Master plan για τα εμβληματικά τείχη της Ακρόπολης

Eurokinissi

Δεν ήταν αυτά που έσωσαν την Ακρόπολη όταν οι Πέρσες έφθασαν ως εδώ. Τα «ξύλινα τείχη» για τα οποία χρησμοδότησε το Μαντείο των Δελφών, ήταν, βέβαια τα καράβια, όπως το είπε ο Θεμιστοκλής. Ωστόσο τα τείχη της Ακρόπολης, ό,τι αρχαιότερο σώζεται επί του Ιερού Βράχου, επί αιώνες την προφυλάσσουν από εχθρούς. Άλλοτε κάποια μέρη τους καταστρέφονται, και οι εχθροί περνάνε, άλλοτε μικρά κομμάτια πέφτουν ή γέρνουν χωρίς την παρέμβαση ανθρώπινων χεριών, άλλοτε τα νερά από τις βροχές ή από κάποια αποχέτευση δημιουργούν φθορές. Τα τείχη έχουν πλέον το δικό τους master plan η υλοποίηση του οποίου ξεκινά ύστερα και από την έγκριση του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου.

Οι ιστορικές καταρρεύσεις τμημάτων και οι συνεχείς επεμβάσεις στερέωσής τους, αποτελούν την βασική μαρτυρία ότι τα αρχαία τείχη παρ’ όλη τη προσεγμένη τους κατασκευή παρουσίασαν στατικά προβλήματα και σε ορισμένες περιπτώσεις κάτω από ισχυρές καταπονήσεις (σεισμούς, ωθήσεις γαιών) αστόχησαν. Σε περιοχές πάλι που αυτά διατηρούνται, έχουν υποστεί έντονες παραμορφώσεις. Χαρακτηριστική είναι η απόκλιση προς τα έξω του νότιου τείχους στη ΝΔ γωνία του Παρθενώνα.

Παρατηρούνται ακόμη παραμορφώσεις και φουσκώματα σε τμήματα των τειχών που οφείλονται πιθανότατα σε ωθήσεις γαιών, αποκόλληση των νεώτερων επενδύσεων, είτε και σε προβλήματα της θεμελιώσεως (ολίσθηση, υπερφόρτιση).

Η κίνηση του νερού αποτελεί ίσως τον σημαντικότερο παράγοντα φθοράς τους. Επί δεκαετίες λίμναζε στην επιφάνεια, μέχρι που, πρόσφατα, έγιναν έργα αποστράγγισης υπό την επίβλεψη του Μιχάλη Λεφαντζή. Αποθηκεύονταν σε μεγάλες ποσότητες στις επιχώσεις αυξάνοντας τις πλάγιες ωθήσεις. Εξατμίζονταν σταδιακά από την τοιχοποιία προκαλώντας διάβρωση και τέλος απέρρεαν στην επιφάνεια του βράχου δημιουργώντας προβλήματα στην θεμελίωση. Η έντονη, κατά θέσεις, υγρασία έδειξε ότι τα νερά εισχωρούν ανεξέλεγκτα στη μάζα του τείχους και ακολουθούν τυχαία πορεία, αποτέλεσμα της οποίας είναι οι έντονες εξαλλοιώσεις του πετρώματος.

Καταρρεύσεις τμημάτων

Σύμφωνα με παλαιότερη μελέτη που είχαν συντάξει ο Μανόλης Κορρές, πρόεδρος της Επιτροπής Συντηρήσεως Μνημείων Ακροπόλεως και ο Πέτρος Κουφόπουλος, «η διάβρωση και αποσάθρωση του αρχαίου τείχους, με την ταυτόχρονη μείωση των μηχανικών χαρακτηριστικών του, είχε ως αποτέλεσμα τμήματά του να καταπέσουν. Οι περιοχές αυτές συμπληρώθηκαν, σε διάφορες περιόδους, με διάφορα υλικά και διαφορετικές τεχνοτροπίες από τη αρχαία δόμηση. Στις νέες κατασκευές χρησιμοποιήθηκαν δόμοι μικρότερων διαστάσεων από την αρχική καθώς και χρήση κονιάματος.

Τμήματα των νέων προσθηκών μετά από διάβρωση και αποσάθρωση του κονιάματος κατέπεσαν και έγιναν νέες συμπληρώσεις, με αποτέλεσμα ο τοίχος στην εξωτερική του όψη να παρουσιάζει ποικίλες τεχνοτροπίες και υλικά δόμησης τόσο σε σύσταση όσο και σε γεωμετρία. Μεγάλες ζημίες, επίσης, προκλήθηκαν από βομβαρδισμούς που δημιούργησαν διάκενα στο τείχος και χαλάρωση της δομής του.

Στις μεγάλες αναστηλώσεις του Ν. Μπαλάνου έγιναν εκτεταμένες εργασίες, κυρίως στη νότια πλευρά για τη στερέωση και προστασία του τείχους. Κατασκευάστηκαν υψηλά τείχη με τη χρήση  λίθων μικρών διαστάσεων και συνδετικό υλικό από κονίαμα. Η εξαλλοίωση του κονιάματος οδήγησε σήμερα το εξωτερικό συμπλήρωμα στη νότια πλευρά να βρίσκεται κατά τόπους σε οριακή κατάσταση ισορροπίας, έτοιμο να καταπέσει με κίνδυνο να προκληθεί αλυσιδωτή κατάπτωση των υπερκείμενων δόμων καθώς και προβλήματα γενικότερης ευστάθειας του αρχαίου τείχους. Στις περιοχές που έχουν αποσπαστεί δόμοι διακρίνεται ότι η σύνδεση του εξωτερικού συμπληρώματος με το αρχαίο τείχος γινόταν μέσω κονιάματος. Η εξαλλοίωση κυρίως του κονιάματος, έχει ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει σήμερα πρόσφυση (σύνδεση) του εξωτερικού συμπληρώματος με το εσωτερικό αρχαίο τείχος.

Από την κατάταξη που έγινε, προκύπτει ότι τα βόρεια πρανή έχουν αυξημένο βαθμό επικινδυνότητας καταπτώσεων βραχοτεμαχίων. Ως πλέον κρίσιμες περιοχές προσδιορίζονται αυτές του νότιου τείχους με τα μεγάλα ύψη επιχώσεων  καθώς και μια περιοχή με λειτουργία τοίχου αντιστήριξης.

Από τα μυκηναϊκά χρόνια

Η μελέτη στηρίχθηκε και στην έκθεση της ειδικής εμπειρογνώμονος Μαίρης Ιωαννίδου, που έχει χρηματίσει διευθύντρια της Υπηρεσίας Συντήρησης Μνημείων Ακροπόλεως, αναφέρει πως η Ακρόπολη τειχίστηκε για πρώτη φορά τον 13ο αιώνα π.Χ. δηλαδή επί Μυκηναϊκής Εποχής.

Τμήματα αυτής της οχύρωσης πιθανόν διασώζονταν έως τους περσικούς πολέμους, όταν καταστρέφονται τα ιερά και τα τείχη της Αθήνας από τους Πέρσες. Μετά την επάνοδο των Αθηναίων ξεκινά η κατασκευή νέων τειχών. Αρχικά, επί Θεμιστοκλή κατασκευάζεται το βόρειο τείχος ενώ λίγο αργότερα, επί Κίμωνα, το ανατολικό και νότιο με τα λάφυρα από τη νίκη στον Ευρυμέδοντα ποταμό (469 ή 466π.Χ.).

Η δυτική πρόσβαση, με την κατασκευή των Προπυλαίων το 437-432 π.Χ., χάνει τον οχυρωματικό της χαρακτήρα. Η πλευρά αυτή οχυρώνεται κατά την ύστερη ρωμαϊκή περίοδο, πιθανόν μετά την επιδρομή των Ερούλων το 267 μ.Χ. Τότε ή λίγο αργότερα ανακατασκευάζεται το ανατολικό τμήμα του βορείου τείχους και συμπληρώνεται το βορειότερο τμήμα του ανατολικού.

Κατά τη βυζαντινή περίοδο πιθανολογείται ότι διατηρείται το ίδιο αμυντικό σύστημα, χωρίς ιδιαίτερες μεταβολές. Την περίοδο της Φραγκοκρατίας (1204-1456) ανεγείρεται ψηλός ορθογώνιος πύργος στη νότια πτέρυγα των Προπυλαίων, ενώ γενικότερα φαίνεται πως υπάρχει πρόνοια για την ενίσχυση της δυτικής πλευράς. Στους οθωμανικούς χρόνους (1456-1833) τα τείχη προσαρμόζονται στις απαιτήσεις των πυροβόλων όπλων και ενισχύονται περαιτέρω, ιδίως στη δυτική πλευρά.

Εκτεταμένες επισκευές και ανακατασκευές φαίνεται ότι απαιτήθηκαν μετά τον σεισμό του 1705 ενώ σοβαρές βλάβες προκλήθηκαν και από τις μάχες κατά την Επανάσταση. Το 1834 αποφασίζεται η απομάκρυνση των τειχών «δίχως αρχαιολογική ή ιστορική αξία» και ξεκινούν οι συστηματικές εργασίες καθαίρεσης των μεσαιωνικών και οθωμανικών φάσεων(κατεδάφιση οχυρώσεων δυτικής πλευράς και επάλξεων).

Εργασίες στερέωσης πραγματοποιούνται το πρώτο ήμισυ του 20ου αι. από τον Μπαλάνο (1899-1938) και τον Ορλάνδο (1947-1949), οι οποίες έχουν στόχο πρωτίστως την αντιμετώπιση δομικών και στατικών προβλημάτων.

Η αρχιτέκτονας Χρ. Πινάτση σημειώνει στην ίδια μελέτη πως κάθε οικοδομική φάση «εκφράζει τον τρόπο με τον οποίο η αντίστοιχη εποχή αντιμετώπιζε τις αμυντικές ανάγκες του κορυφαίου ιερού και οχυρού της πόλεως, και οι ζημιές συνδέονται συχνά με τα αποτελέσματα των μαχών που δόθηκαν για την ανάκτησή του, μεταξύ των οποίων και αυτές του Αγώνα της Ανεξαρτησίας».

Παλίμψηστο

Το τείχος της Ακρόπολης χαρακτηρίζεται ως «μοναδικό μνημείο στο οποίο το παλίμψηστο των διαδοχικών κατασκευαστικών φάσεων όχι μόνο διατηρήθηκε αλλά και επαυξήθηκε με νέες κατασκευές, χωρίς πρόθεση ανάκτησης της αρχικής μορφής. Λόγω της οχυρωματικής και στατικής τους λειτουργίας, τα τείχη καθίστανται πρωτίστως φορέας ιστορικής μνήμης». Χωρίς ωστόσο «να παύουν να διαμορφώνουν το περιβάλλον των σπουδαίων ναών της Ακροπόλεως».

Ως προς τα δομικά προβλήματα, αναφέρονται εγγενή προβλήματα της κατασκευής (υλικό, βράχος, τρόπος έδρασης), τα οποία εκδηλώνονται με διάφορους τρόπους (ρηγματώσεις, αποκλίσεις, καθιζήσεις, καταρρεύσεις). Δομικό πρόβλημα εντοπίζεται σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό σε ολόκληρο το νότιο τείχος, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από τις παλιότερες επεμβάσεις και οδήγησε στην αντιστήριξη με αντηρίδες και σε επενδύσεις ολόκληρων περιοχών. Τα οικοδομικά προβλήματα σχετίζονται κυρίως με τη δράση του νερού και της υγρασίας, η οποία οδηγεί σε φαινόμενα διάβρωσης, ιδίως στο βόρειο τείχος (από επιφανειακή φθορά έως την πλήρη αποσάθρωση και αποκόλληση τμημάτων του πωρολίθου). Προβλήματα εμφανίζουν και οι συμπληρώσεις ενώ η κατάσταση επιδεινώνεται από τη χρήση τσιμεντοκονιάματος.

Σε αυτό το ευρύ πλαίσιο, προτείνεται λοιπόν η αποκατάσταση της κλασικής δομής σε 3 περιπτώσεις: Α) νησίδες νεώτερης λιθοδομής ή/και κονιάματα μικρής κλίμακας του 20ου αι. κυρίως, που έχουν αντικαταστήσει το πρόσωπο μεμονωμένων λιθοπλίνθων ή ομάδων λίθων (κατά τόπους σε όλη την έκταση του βόρειου τείχους, στην ΝΑ γωνία και κατά τόπους στο τείχος).

Β) Εκτεταμένες συμπληρώσεις, εκατέρωθεν των οποίων διατηρούνται ικανά τμήματα του κλασικού, τα οποία ήταν εμφανώς συνεχόμενα

Γ) περιοχές όμορες με κλασικές, όπου η αρχαία δομή διατηρείται όπισθεν την αργολιθοδομής και σποραδικά στην όψη.

Ως προς το νότιο τείχος, δεν προτείνεται εν γένει η ανακατασκευή της κλασικής δομής(θα αφορούσε το σύνολο του προσώπου του κλασικού τείχους), λόγω της επιφύλαξης της επάλειψης μιας εκτεταμένης ιστορικής / οικοδομικής φάσης, της έκτασης της επέμβασης, της αναγκαιότητας διατήρησης των αξιόλογων μεσαιωνικών κατασκευών και διαφόρων άλλων δομικών προβλημάτων. Εδώ, προτείνονται αρμολογήματα και τοπικές συμπληρώσεις με αργολιθοδομή των οθωμανικών και νεώτερων κατασκευών. Η αποκατάσταση της αρχαίας τοιχοποιίας θα πραγματοποιηθεί στη ΝΑ γωνία, και στην περιοχή δυτικά της 13ης αντηρίδας. Τέλος, προτείνεται η απομάκρυνση της επένδυσης Μπαλάνου στο δυτικό άκρο του τείχους και αποκατάσταση της αρχικής μορφής, για μήκος 12μ.

Αγγελική Κώττη

Διαβάστε επίσης