Η πρώτη της μεγάλη και αξιόλογη μετάφραση στα ελληνικά – η «Ηλέκτρα» του Ντανίλο Κις, ενός από τους πιο σπουδαίους Σέρβους συγγραφείς — μόλις κυκλοφόρησε. Πρόκειται για ένα σημαντικό επίτευγμα που έγινε χάρη σε μια νεαρή, ήδη καταξιωμένη, φιλόλογο και θεατρολόγο. Είναι η Σιμόνη-Μαρία Γκολουμπόβιτς, η οποία, παρά τα όσα έχει κάνει, παραθέτει με σεμνότητα ένα το βιογραφικό της, περιλαμβάνοντας μόνο πολύ βασικές πληροφορίες.
Φιλόλογος και θεατρολόγος, είναι απόφοιτος Κλασικής Φιλολογίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, μεταπτυχιακή μελετήτρια Ελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας στο Ανοιχτό Πανεπιστήμιο Κύπρου και Διδάκτωρ Θεατρολογίας από το Πανεπιστήμιο Πατρών. Κατέχει άριστα και τη σερβική γλώσσα, εκτός από την ελληνική, καθώς ο πατέρας της είναι Σέρβος.
Ο Ντανίλο Κις (1935–1989) υπήρξε από τις κορυφαίες μορφές της γιουγκοσλαβικής λογοτεχνίας: μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής με ευρωπαϊκή ακτινοβολία. Ξεχώρισε ως μυθιστοριογράφος, δημιουργώντας έργα με έντονη αυτοβιογραφική διάσταση και ιστορική ευαισθησία· ως διηγηματογράφος, καλλιεργώντας την τέχνη της σύντομης φόρμας με τρόπο ποιητικό και ταυτόχρονα τεκμηριακό· ως δοκιμιογράφος, διατυπώνοντας στοχασμούς για τη λογοτεχνία, την Ιστορία και τον ρόλο του συγγραφέα· και ως μεταφραστής, φέρνοντας σε επαφή το γιουγκοσλαβικό κοινό με τη ρωσική, γαλλική και ουγγρική γραμματεία.
Η συζήτηση με τη Σιμόνη-Μαρία Γκολουμπόβιτς για το Thepresident.gr, δεν θα μπορούσε παρά να ξεκινήσει από τον σπουδαίο αυτόν συγγραφέα.
– Μεταφράσατε έναν από τους σπουδαιότερους συγγραφείς στην Ιστορία της γιουγκοσλαβικής λογοτεχνίας. Αισθανθήκατε καθόλου βάρος από το μέγεθός του;
Η αναμέτρηση με το πνευματικό σύμπαν του Ντανίλο Κις δεν υπήρξε για μένα μια τυπική μεταφραστική εργασία, αλλά μια βαθιά εσωτερική κατάδυση που έφερε μαζί της ένα αναπόφευκτο υπαρξιακό βάρος. Το μέγεθος του Κις. μου επέβαλε μια ευθύνη που ξεπερνά τα όρια της φιλολογίας. Κύριο μέλημά μου ήταν να αποδώσω αλώβητη την περίφημη “ποιητική της ακρίβειας” που τον χαρακτηρίζει: εκείνη τη μοναδική ικανότητα να ανατέμνει τη σκληρή αλήθεια της ιστορίας με χειρουργική λεπτομέρεια, διασώζοντας ταυτόχρονα μια απαράμιλλη αισθητική αρτιότητα.
Σε αυτή τη διαδρομή, η διπλή μου καταγωγή, μοιρασμένη ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Σερβία, λειτούργησε ως η απόλυτη πυξίδα. Στόχος μου ήταν το ελληνικό κείμενο να αποτελέσει μια ζωντανή γέφυρα, επιτρέποντας στον αναγνώστη όχι απλώς να κατανοήσει τον Κις, αλλά να τον βιώσει ως μια φωνή που ενώνει το αρχέγονο δράμα με το υπαρξιακό βάρος του 21ου αιώνα.
– Εχει κάποιες ιδιαιτερότητες στη γραφή του; Πώς τις αντιμετωπίσατε; Ποιες είναι οι γοητευτικές τεχνικές του ή η χρήση της γλώσσας του, που παρασύρουν έναν μεταφραστή;
Η μετάφραση του Κις αποδείχθηκε μια άσκηση υψηλών απαιτήσεων, καθώς η γραφή του απαιτεί έναν σπάνιο συνδυασμό ψυχρής λογικής και συναισθηματικής έντασης. Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να ακολουθήσω τον συγγραφέα στην άρνηση του εύκολου ρεαλισμού και να αποδώσω πιστά την «ποιητική της ακρίβειας» όπως ανέφερα και παραπάνω. Χρειάστηκε να βυθιστώ στην έρευνα για να ξεκλειδώσω τις πολλαπλές αναφορές και τα αρχειακά επίπεδα που χρησιμοποιεί, μετατρέποντας τη μετάφραση από μια απλή γλωσσική μεταφορά σε μια βαθιά ανατομία του κειμένου.
Παράλληλα, η δίγλωσση φύση μου με έφερε αντιμέτωπη με το λεπτό ζήτημα της πολιτισμικής αποκωδικοποίησης. Το κλειδί δεν ήταν απλώς να μεταφράσω το νόημα των λέξεων, αλλά να βρω εκείνες τις εσωτερικές αντιστοιχίες στην ελληνική γλώσσα που θα καθιστούσαν το έργο οικείο. Έπρεπε δηλαδή να «εξελληνίσω» το ύφος χωρίς να προδώσω την ξένη του ρίζα, αναζητώντας εκφραστικούς τρόπους που θα επέτρεπαν στον Έλληνα αναγνώστη να νιώσει την ίδια δόνηση και το ίδιο βάρος που φέρουν τα σερβικά ιδιώματα.
– Η σερβική είναι, προφανώς, μια μητρική γλώσσα για εσάς. Και η ελληνική; Υπό την έννοια πως έχετε κάνει όλες τις σπουδές σας σε ελληνικά ή κυπριακά πανεπιστήμια.
Η ελληνική γλώσσα είναι ουσιαστικά η κύρια μητρική μου γλώσσα, καθώς γεννήθηκα, μεγάλωσα και ολοκλήρωσα όλο τον κύκλο των σπουδών μου στην Ελλάδα. Εδώ διαμορφώθηκε η σκέψη μου και η ακαδημαϊκή μου πορεία, γεγονός που μου προσφέρει τη σιγουριά και τα υφολογικά εργαλεία για να αποδώσω σύνθετα κείμενα στα ελληνικά. Η σχέση μου με τη Σερβία, ωστόσο, είναι εξίσου οργανική και βαθιά. Λόγω της καταγωγής του πατέρα μου από το Βελιγράδι, η σερβική γλώσσα και ο πολιτισμός ήταν ανέκαθεν παρόντα στη ζωή μου μέσα από συνεχή ταξίδια και βιώματα που με κράτησαν σε άμεση επαφή με τις ρίζες μου.
– Ας δούμε πρώτα το ίδιο το έργο. Πόσο μοιάζει και πόσο είναι διαφορετικό από την ομότιτλη τραγωδία του Ευριπίδη; Την αντιστρέφει; Την προχωρά; Την εκσυγχρονίζει; Την εκμοντερνίζει;
Ο Κις στην Ηλέκτρα του πραγματοποιεί μια τολμηρή δημιουργική μεταγραφή, πατώντας γερά πάνω στην εκδοχή του Ευριπίδη. Διατηρεί τα κεντρικά πρόσωπα με τις ιδιότητές τους (πλην του Γεωργού που τον αντικαθιστά με έναν Χτίστη), την καταγωγή τους και τον ιστορικό χωροχρόνο, όμως η ουσιαστική παρέμβαση συμβαίνει στη φιλοσοφική και δομική κατεύθυνση του έργου. Η πιο εμβληματική αλλαγή έγκειται στον επίλογο: σε αντίθεση με τον Ευριπίδη, εδώ απουσιάζουν πλήρως οι από μηχανής θεοί. Ο Κις αφαιρεί τη θεϊκή παρέμβαση των Διόσκουρων, αφήνοντας τους ήρωες μόνους απέναντι στις πράξεις τους.
Στην πραγματικότητα, ο Κις “εκσυγχρονίζει” το δράμα μετατρέποντάς το σε ένα ψυχολογικό και πολιτικό εργαστήριο. Μετατοπίζει το αίτημα της ευριπίδειας “αναγνώρισης” σε μια σύγχρονη σύγκρουση αφηγήσεων, όπου η ατομική βούληση συγκρούεται με την κρατική βία και τις ιδεολογικές επιταγές. Όπως αναφέρω και στην εισαγωγή της μετάφρασης, ο συγγραφέας ανασχηματίζει τον αρχαίο κόσμο για να μιλήσει για τη νεωτερική κρίση ταυτότητας και την απολυταρχία της εξουσίας.
– Το να έχεις ως βάση τους τραγικούς, προϋποθέτει γνώσεις, αλλά και έμπνευση. Τι άραγε παρακίνησε τον συγγραφέα να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο έργο;
Αν και δεν μπορούμε να είμαστε απόλυτα σίγουροι για τις μύχιες σκέψεις ενός δημιουργού, είναι σαφές ότι τον Κις τον παρακίνησαν οι έντονες κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής του, σε συνδυασμό με τη διαρκή του ενασχόληση με την ηθική της μνήμης. Η έμπνευση του Κις πυροδοτήθηκε από το εκρηκτικό κλίμα της Γιουγκοσλαβίας του 1968, μια εποχή όπου η ανάγκη για ιδεολογική χειραφέτηση συγκρουόταν βίαια με τους μηχανισμούς του μεταπολεμικού σοσιαλισμού και την κυριαρχία του Τίτο. Σε ένα περιβάλλον που σημαδεύτηκε από τη ρήξη με τον Στάλιν και την προσπάθεια επιβολής μιας ενιαίας κρατικής αλήθειας, ο Κις αρνήθηκε τη «ρεαλιστική αδράνεια» της εποχής του και χρησιμοποίησε τον αρχαίο μύθο ως ένα σύγχρονο «πολιτικό εργαστήριο». Η Ηλέκτρα του έγινε το όχημα για να αναδείξει πώς το ιστορικό τραύμα, η κρατική βία και οι «κατασκευασμένες αφηγήσεις» της εξουσίας διαβρώνουν την ανθρώπινη φύση. Ο Κις υπήρξε ένας συγγραφέας με βαθιά ιστορική ευαισθησία, που έβλεπε τη λογοτεχνία ως ένα μέσο αναμέτρησης με το ιστορικό τραύμα και τον ολοκληρωτισμό. Η επιλογή της Ηλέκτρας δεν ήταν τυχαία. Στο πρόσωπο της Ηλέκτρας, ο Κις βρήκε το ιδανικό όχημα για να μιλήσει για τη νεωτερική κρίση ταυτότητας.
– Στην Ηλέκτρα του, τι συμβαίνει με το «ματωμένο νήμα» που τη διατρέχει; Κατά πόσον συμφύρεται με το σύγχρονο εργαστήριο ιδεολογίας, στο οποίο την είχε μεταφέρει;
Στην Ηλέκτρα του Κις, το «ματωμένο νήμα» υπερβαίνει τα όρια του μύθου και μετατρέπεται σε έναν ζωντανό δεσμό ανάμεσα στην αρχαία μοίρα και τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα. Ο συγγραφέας αναπλαισιώνει την κλασική αφήγηση μέσα σε ένα «εργαστήριο ιδεολογίας», όπου η θεϊκή καθοδήγηση δίνει τη θέση της στην ασφυκτική πίεση της κρατικής βίας και των πολιτικών σκοπιμοτήτων. Σε αυτό το πλαίσιο, η εκδίκηση παύει να είναι μια προσωπική ηθική επιλογή και εργαλειοποιείται από τους μηχανισμούς της εξουσίας. Μέσα από το έργο, αναδεικνύεται η βίαιη σύγκρουση της ατομικής βούλησης με τις «κατασκευασμένες αλήθειες» που επιβάλλει το σύστημα για να επιβιώσει.
– Εκδίκηση; Δικαιοσύνη; Ή μόνο μίσος και φόβος; Και γιατί; Πώς το μίσος γίνεται η δύναμη που τους κινητοποιεί;
Το μίσος εδώ δεν είναι ένα τυφλό πάθος, αλλά μια αντίδραση στην παραποίηση της αλήθειας. Σε έναν κόσμο όπου η εξουσία κατασκευάζει την ιστορία κατά το δοκούν, η εκδίκηση γίνεται για την Ηλέκτρα ο μόνος δρόμος για να διασώσει τη μνήμη του πατέρα της. Η δικαιοσύνη και η εκδίκηση γίνονται ένα, γιατί στην κοσμοθεωρία του Κις, η σιωπή απέναντι στο έγκλημα είναι η χειρότερη μορφή ηθικής ήττας. Αυτή η αναμέτρηση παίρνει τη μορφή ενός «Θεάτρου της Σκληρότητας», όπου η βία και η ταραγμένη αντίληψη της ζωής αποκαλύπτουν την εσωτερική γύμνια των ηρώων. Η Ηλέκτρα δεν αναζητά απλώς αίμα, αλλά την αποκατάσταση μιας ηθικής τάξης που ο ολοκληρωτισμός και οι «κατασκευασμένες αφηγήσεις» προσπάθησαν να αφανίσουν. Με αυτόν τον τρόπο, η ηρωίδα μετατρέπεται σε έναν ζωντανό καθρέφτη της ιστορικής συνείδησης, αποδεικνύοντας πως όταν οι από μηχανής θεοί σιωπούν, η μόνη απάντηση στην πνευματική εξουθένωση είναι η ακλόνητη προσήλωση στην προσωπική αλήθεια, όσο οδυνηρό κι αν είναι το τίμημά της.
– Ο άνθρωπος, σήμερα, από τι παρακινείται; Και τι σχέση έχει η τέχνη με όσα τον προτρέπουν; Τον εμπνέει; τον κάνει πιο τολμηρό; ή μήπως τού είναι αδιάφορη;
Σήμερα, ο άνθρωπος κινείται μέσα σε έναν κυκεώνα υπαρξιακής αγωνίας και ραγδαίων ταχυτήτων, αναζητώντας συχνά το νόημα πίσω από τον θόρυβο της καθημερινότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, η τέχνη δεν αποτελεί μια απλή πολυτέλεια, αλλά την ίδια την αναπνοή της κοινωνίας· έναν πιστό καθρέφτη που δεν περιορίζεται στο να απεικονίζει την πραγματικότητα, αλλά την ανατέμνει, την αναδεικνύει και, όταν χρειάζεται, την καταδικάζει. Κάθε εποχή σμιλεύει τη δική της αισθητική γλώσσα, όμως ο κοινός παρονομαστής παραμένει η βαθιά, οργανική επαφή με τον θεατή. Η τέχνη έχει την ιαματική δύναμη να εξευμενίζει τα πάθη και να προσφέρει μια διέξοδο από το αδιέξοδο. Όπως εμβληματικά διατύπωσε και ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι, “η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο”. Για εκείνον, η τέχνη δεν ήταν μια διακοσμητική ενασχόληση, αλλά μια θεμελιώδης βιολογική και πνευματική ανάγκη: η δύναμη που αποκαλύπτει το φως ακόμα και μέσα στο απόλυτο σκοτάδι της ανθρώπινης ψυχής.
Έτσι, η τέχνη όχι μόνο εμπνέει τον άνθρωπο, αλλά τον καθιστά πιο τολμηρό, αφού του δίνει το θάρρος να αντικρίσει την αλήθεια του. Τον μεταμορφώνει από παθητικό δέκτη σε ενεργό συμμέτοχο της Ιστορίας, θυμίζοντάς του πως, όταν η τέχνη υπηρετεί την ομορφιά και την ηθική καθαρότητα, γίνεται η μόνη δύναμη που μπορεί να εξανθρωπίσει την πραγματικότητα και να προστατεύσει την ανθρωπότητα από την πνευματική κατάρρευση.
– Οι καλλιτέχνες που έζησαν στα προηγούμενα καθεστώτα της ανατολικής Ευρώπης, δυσκολεύτηκαν. Τώρα, πώς τους αντιμετωπίζει το κοινό;
Οι δημιουργοί που έζησαν υπό τα ολοκληρωτικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης βίωσαν τη δημιουργία ως μια επικίνδυνη πράξη αυτοθυσίας, όπου κάθε απόκλιση από την κρατική γραμμή συνεπαγόταν βαρύτατο προσωπικό κόστος. Σε ένα περιβάλλον ασφυκτικής λογοκρισίας, η τέχνη τους έγινε το ύστατο καταφύγιο ελευθερίας απέναντι στον συντηρητισμό και τις διώξεις. Σήμερα, το κοινό τούς αναγνωρίζει ως πνευματικούς επαναστάτες και σύμβολα θάρρους, μελετώντας το έργο τους με δέος ως μια ηρωική αντίσταση που κατάφερε να διασώσει την αλήθεια ανέπαφη μέσα σε έναν ανελεύθερο κόσμο.
– Ο Κις, όπως και άλλοι συγγραφείς, αποδομεί ένα κλασικό έργο για να δημιουργήσει κάτι. Σήμερα, που όλα αποδομούνται για να καταστραφούν, διαβάζεται; αγαπιέται;
Η αποδόμηση ενός κλασικού έργου από δημιουργούς όπως ο Κις δεν είναι μια αυθαίρετη ή ισοπεδωτική διαδικασία. Δεν γίνεται απλώς για να προκαλέσει αντιδράσεις ή για να καταστρέψει το πρωτότυπο. Αντίθετα, είναι μια βαθιά στοχαστική μελέτη που απαιτεί ακρίβεια και τεκμηριωμένη προσέγγιση. Κάθε αλλαγή, κάθε προσθήκη ή αφαίρεση, πρέπει να δικαιολογείται απόλυτα, ώστε το παρελθόν του αρχικού κειμένου να συναντά το παρόν του νέου έργου με τρόπο οργανικό και ουσιαστικό. Γι’ αυτό ακριβώς ο Κις συνεχίζει να διαβάζεται και να αγαπιέται. Η προσέγγισή του δεν καταστρέφει τον μύθο, αλλά τον φέρνει στο σήμερα, κάνοντάς τον προσβάσιμο και επίκαιρο. Ο καθένας μας μπορεί να ταυτιστεί με τα μεγάλα υπαρξιακά ερωτήματα που θέτει (την έννοια του μίσους, το βάρος της εκδίκησης και τη δίψα για δικαιοσύνη) καθώς αυτά παραμένουν αναλλοίωτα στο πέρασμα του χρόνου, συνδέοντας την αρχαία τραγωδία με την ανθρώπινη εμπειρία κάθε εποχής.
– Ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας;
Αυτή την περίοδο βρίσκομαι σε μια διαδικασία δημιουργικής αναζήτησης, μελετώντας κείμενα που έχουν την ίδια πνευματική ένταση και απαιτητικότητα με το έργο του Κις. Υπάρχουν ορισμένα σχέδια στα σκαριά, όμως προτιμώ να εστιάζω στην έρευνα και στην ουσιαστική προετοιμασία που απαιτεί κάθε νέα μετάφραση. Για μένα, σημασία έχει να επιλέγω έργα που έχουν κάτι βαθύ να πουν στο σήμερα, οπότε θα αφήσω το επόμενο βήμα να αποκαλυφθεί όταν θα είναι πλέον έτοιμο να συναντήσει το κοινό του.
To βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις saixpirikon_editions_bookstore.



