Αποκαλύπτεται δημόσιο κτήριο των αρχαίων Φαρών, προγόνου της Καλαμάτας

Μεγάλο δημόσιο οικοδόμημα της αρχαίας πόλης των Φαρών, κρύβουν οι επιχωματώσεις που τώρα αφαιρούνται, στην πλατεία Υπαπαντής, στην Καλαμάτα. Είχε εντοπισθεί το 1960 από τον Νικόλαο Γιαλούρη και καταχώθηκε, ώστε να διαμορφωθεί η πλατεία. Όταν αυτό έρθει στο φως, οι αρχαιολόγοι θα μπορέσουν με ακρίβεια να προσδιορίσουν και τη χρήση του, δηλαδή τι είδους κτήριο ήταν.

Οι ανασκαφές ξεκίνησαν τις τελευταίες ημέρες, ύστερα από γνωμοδότηση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου, απόφαση της υπουργού Πολιτισμού και συμφωνίας με τον Δήμο Καλαμάτας. Η αποκάλυψη όσων έχουν ήδη ανασκαφεί, αλλά και όσων είναι δίπλα και παραμένει άθικτο, θα δώσει στην πόλη ένα σημαντικό εύρημα από το αρχαίο παρελθόν της, που μέχρι σήμερα δεν είναι γνωστό.

Η ανασκαφή πραγματοποιείται από την Εφορεία Αρχαιοτήτων Μεσσηνίας στο νοτιο-ανατολικό τμήμα της πλατείας Υπαπαντής, επί της οδού Χρυσοστόμου Θέμελη.  Ο προϋπολογισμός του έργου ανέρχεται στο ποσό των εκατόν ογδόντα δύο χιλιάδων ευρώ (182.000 €), με τους πόρους του έργου να προέρχονται αποκλειστικά από πιστώσεις του Δήμου Καλαμάτας. Εχει  προγραμματιστεί να δοθούν σε δύο δόσεις. Επικεφαλής είναι η έφορος αρχαιοτήτων Ευαγγελία Μηλίτση- Κεχαγιά.

Οι αρχαιότητες είχαν βρεθεί τυχαία προ έξι δεκαετιών κατά τη διάρκεια των εργασιών διαμόρφωσης της πλατείας γύρω από το Μητροπολιτικό Ναό της Υπαπαντής. Σύμφωνα με έγγραφο της ομάδας «Σώστε τα αρχαία της Υπαπαντής»,  ο εργολάβος  μπάζωσε τα αρχαία, των οποίων τα ίχνη χάθηκαν. Το θέμα επανήλθε στην επικαιρότητα πριν από 20+ χρόνια όταν ξεκίνησε η συζήτηση για αναπλάσεις στο ιστορικό κέντρο της πόλης. Η συζήτηση έγινε ακόμη πιο έντονη όταν πριν από 12 χρόνια τέθηκε το ζήτημα ανάπλασης της πλατείας Υπαπαντής. Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας υποβλήθηκε μελέτη η οποία προέβλεπε την ανάδειξη και προστασία των αρχαιοτήτων σε μια επιφάνεια 300 τετραγωνικών μέτρων στη νοτιοανατολική πλευρά της πλατείας. Το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο έκρινε τότε ότι η κατάχωση είναι προτιμότερη γιατί έτσι προστατεύονται καλύτερα. Αγνοούσε όμως ότι δεν έχει γίνει κατάχωση με την από το νόμο προβλεπόμενη διαδικασία αλλά απλό μπάζωμα για να κλείσουν τα ορύγματα και να διαμορφωθεί η πλατεία.

Πέρσι, που εντοπίσθηκε ο χαμένος επί μακρόν φάκελος της ανασκαφής,  επιβεβαιώθηκε  ότι οι αρχαιότητες έχουν μπαζωθεί και προσδιορίστηκε η θέση τους. Ταυτοχρόνως τονίστηκε ότι ο τότε προϊστάμενος αρχαιοτήτων Ν. Γιαλούρης που έκανε την ανασκαφή δεν είχε προτείνει κατάχωση αλλά ανάδειξη των ευρημάτων. Ο Νικόλαος Γιαλούρης είχε ανακαλύψει  υπολείμματα δημοσίου κτηρίου του 4ου π. Χ. αιώνα που βρέθηκαν στο όριο της πλατείας Υπαπαντής και του δρόμου κατά μήκος της οδού Χρυσοστόμου Θέμελη. Ακόμα και μετά το μπάζωμα, επεσήμανε το 1961 την ανάγκη να ανασκαφούν εξολοκλήρου τα ευρεθέντα αρχαία σε μεταγενέστερο χρόνο, καθώς πιστοποιούν με βεβαιότητα τη θέση των αρχαίων Φαρών στην πόλη της Καλαμάτας.

Όπως αναφέρουν  η εφορεία αρχαιοτήτων και η Διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, τα αρχαιολογικά δεδομένα για την κλασική, ελληνιστική και ρωμαϊκή πόλη των Φαρών αυξάνονται σημαντικά στις δεκαετίες του 1950 και 1960, καθώς εντοπίζονται κινητά και ακίνητα μνημεία αυτών των περιόδων στην πλατεία της Υπαπαντής αλλά και στην περιοχή νότια και ανατολικά αυτής (περιοχές Φραγκόλιμνας και Μονής Καλογραιών).

Ο φόβος των αρχαιολόγων είναι τώρα μήπως οι αρχαιότητες έχουν υποστεί ζημιές από δίκτυα υποδομών.

Η αρχαία πόλη των Φαρών, η οποία από τους περισσότερους ερευνητές τοποθετείται στη σύγχρονη πόλη της Καλαμάτας, μνημονεύεται στον Όμηρο και σε άλλους συγγραφείς της αρχαιότητας όπως ο Ξενοφών, ο Στράβων και ο Παυσανίας. Σύμφωνα με τον Όμηρο ήταν μια από τις επτά πόλεις, που υποσχέθηκε ο Αγαμέμνονας να χαρίσει στον Αχιλλέα για να εξευμενίσει την οργή του και να επιστρέψει εκείνος στον πόλεμο. Από τους υπόλοιπους συγγραφείς αντλούμε πληροφορίες για τη θέση τους στη νότια Μεσσηνία και εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι Φαρές ήταν παραλιακή πόλη κοντά στις εκβολές του ποταμού Νέδοντα. Με την ίδια ονομασία (Φαραί) παρουσιάζει διαχρονική κατοίκηση από την Προϊστορική περίοδο μέχρι και τους Παλαιοχριστιανικούς χρόνους καθώς τον 6ο αι. μ.Χ. αναφέρεται στον συνέκδημο του Ιεροκλέους.

Η πλειονότητα των μελετητών συγκλίνει στην άποψη ότι οι Φαρές βρίσκονταν στη θέση της Καλαμάτας χωρίς ωστόσο να υπάρχουν πάντα επαρκή και σαφή αρχαιολογικά τεκμήρια. Οι παλαιότερες μαρτυρίες αφορούν σε αρχαιότητες, όπως επιγραφές συχνά εντοιχισμένες σε οικήματα και οικοδομικό υλικό από την περιοχή νότια και δυτικά της πλατείας της Υπαπαντής, σε απόσταση περίπου 110- 130 μ. από τον ναό της Υπαπαντής. Τα περισσότερα οικοδομικά κατάλοιπα είχαν εντοπιστεί νότια της Υπαπαντής και πλησίον της πλατείας Φραγκόλιμνας αλλά και σε περιοχές του ιστορικού κέντρου της Καλαμάτας. Στην ίδια περιοχή το 1901 ο Ανδρέας Σκιάς αποκάλυψε τα κατάλοιπα αρχαίου οικοδομήματος κτισμένου με μεγάλους πωρόλιθους θεωρώντας ότι πιθανότατα ήταν πύργος του τείχους της κλασικής πόλης των Φαρών.

Προϊστορικά ευρήματα που πιστοποιούν τη μυκηναϊκή κατοίκηση στην περιοχή εντοπίστηκαν από τον R. Hope Simpson το 1956-1957.Κατά τη διάρκεια επιφανειακής έρευνας εντοπίστηκαν ίχνη μυκηναϊκών θαλαμωτών τάφων και όστρακα της ΥΕΙΙΙ (Υστεροελλαδικής ΙΙΙ) περιόδου στον λόφο «Τούρλες» σε απόσταση περίπου 500 μ. βορειοανατολικά του μεσαιωνικού κάστρου. Kατά τη διάρκεια της επιστημονικής ερευνητικής αποστολής του πανεπιστημίου της Minnesota,  τα έτη 1962-1963, εντοπίστηκαν στη νότια πλαγιά του Κάστρου Καλαμάτας όστρακα της ΥΕΙΙΙ περιόδου ενισχύοντας την άποψη για τη χωροθέτηση των ομηρικών Φαρών στο κάστρο της Καλαμάτας και πέριξ αυτού.

Από τα μέσα του 8ου αι. π.Χ. και έως το 369 π.Χ. οι Φαρές όπως και η υπόλοιπη Μεσσηνία τελούσαν υπό σπαρτιατική κυριαρχία. Τα αρχαιολογικά ευρήματα που διασώζονται από αυτή την περίοδο είναι περιορισμένα και περιλαμβάνουν θραύσματα από πήλινα κεραμίδια στέγης ύστερων αρχαϊκών χρόνων με γραπτή φυτική διακόσμηση καθώς και έναν ταφικό πίθο Γεωμετρικών χρόνων (ύστερος 8ος αι. π.Χ.) που περιείχε ένα χάλκινο ιππάριο και τέσσερις χάλκινες περόνες, στη θέση «Πέρα Καλαμίτσι».

Την ίδια περίοδο με το παραπάνω έγγραφο του Γιαλούρη κυκλοφόρησετο δημοσίευμα του Μίλτου Παρασκευαΐδη στην εφημερίδα «Καθημερινή» της 14ης Αυγούστου 1960. Δεδομένου ότι τα αρχαία οικοδομικά κατάλοιπα που βρέθηκαν στην Πλατεία Υπαπαντής το 1960 δεν δημοσιεύθηκαν σε κάποιο αρχαιολογικό περιοδικό, όπως το Αρχαιολογικό Δελτίο, το εν λόγω δημοσίευμα αποτελεί μέχρι σήμερα την πιο εκτεταμένη αναφορά σε δημόσιο έντυπο για τα αποτελέσματα των ανασκαφικών εργασιών στην πλατεία της Υπαπαντής. Σύμφωνα με αυτό οι ανασκαφές ξεκίνησαν το δεύτερο δεκαήμερο του Ιουνίου του 1960 και διεξάγονταν από τους επιμελητές αρχαιοτήτων Θεόδωρο Σπυρόπουλο και Παναγιώτη Κριμπά, υπό τη διεύθυνση του τότε Προϊστάμενου της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας Ν. Γιαλούρη. Οι εκσκαφικές εργασίες πραγματοποιήθηκαν στην περιοχή μεταξύ του ναού της Υπαπαντής και του κτηρίου της Επισκοπής. Ερευνήθηκε έκταση διαστάσεων 60Χ10 μ., και εντός τάφρων αποκαλύφθηκαν αρχαία οικοδομικά κατάλοιπα της ύστερης κλασικής περιόδου που θεωρήθηκαν ότι προέρχονταν ενδεχομένως από την Αγορά της αρχαίας πόλης. Η κεραμική γεωμετρικής, ελληνιστικής, ρωμαϊκής και βυζαντινής περιόδου μαρτυρά τη διαχρονική χρήση του χώρου. Σημειώνεται επίσης ότι από τους τάφους που βρέθηκαν στις ανασκαφές της πλατείας Υπαπαντής, ο ένας ήταν ρωμαϊκών χρόνων και οι άλλοι δύο βυζαντινής περιόδου. Σύμφωνα πάντα με ίδιο δημοσίευμα τα κατάλοιπα του μεγάλου δημόσιου οικοδομήματος φαινόταν ότι επεκτείνονται κάτω από τη θέση, όπου είχε οικοδομηθεί το Ιεροδιδασκαλείο της Επισκοπής.

Επισημαίνεται επίσης στο δημοσίευμα ότι ανάλογο κτηριακό συγκρότημα πρέπει να υπήρχε στα 150μ. ανατολικά της πλατείας της Υπαπαντής στον περίβολο της Μονής Καλογραιών (Άγιος Κωνσταντίνος), όπως προέκυψε από ορισμένα ευρήματα του 1952, στα οποία δεν δόθηκε τότε η δέουσα σημασία. Το ίδιο φαίνεται ότι συνέβη όταν κτιζόταν το Ιεροδιδασκαλείο της Επισκοπής και προήλθαν ορισμένα ευρήματα «… έχοντα εύγλωττον σημασία δια τους ειδικούς αρχαιολόγους. Αυτό με απλά λόγια, σημαίνει ότι καταστράφηκαν…

Αγγελική Κώττη

Διαβάστε επίσης