Πολυτεχνείο – Κτήριο Γκίνη: Αναβάθμιση πρότυπο για το εγκαταλελειμμένο αριστούργημα

Υπήρξε ένα από τα ωραιότερα κτίρια της εποχής του, τώρα όμως, ύστερα από εγκατάλειψη χρόνων, απομένει κλειστό και παραμελημένο. Κάποτε έσφυζε από ζωή και φιλοξενούσε τα όνειρα των φοιτητών, ενώ κατόπιν μετατράπηκε μέχρι και σε άτυπο εντευκτήριο αστέγων, έως ότου άδειασε, με την εκκένωση του συγκροτήματος από στοιχεία άσχετα με την εκπαίδευση. Όλα αυτά θα αλλάξουν σύντομα για το διατηρητέο κτήριο Γκίνη του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.

*Γράφει η Αγγελική Κώττη

Με τη συνολική αλλαγή του χώρου και αναβάθμιση των κτηρίων, αλλαγή που θα βοηθήσει ιδιαίτερα το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, το κτήριο Γκίνη θα αποτελέσει το Μορφωτικό – Τεχνολογικό – Πολιτιστικό Κέντρο του ΕΜΠ. Θα διαθέτει συνεδριακό κέντρο «Τεχνών και Επιστημών», Μουσείο τεχνολογίας, Κέντρο Τεχνολογικής Αιχμής και, κυρίως, γραφειακοί, ερευνητικοί χώροι και κοινόχρηστοι χώροι αναψυχής και συνάθροισης που θα αποτελέσουν την καρδιά της ακαδηµαϊκής συναναστροφής,. Αυτό, δηλαδή, που απουσιάζει από το Συγκρότηµα Πατησίων σήµερα.

Το Κεντρικό Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων συζήτησε την Τεχνική Έκθεση, τον Προϋπολογισμό, τα Τεύχη και Σχέδια της Προμελέτης για το έργο με τίτλο «Επιχορήγηση του ΕΜΠ για διερευνητικές εργασίες και στρατηγικές για την αποκατάσταση και επαναλειτουργία του κτηρίου Γκίνη στο πλαίσιο της ανάδειξης του Συγκροτήματος Πατησίων». Το θέμα υπεβλήθη από τον Ευάγγελο Σαπουντζάκη, Αντιπρύτανη Οικονομικών, Προγραμματισμού και Ανάπτυξης ΕΜΠ. Η µελέτη αποβλέπει στη χαρτογράφηση των σχέσεων και την εξέταση των συνθηκών που θα επιτρέψουν την εκ νέου ένταξη του ιστορικού συγκροτήµατος στον αστικό ιστό µε γνώµονα την επιδίωξη θετικών συνεργειών που µπορούν να επιτευχθούν µε την αποκατάσταση και επαναλειτουργία του συγκεκριμένου κτηρίου.

Εμβληματικό κτήριο
Το κτήριο Γκίνη είναι εμβληματικό κτήριο. Έχει μνημειακή όψη στην οδό Στουρνάρη, στέγασε για πολλές δεκαετίες τη Σχολή Πολιτικών Μηχανικών και φέρει το όνομα του καθηγητή και διευθυντή της (πρύτανη) Άγγελου Γκίνη που συνέβαλε στη διαμόρφωση του σύγχρονου Πολυτεχνείου μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο. Η παλιά πτέρυγα οικοδομήθηκε τη δεκαετία του 1920 σε σχέδια του αρχιτέκτονα Κώστα Κιτσίκη, μετέπειτα καθηγητή και κοσμήτορα της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών, που ανέλαβε επίσης της επέκτασή του με προσθήκες και νέα πτέρυγα στις δεκαετίες του 1950 και 60. Είναι διατηρητέο ιστορικό μνημείο, όπως και τα άλλα κτίρια του συγκροτήματος, «για κοινωνικούς, αρχιτεκτονικούς, τεχνικούς, ιστορικούς και επιστημονικούς λόγους».
Διαθέτει πέντε αμφιθέατρα των 250 θέσεων, τέσσερα από τα οποία είναι επάλληλα στη νέα πτέρυγα, πολλές μεγάλες αίθουσες με ευελιξία χρήσεων και ευρείς κοινόχρηστους χώρους γύρω από το μνημειακό κλιμακοστάσιο. Παρά την ιστορική μορφολογία του, είναι μια στιβαρή κατασκευή από φέρουσα λιθοδομή και οπλισμένο σκυρόδεμα. Μετά τη μεταφορά πολλών Σχολών του ΕΜΠ στην Πολυτεχνειούπολη Ζωγράφου, το κτίριο παρήκμασε και εφθάρη. Σήμερα είναι κλειστό και δεν μπορεί να επαναλειτουργήσει χωρίς ολοκληρωμένη αποκατάσταση.

Επί Αγγελου Γκίνη

Τα κτήρια του πρώτου πυρήνα φέρουν την υπογραφή του Λύσανδρου Καυταντζόγλου, τοποθετούνται χρονικά στη δεκαετία του 1860 και είναι αριστουργηματικά. Η πρωτοβουλία της πλήρους αναδιοργάνωσης της τεχνικής εκπαίδευσης ανελήφθη στην περίοδο της πρώτης διακυβέρνησης του Βενιζέλου, με επισπεύδοντα τον διευθυντή (πρύτανη) Άγγελο Γκίνη, και αποτέλεσε αφετηρία του Πολυτεχνείου που γνωρίζουμε στις μέρες μας, δηλαδή του ανώτατου τεχνολογικού ιδρύματος με αυτόνομες Σχολές.
Η αναδιοργάνωση θεσπίστηκε με τον Νόμο 388 στις 17 Νοεμβρίου 1914 και ενεργοποιήθηκε, λόγω των συνθηκών του διχασμού και του πολέμου, με το Νόμο 980 στις 24 Οκτωβρίου 1917. Θα υπήρχαν πέντε Σχολές: Πολιτικών Μηχανικών, Μηχανολόγων και Ηλεκτρολόγων, Αρχιτεκτόνων, Χημικών Μηχανικών και Τοπογράφων Μηχανικών. Για τη στέγαση των αναγκών τους ήταν απαραίτητη η επέκταση του Πολυτεχνείου πίσω από τα κτίρια του Καυταντζόγλου. Ο σχεδιασμός προέβλεπε 1000 με 1150 σπουδαστές: 300 Πολιτικούς Μηχανικούς, 250 Μηχανολόγους, 200-250 Χημικούς Μηχανικούς, 150-200 Αρχιτέκτονες και 100-150 Τοπογράφους.

Τα χρόνια ήταν δύσκολα, για πολιτικούς κυρίως λόγους, ο Γκίνης εξέπεσε του αξιώματος την περίοδο 1920-22 ως βενιζελικός, αλλά επανήλθε αργότερα. Είχε συμβεί όμως η Μικρασιατική καταστροφή. Τα έργα σταμάτησαν για καιρό και ο πρώτος όροφος ολοκληρώθηκε το 1932. Το 1939, όταν ο Κιτσίκης δημοσίευσε «Τα νέα κτίρια του Πολυτεχνείου» στα Τεχνικά Χρονικά, 4 είχαν ολοκληρωθεί και λειτουργούσαν οι δύο όροφοι. Σε σύγκριση με το αρχικό σχέδιο, το υλοποιημένο κτίριο δείχνει λιτό και συγκρατημένα κλασικό, παρά το κλασικό πρόπυλο και εντυπωσιακό προοπτικό του εσωτερικού Hall στο ισόγειο της οδού Στουρνάρα. Ολοκληρώθηκε σε τέσσερις φάσεις μέχρι το 1965 (η τελευταία έγινε σε συνεργασία του Κιτσίκη με τον αρχιτέκτονα Περικλή Γεωργακόπουλο).

Σε αυτό αποτυπώνονται τα οράματα και οι αντιθέσεις του νέου ελληνισμού στη μακρά διάρκεια των 100 χρόνων από το 1920 μέχρι σήμερα. Αποτελεί μια συμπύκνωση της νεότερης ελληνικής αρχιτεκτονικής με τις αντιφάσεις και τη νεωτερικότητα που τη χαρακτηρίζουν. Ένα κτίριο εντελώς μοντέρνο, λειτουργικά και οικοδομικά, αλλά συντηρητικό, στη μορφή και την αισθητική, κατασκευασμένο προσθετικά και μεταλλαγμένο προσαρμοστικά ώστε να αποκτά δομή που να ανταποκρίνεται σε διαρκώς νέες συνθήκες, είναι σαν τα μυθικά όντα του ιδανικού παρελθόντος, που είναι υβριδικά. Για αυτό είναι ξεχωριστό και μοναδικό, δικαίως χαρακτηρισμένο μνημείο και έργο τέχνης, επειδή εκφράζει ένα κόσμο που εκτινάσσεται προς τα εμπρός χωρίς να αποδεσμεύεται από το παρελθόν του.

Παράδειγμα εκσυγχρονισμού

Η τωρινή του αποκατάσταση περικλείει και τον στόχο «να αποτελέσει ένα πρότυπο παράδειγµα εκσυγχρονισµού και αναβάθµισης της ενεργειακής του απόδοσης στην ανώτατη δυνατή βαθµίδα (κτίριο Κλάσης Α / Α+) µε χαρακτηριστικά ΖΕΒ (κτίριο µηδενικού ενεργειακού ισοζυγίου), εγχείρηµα που θα είναι το πρώτο για παρόµοιου τύπου και όγκου κτίρια στην Ελλάδα.
Η ιστορικότητά του, δεν είναι αποτέλεσµα µιας τυπικής κριτικής διαδικασίας, αλλά ορίζεται από τη σχέση που αυτό έχει αναπτύξει στο πέρασµα του χρόνου µε το περιβάλλον του. Ο ιστορικός χαρακτήρας του κτίσµατος, αποδίδεται ως συνέπεια µιας σειράς αλληλεπιδράσεων τόσο των χρηστών του, όσο και γενικότερα της ευρύτερης κοινωνίας και του περιβάλλοντός του µε αυτό.
Ειδικότερα, κάθε ιστορικό κτίριο είναι αυτό που µας προκαλεί να εξερευνήσουµε την ιστορία όχι µόνο του ίδιου αλλά και του τόπου και της κοινωνίας από την οποία “γεννήθηκε” και µπορεί να µας αποκαλύψει σηµαντικές αξίες, όπως αρχιτεκτονικές, αισθητικές, ιστορικές, αρχαιολογικές, κοινωνικές, πολιτικές και πλήθος άλλων. Το ιστορικό κτίριο δηλαδή, λειτουργεί ως φορέας πολιτιστικών αξιών.

Ετσι, στις προτάσεις εμπεριέχονται: (α) η δοµική αποκατάσταση που θα εξασφαλίζει την ιδεατή στατική λειτουργία, υπηρετώντας την πολύµορφη αρχιτεκτονική έκφραση, (β) η νέα λειτουργική οργάνωση στο διατηρητέο κέλυφος, έτσι ώστε να αναδεικνύεται η σύνθετη αρχιτεκτονική έκφραση, συµβάλλοντας στην κατεύθυνση της προστασίας µνηµείων, και (γ) η περιβαλλοντική διαχείριση του συνόλου ώστε να καταστεί ένα πρότυπο και ενεργειακά παθητικό πράσινο κτίριο.

Αγγελική Κώττη