιοχής και στροφή προς παραγωγικές και αποθηκευτικές δραστηριότητες, όπως άλλωστε μαρτυρούν τα δεδομένα των ανασκαφών της ευρύτερης περιοχής.
Η Μελέτη Αρχιτεκτονικής και Μορφολογικής Αποκατάστασης και Ανάδειξης του Μνημειακού Συνόλου και των Αρχαιολογικών Καταλοίπων της Ανάπλασης της Λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας εκπονήθηκε από τον αρχιτέκτονα μηχανικό Λεωνίδα Λεοντάρη, κατόπιν ανάθεσης της εταιρείας «ΑΝΑΠΛΑΣΗ ΔΗΜΟΣΙΩΝ ΧΩΡΩΝ Α.Ε.». Εγινε, υπό την επιστημονική εποπτεία της Εφορείας Αρχαιοτήτων Πόλης Αθηνών και αντικείμενό της αποτελεί η διατύπωση προτάσεων για την αποκατάσταση, προστασία και ανάδειξη του μνημειακού συνόλου των αρχαιολογικών καταλοίπων που αποκαλύφθηκαν κατά τις ανασκαφικές έρευνες στο πλαίσιο του έργου ανάπλασης της Λεωφόρου Βασιλίσσης Όλγας.
Η ευρύτερη περιοχή μελέτης βρίσκεται βόρεια του Ολυμπίειου, σε άμεση γειτνίαση με τον Ιλισό ποταμό, και αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου αρχαιολογικού τοπίου που διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πόλης από την αρχαιότητα έως και τους πρώτους βυζαντινούς χρόνους.
Κατά τους αρχαϊκούς και κλασικούς χρόνους η περιοχή βρισκόταν εκτός του οχυρωμένου πυρήνα της Αθήνας, όμως η ιδιαίτερη φυσιογνωμία της, με τα άφθονα νερά του Ιλισού και την πλούσια βλάστηση, την κατέστησε σημαντικό θρησκευτικό και οικιστικό τόπο ήδη από την προϊστορική εποχή. Στην ευρύτερη έκταση αναπτύχθηκαν σπουδαία ιερά, μεταξύ των οποίων του Ολυμπίου Διός, του Δελφινίου Απόλλωνος, της Αρτέμιδος Αγροτέρας και άλλων θεοτήτων, ενώ έχουν τεκμηριωθεί ίχνη κατοίκησης και ταφικής δραστηριότητας ήδη από τη Γεωμετρική περίοδο.
Η φυσιογνωμία της περιοχής μεταβλήθηκε ριζικά κατά τη βασιλεία του αυτοκράτορα Αδριανού (117–138 μ.Χ.), όταν η Αθήνα γνώρισε μία από τις σημαντικότερες περιόδους οικοδομικής και πνευματικής ακμής της. Με την ολοκλήρωση του ναού του Ολυμπίου Διός, την ανέγερση της Πύλης του Αδριανού, τη δημιουργία εκτεταμένων υδρευτικών και οδικών έργων και την ανάπτυξη πολυτελών δημόσιων και ιδιωτικών οικοδομημάτων, η περιοχή εντάχθηκε στον αστικό ιστό και εξελίχθηκε σε μία από τις πλέον εύπορες συνοικίες της ρωμαϊκής Αθήνας. Η εικόνα αυτή συμπληρώνεται από τις πολυάριθμες επαύλεις, τα λουτρά, τα κοινωφελή κτίρια και τις λοιπές εγκαταστάσεις που έχουν αποκαλυφθεί από παλαιότερες και νεότερες ανασκαφές.
Παρά τις καταστροφές που προκάλεσαν οι επιδρομές των Ερούλων και αργότερα του Αλάριχου, η περιοχή γνώρισε επανειλημμένες φάσεις ανασυγκρότησης και ιδιαίτερης ανάπτυξης κατά τον 4ο και 5ο αιώνα μ.Χ. Την εποχή αυτή ανεγέρθηκαν μεγάλες και πλούσιες αστικές κατοικίες, λουτρικά συγκροτήματα και άλλα οικοδομήματα που αντανακλούν την οικονομική και κοινωνική ευημερία της ύστερης αρχαιότητας. Παράλληλα, με τη σταδιακή επικράτηση του χριστιανισμού, ο χώρος απέκτησε νέο θρησκευτικό χαρακτήρα, με την ίδρυση σημαντικών παλαιοχριστιανικών βασιλικών και τη μεταβολή της λειτουργίας παλαιότερων μνημείων. Από τα τέλη του 5ου και κυρίως κατά τον 6ο αιώνα μ.Χ. παρατηρείται σταδιακή συρρίκνωση της κατοίκησης και μετατόπιση του αστικού κέντρου προς το εσωτερικό των οχυρώσεων, σηματοδοτώντας τη μετάβαση στη μεσοβυζαντινή περίοδο.
Η σημασία της ευρύτερης περιοχής βόρεια του Ολυμπίειου επιβεβαιώνεται από το πλήθος και τη διαχρονικότητα των αρχαιολογικών ευρημάτων που έχουν αποκαλυφθεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων περίπου 150 ετών. Οι πρώτες συστηματικές ανασκαφές της Εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας στα τέλη του 19ου αιώνα, καθώς και οι εκτεταμένες έρευνες που πραγματοποιήθηκαν τη δεκαετία του 1990 στο πλαίσιο της κατασκευής του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου, αποκάλυψαν ένα ιδιαίτερα πυκνό σύνολο μνημείων, το οποίο επιτρέπει εν μέρει την ανασύνθεση της ιστορικής τοπογραφίας και της διαχρονικής εξέλιξης της περιοχής.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι ανασκαφές στον χώρο του Ζαππείου και της λεωφόρου Αμαλίας, όπου αποκαλύφθηκαν μεγάλα δημόσια ή ιδιωτικά συγκροτήματα, λουτρικές εγκαταστάσεις και κτιριακά κατάλοιπα με διαδοχικές οικοδομικές φάσεις, που μαρτυρούν τη συνεχή χρήση και τον διαρκή μετασχηματισμό της περιοχής από τη ρωμαϊκή έως την παλαιοχριστιανική και βυζαντινή περίοδο. Τα ευρήματα αυτά συμπληρώνουν την εικόνα ενός εκτεταμένου αστικού συνόλου υψηλού αρχιτεκτονικού και ιστορικού ενδιαφέροντος, το οποίο αναπτύχθηκε γύρω από το Ολυμπίειο και συνδέθηκε άμεσα με τα μεγάλα οικοδομικά προγράμματα της ρωμαϊκής Αθήνας.


