Ο πρώτος διπλωμάτης που έκλεψε γλυπτά από τον Παρθενώνα δεν ήταν ο Βρετανός Ελγιν, αλλά ο Γάλλος Φοβέλ. Αυτά που δολίως και τεχνηέντως απέσπασε, υπάρχει πλέον πιθανότητα να μπορούμε να τα διεκδικήσουμε. Η Γαλλική Δημοκρατία ψήφισε στις αρχές του μήνα έναν νόμο που επιτρέπει την κατάθεση αιτήματος από την πλευρά μας, καθώς ο νόμος παρακάμπτει το «αναπαλλοτρίωτο» των Μουσείων. Αν και έγινε κυρίως για να αντιμετωπίσει το αποικιοκρατικό παρελθόν της Γαλλίας, δημιουργεί ένα τεράστιο διεθνές δεδικασμένο.
Ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν είχε εκφράσει στον Κυριάκο Μητσοτάκη τη συμφωνία του για κάποιο δάνειο από το Λούβρο, όπου εκτίθενται μια πλάκα της ζωφόρου του Παρθενώνα, μία μετόπη, ένα κεφαλάκι από άλλη πλάκα και ένα από άλλη μετόπη και, ενδεχομένως, ένα κεφαλάκι αρχαϊκού γλυπτού από τον Ιερό Βράχο. Τελικά ο δανεισμός δεν έγινε, καθώς η τακτική μας επικεντρώθηκε στο να μη δανειζόμαστε αλλά να πιέζουμε το Βρετανικό Μουσείο να μας επιστρέψει όσα – πολλά – μας έχει κλέψει. Η πρόθεση Μακρόν, όμως, για επιστροφές αρχαιοτήτων που είχαν παρανόμως εξαχθεί από τρίτες χώρες, υπήρχε και εκφράζεται τώρα με αυτόν τον νόμο.
Τα βασικά σημεία του νέου γαλλικού νόμου περιλαμβάνουν:
– Παράκαμψη του «Αναπαλλοτρίωτου» των Μουσείων
Μέχρι σήμερα, η γαλλική νομοθεσία όριζε ότι τα αντικείμενα των δημόσιων συλλογών (όπως του Λούβρου) είναι «αναπαλλοτρίωτα» (inaliénables). Για να επιστραφεί έστω και ένα αρχαίο αντικείμενο, έπρεπε η γαλλική κυβέρνηση να ψηφίσει έναν ξεχωριστό, ειδικό νόμο στη Βουλή, μια διαδικασία εξαιρετικά χρονοβόρα. Ο νέος νόμος καταργεί αυτή την ανάγκη. Πλέον, η επιστροφή μπορεί να γίνει απευθείας με ένα κυβερνητικό διάταγμα (décret).
– Προϋπόθεση η «Παράνομη Ιδιοποίηση»
Ο νόμος ορίζει ότι δικαίωμα επιστροφής έχουν τα έργα τέχνης και οι αρχαιότητες που αποκτήθηκαν μέσω παράνομης ιδιοποίησης (appropriation illicite), η οποία περιλαμβάνει:
Λεηλασίες και κλοπές σε περιόδους πολέμων ή αποικιοκρατίας.
Αναγκαστικές πωλήσεις κάτω από καθεστώς πίεσης ή απειλής.
Η γαλλική απόφαση ασκεί πίεση στη Μεγάλη Βρετανία.
Το βασικό επιχείρημα του Βρετανικού Μουσείου είναι ότι «ο νόμος δεν μας επιτρέπει να επιστρέψουμε τίποτα». Η κίνηση της Γαλλίας να αλλάξει τον δικό της αντίστοιχο νόμο αφήνει τη Βρετανία απομονωμένη διεθνώς. Η Ελλάδα μπορεί να χρησιμοποιήσει το γαλλικό παράδειγμα σε όλα τα διεθνή φόρουμ (π.χ. στην UNESCO) για να δείξει ότι όταν υπάρχει πολιτική βούληση, οι νόμοι αλλάζουν
Ειδικά για τα γλυπτά μας που είναι στο Λούβρο, η Ελλάδα μπορεί πλέον να πατήσει πάνω σε αυτόν τον νέο νόμο για να διεκδικήσει επίσημα και μόνιμα την Πλάκα των Εργαστίνων τη Μετόπη της Κενταυρομαχίας και τα θραύσματα, αποδεικνύοντας ότι αποσπάστηκαν παράνομα από την οθωμανική Αθήνα. Η χώρα μας μπορεί να καταθέσει επίσημο φάκελο διεκδίκησης. Το επιχείρημά της μπορεί να είναι πως τα έργα αυτά αποσπάστηκαν από τον Γάλλο πρόξενο Fauvel το 1784, κατά την περίοδο της Οθωμανικής κατοχής, χωρίς καμία νόμιμη άδεια από την κυρίαρχη αρχή της Αθήνας. Εμπίπτουν ξεκάθαρα στον ορισμό της παράνομης αφαίρεσης.
Σύμφωνα με τη διαδικασία του νέου νόμου, κάθε αίτημα εξετάζεται από μια κοινή διμερή επιστημονική επιτροπή (Γάλλων και ξένων εμπειρογνωμόνων) που μελετά την ιστορική διαδρομή (provenance) του αντικειμένου.
Το πιο ισχυρό όπλο μας για τη νέα διεκδίκηση είναι τα ίδια τα γραπτά του Γάλλου προξένου. Σε επιστολή του προς τον εργοδότη του, τον πρεσβευτή Choiseul-Gouffier, ο Fauvel περιγράφει με κυνικό τρόπο πώς εκμεταλλεύτηκε τη δωροδοκία για να κλέψει την Πλάκα των Εργαστίνων. Έγραψε χαρακτηριστικά ότι «έπεσε» ένα κομμάτι από τη ζωφόρο και εκείνος δωροδόκησε τους Οθωμανούς φρουρούς της Ακρόπολης με λίγα γρόσια για να κάνουν τα στραβά μάτια, ώστε να το μεταφέρει κρυφά στο σπίτι του στην Πλάκας. Αυτό αποτελεί ξεκάθαρη γραπτή απόδειξη «παράνομης ιδιοποίησης» (appropriation illicite) χωρίς επίσημο οθωμανικό φιρμάνι ή νόμιμη άδεια.
Ο Fauvel δεν είχε άδεια ανασκαφής. Εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του ως πρόξενος της Γαλλίας, πραγματοποιούσε λαθραίες ανασκαφές γύρω από τον Παρθενώνα. Ιστορικά αρχεία δείχνουν ότι πλήρωνε ντόπιους εργάτες να σκάβουν νύχτα στα χαλάσματα του ναού για να βρει κομμάτια που είχαν πέσει από τις μετόπες και τα αετώματα μετά την ανατίναξη του Μοροζίνι (έτσι εντοπίστηκε και η κεφαλή του Λαπίθη).
Όταν ξέσπασε η Γαλλική Επανάσταση (1789), ο εργοδότης του Fauvel (ο πρεσβευτής Choiseul-Gouffier) θεωρήθηκε βασιλικός και προδότης. Το γαλλικό κράτος κατέσχεσε όλη την περιουσία του, συμπεριλαμβανομένων των γλυπτών του Παρθενώνα που είχαν μεταφερθεί εν τω μεταξύ στη Γαλλία. Επομένως, το γαλλικό κράτος απέκτησε τα γλυπτά μέσω μιας εσωτερικής δήμευσης περιουσίας, και όχι μέσω κάποιας νόμιμης αγοράς ή διακρατικής συμφωνίας με την Ελλάδα ή την τότε κυβέρνηση της Αθήνας.
Την άποψη ότι με βάση την νέα γαλλική νομοθεσία που υιοθετήθηκε στις 7 Μαΐου πληρούνται οι προϋποθέσεις για την επιστροφή στην Αθήνα τουλάχιστον ορισμένων εκ των γλυπτών του Παρθενώνα που βρίσκονται στο Λούβρο, υποστηρίζει σε άρθρο της στην γαλλική εφημερίδα Le Monde η δικηγόρος και ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας (CNRS) Κατερίνα Τιτή.
Στην άρθρο της αναφέρει ανάμεσα σε άλλα: «Η οριστική υιοθέτηση από το Γαλλικό Κοινοβούλιο του νέου νόμου για την επιστροφή πολιτιστικών αγαθών, χαρακτηρίστηκε ιστορική και πιθανότατα είναι» υπογραμμίζει η Ελληνίδα ερευνήτρια επισημαίνοντας ωστόσο ότι ο νέος νόμος θέτει σημαντικούς περιορισμούς. Πρώτον, καθιερώνει ένα χρονικό όριο: το 1815. Μόνο οι παράνομες κτήσεις μετά από αυτή την ημερομηνία εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.
«Για να κατανοηθεί η πραγματική εμβέλεια του νόμου, πρέπει να πραγματοποιηθεί εις βάθος έρευνα σχετικά με την προέλευση κάθε αρχαιολογικού αντικειμένου, γεγονός που συχνά δυσχεραίνεται από την έλλειψη εύκολα προσβάσιμων πληροφοριών» σημειώνει η Κατερίνα Τιτή, επισημαίνοντας ότι η εξέταση μιας συγκεκριμένης περίπτωσης — των θραυσμάτων του Παρθενώνα στο Μουσείο του Λούβρου — μπορεί να αποδειχθεί ιδιαίτερα διαφωτιστική.
Όπως αναφέρει, το Μουσείο του Λούβρου διατηρεί μεγάλο αριθμό ελληνικών αρχαιοτήτων, ανάμεσά τους και ορισμένα γλυπτά του Παρθενώνα — κάποια επιβεβαιωμένα, άλλα πιθανολογούμενα. Δύο από αυτά «ανακαλύφθηκαν» το 1788 και το 1789 από τον Λουί Φρανσουά Σεμπαστιάν Φοβέλ (1753-1838), ζωγράφο, διπλωμάτη και αρχαιολόγο, ο οποίος τότε εργαζόταν για τον πρέσβη της Γαλλίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ο Φοβέλ, όπως αναφέρεται στο άρθρο, είχε λάβει σαφείς οδηγίες από τον εργοδότη του, τα λόγια του οποίου έχουν μείνει στην ιστορία: «Πάρτε ό,τι μπορείτε, χρησιμοποιήστε κάθε δυνατό τρόπο, αγαπητέ μου, για να λεηλατήσετε στην Αθήνα και στην επικράτειά της οτιδήποτε μπορεί να λεηλατηθεί (…). Μη λυπηθείτε ούτε τους νεκρούς ούτε τους ζωντανούς».
Συνεχίζοντας η Κατερίνα Τιτή αναφέρει τα εξής: «Όταν έφτασε στη Γαλλία, το πρώτο από αυτά τα δύο θραύσματα, το οποίο ανήκει στη ζωφόρο του Παρθενώνα και είναι γνωστό ως η πλάκα με τις Εργαστίνες, κατασχέθηκε από τους επαναστάτες το 1792. Η ένταξή του, επομένως, στη δημόσια περιουσία προηγείται του χρονολογικού ορόσημου του 1815. Τι συμβαίνει όμως με μια μετόπη (τμήμα ανάγλυφης παράστασης σε εσοχή) που απεικονίζει έναν κένταυρο και μία Λαπιθίδα; Αυτό αποκτήθηκε από το Μουσείο του Λούβρου το 1818, κατά τη διάρκεια δημοπρασίας. Επομένως, θα μπορούσε να εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του νόμου και να επιστραφεί. Τα υπόλοιπα θραύσματα που θεωρείται ότι ανήκουν στον Παρθενώνα αποκτήθηκαν πολύ αργότερα. Μία κεφαλή που ανήκε σε μετόπη πωλήθηκε στο Μουσείο του Λούβρου το 1880. Μια άλλη κεφαλή πωλήθηκε το 1927 ενώ μια τρίτη κεφαλή, η οποία ενδέχεται να προέρχεται από τη ζωφόρο, δωρήθηκε το 1916».
«Και τι ισχύει για την πλάκα με τις Εργαστίνες, της οποίας η επιστροφή δεν μπορεί να βασιστεί στον νόμο λόγω της χρονολογίας απόκτησής της; Τα αιτήματα που δεν εμπίπτουν στο χρονικό πεδίο του νόμου δεν επωφελούνται από την απλουστευμένη διαδικασία του. Ωστόσο, η επιστροφή μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω της ψήφισης ειδικού νόμου κατά περίπτωση».
Το Μουσείο του Λούβρου διαθέτει έναν πολύ σημαντικό, αυθεντικό λίθο (πλάκα) από τη ζωφόρο του Παρθενώνα.
Πρόκειται για το τμήμα της Ανατολικής Ζωφόρου που είναι γνωστό ως η «Πλάκα των Εργαστίνων» (Slab of the Ergastines / Plaque des Ergastines).
Δείχνει έξι νεαρές Αθηναίες, τις Εργαστίνες, οι οποίες ήταν υπεύθυνες για την ύφανση του ιερού Πέπλου που προσφερόταν στη θεά Αθηνά κατά τη διάρκεια των Μεγάλων Παναθηναίων. Στο ανάγλυφο, οι κοπέλες προχωρούν με τελετουργική ηρεμία και τις υποδέχονται δύο ιερείς ή οργανωτές της πομπής.
Η μετόπη είναι μία από τις 92 μετόπες που κοσμούσαν τον αρχαίο ναό, προτού οι Οθωμανικές δυνάμεις τον μετατρέψουν σε αποθήκη πυρομαχικών και οι Βενετοί τον βομβαρδίσουν κατά τη διάρκεια πολιορκίας της Αθήνας το 1687. Οι μετόπες της νότιας όψης είχαν ως θέμα τη μάχη των Λαπίθων με τους Κενταύρους, τη γνωστή Κενταυρομαχία, στην οποία πήρε μέρος ο μυθικός βασιλιάς των Αθηνών, Θησέας
Η Κεφαλή Laborde (Κεφαλή της Ίριδας) ανήκει στο Δυτικό Αέτωμα του Παρθενώνα. Το υπόλοιπο σώμα της θεάς είναι μοιρασμένο ανάμεσα στο Βρετανικό Μουσείο και στο Μουσείο της Ακρόπολης. Θεωρείται κατά πάσα πιθανότητα η κεφαλή της θεάς Ίριδας (της αγγελιοφόρου των θεών). Ανήκει στο Δυτικό Αέτωμα του Παρθενώνα. Το συγκεκριμένο αέτωμα απεικόνιζε τη μυθική φιλονικία μεταξύ της Αθηνάς και του Ποσειδώνα για την κηδεμονία της Αθήνας.
Η Κεφαλή του Λαπίθη (από τη Νότια Μετόπη 7): Ανήκει στις Μετόπες του Παρθενώνα. Η αυθεντική κεφαλή του ανθρώπου (Λαπίθη) βρίσκεται στο Λούβρο, η κεφαλή του αντιπάλου του (Κενταύρου) βρίσκεται στην Αθήνα, και ολόκληρος ο υπόλοιπος κορμός του γλυπτού εκτίθεται στο Λονδίνο.
Η Κεφαλή Rampin: Δεν ανήκει στον Παρθενώνα, αλλά είναι το πιο διάσημο αρχαϊκό κεφάλι της Ακρόπολης. Βρίσκεται στο Λούβρο, ενώ το υπόλοιπο σώμα του ιππέα εκτίθεται στην Αθήνα. Ανήκει στο περίφημο άγαλμα «Ιππέας Rampin».
Η κεφαλή εντοπίστηκε στην Ακρόπολη το 1877, δέκα χρόνια πριν ανακαλυφθεί το υπόλοιπο σώμα, και αγοράστηκε από τον Γάλλο διπλωμάτη και συλλέκτη Georges Rampin, ο οποίος αργότερα τη δώρισε στο Λούβρο. Το γεγονός ότι το κεφάλι και το σώμα ανήκουν στο ίδιο ακριβώς άγαλμα αποδείχθηκε επιστημονικά το 1936 από τον Άγγλο αρχαιολόγο Humphry Payne
Αγγελική Κώττη


