Στο δυστοπικό Black Mirror παρουσιάζεται σε ένα επεισόδιο μια κοινωνία που η πλειοψηφία των ανθρώπων έχει τοποθετήσει ένα εμφύτευμα πίσω από το αυτί τους με το οποίο καταγράφει καθένας κάθε λεπτό της ζωής του. Χρησιμοποιώντας ένα τηλεχειριστήριο ο χρήστης μπορεί να πάει σε όποια στιγμή της ζωής του θέλει και να την ξαναδεί είτε εντός του ματιού του είτε σε μια οθόνη κι έτσι να μοιραστεί τις αναμνήσεις του και με όποιον άλλον θέλει.
Στον κόσμο της φαντασίας της Ρόουλινγκ, ο Ντάμπλντορ κι ο Χάρι Πότερ να μπορούν να ανακαλούν αναμνήσεις δικές του ή άλλων στην Κιβωτό των Στοχασμών.
Τώρα πια όμως η πραγματικότητα ξεπερνά ακόμη κι αυτόν τον μαγικό ή επιστημονικής φαντασίας κόσμο.
Βιολόγοι στις ΗΠΑ κατάφεραν να μεταφέρουν μια συγκεκριμένη άσχημη ανάμνηση από ένα θαλάσσιο σαλιγκάρι σε ένα άλλο, δημιουργώντας έτσι στο δεύτερο μια τεχνητή μνήμη.
Η μεταπήδηση της μνήμης έγινε μέσω μεταφοράς του μορίου RNA από το ένα πειραματόζωο στο άλλο, αν και ο ακριβής βιολογικός μηχανισμός που επέτρεψε την «μεταμόσχευση» της μνήμης, δεν είναι ακόμη κατανοητός στους επιστήμονες.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή βιολογίας Ντέηβιντ Γκλάντζμαν του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Λος ‘Αντζελες (UCLA), που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό eNeuro, δήλωσαν, ότι η έρευνα αυτού του είδους μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους για τη θεραπεία επώδυνων αναμνήσεων στους ανθρώπους λόγω ψυχικού τραύματος, καθώς και αντίστροφα για την αποκατάσταση χαμένων αναμνήσεων.
«Νομίζω ότι στο – όχι τόσο – μακρινό μέλλον θα μπορούμε να χρησιμοποποιούμε το RNA για να μετριάζουμε τις συνέπειες της νόσου Αλτσχάιμερ ή του μετατραυματικού στρες», δήλωσε ο Γκλάντζμαν.
Το RNA είναι κατ’ εξοχήν γνωστό ως ο χημικός αγγελιαφόρος που δημιουργεί πρωτεΐνες και μεταφέρει τις εντολές του DNA σε άλλα σημεία του κυττάρου. Έχει όμως και άλλες σημαντικές λειτουργίες, όπως δείχνει και η νέα μελέτη.
Οι ερευνητές υπέβαλαν σαλιγκάρια (του είδους Aplysia) σε μια σειρά από ήπια ηλεκτροσόκ, έτσι ώστε τα ζώα να σχηματίσουν μια δυσάρεστη ανάμνηση, με συνέπεια η ουρά τους να συστέλλεται ανακλαστικά κάθε φορά που αισθανόταν ένα άγγιγμα, ακόμη και όταν δεν επρόκειτο πια για ηλεκτροσόκ.
Στη συνέχεια οι επιστήμονες μετέφεραν RNA από αυτά τα σαλιγκάρια σε άλλα που δεν είχαν υποστεί κανένα ηλεκτροσόκ. Τότε και αυτά άρχισαν να συμπεριφέρονται σαν να είχαν περάσει την ίδια άσχημη εμπειρία στο παρελθόν. Όταν κάποιος άγγιζε την ουρά τους, αυτή αντιδρούσε σπασμωδικά από φόβο, σαν να προσπαθούσε να αποφύγει κάτι δυσάρεστο. Το «ρεφλέξ» αυτό δεν ήταν στιγμιαίο, αλλά διαρκούσε έως 40 δευτερόλεπτα.
«Είναι σαν να μεταφέραμε την ανάμνηση», δήλωσε ο Γκλάντζμαν και υποστήριξε ότι οι μνήμες δεν αποθηκεύονται στις συνάψεις των νευρώνων (κάθε νευρώνας έχει αρκετές χιλιάδες συνάψεις), όπως πιστεύεται ευρέως, αλλά στον πυρήνα των νευρώνων. «Αν οι αναμνήσεις αποθηκεύονταν στις συνάψεις, δεν θα υπήρχε κανείς τρόπος το πείραμά μας να πετύχει», όπως είπε.
Παρόλο που το σαλιγκάρι διαθέτει μόνο 20.000 νευρώνες στο κεντρικό νευρικό σύστημά του, ενώ ο άνθρωπος περίπου 100 δισεκατομμύρια, οι κυτταρικοί και μοριακοί μηχανισμοί φαίνεται να είναι πολύ όμοιοι στα σαλιγκάρια και στους ανθρώπους. Αυτό κάνει αισιόδοξους τους επιστήμονες ότι η έρευνά τους θα είναι δυνατό να «μεταφρασθεί» και στους ανθρώπους μελλοντικά.
Και μπορεί, όπως αναφέραμε και στην αρχή, η μεταφορά μνήμης να βρίσκεται στην καρδιά της επιστημονικής φαντασίας εδώ και δεκαετίες, τώρα πια όμως φαντάζει όλο και περισσότερο ως ένα επιστημονικό γεγονός.
Η πολιτική της… μαστοράντζας.
Υπάρχουν ακόμα κάποιοι, οι οποίοι απορούν, λέει, με την ευκολία και την άνεση την οποία διαθέτουν κυβερνητικά στελέχη, υπουργοί, ακόμα και ο ίδιος ο πρωθυπουργός στο να διαστρεβλώνουν την πραγματικότητα και παράλληλα να κατηγορούν όλους τους άλλους για αυτό που οι ίδιοι κάνουν συστηματικά! Λες και θα μπορούσε κανείς να τους ξεπεράσει…
Κι όμως, είναι τόσο απλό να αντιληφθείς την συγκεκριμένη νοοτροπία και τακτική. Αρκεί να επαναφέρεις στη μνήμη σου, τον άσχετο αλλά κουτοπόνηρο μάστορα, στον οποίο έκανες κάποτε το λάθος να πας το αυτοκίνητό σου για σέρβις, γιατί σε «έψησε» ότι οι προηγούμενοι σε κορόιδευαν και σου έτρωγαν λεφτά, τσάμπα.
Πηγαίνεις λοιπόν, γιατί αποφάσισες να δοκιμάσεις και κάποιον άλλο και αφήνεις το αγαπημένο σου αυτοκίνητο στον νέο… Και σε αρχίζει: «τέτοια δουλειά δεν θα έχεις ξαναδεί», «θα το απογειώσω», «δεν με φτάνει κανείς στη μαστοριά», «τα εργαλεία μου δεν τα έχει ούτε η αντιπροσωπεία» και «θα του βάλουμε και ένα αυτοκόλλητο που θα του δώσει και πέντε αλογάκια» και όλα αυτά με τα μισά από όσα έδινες πριν…
Εσύ τον πιστεύεις (;) και φεύγεις, σκεπτόμενος ότι ακόμα και τα μισά να κάνει από όσα είπε, θα οδηγείς πλέον κάτι κοντά σε Φεράρι. Όμως, όταν γυρίζεις την επομένη για να πάρεις το αυτοκίνητό σου, το βλέπεις με ανοικτό το καπό, τη μηχανή «κατεβασμένη» και βίδες, βγαλμένους τους τροχούς και τις πόρτες. «Θα πάρει λίγο παραπάνω» σου λέει η μαστοράντζα. «Ρε φίλε, που το πήγαινες το αμάξι… στο είχαν σακατέψει οι άσχετοι» σου λέει και προσθέτει: «μην ανησυχείς όμως! Το έσωσα! Έλα αύριο και θα σε έχω έτοιμο»…
Και πας την άλλη μέρα και αντί για κάτι σαν Φεράρι, παραλαμβάνεις ένα ερείπιο. Και όταν του ζητάς τον λόγο, σου σκάει το παραμύθι: «Έκανα ότι μπορούσα ρε φίλε…. άλλαξα αυτό… κι αυτό… κι εκείνο… και το άλλο…» και συνεχίζει «Για να δεις πόσο εντάξει είμαι, δεν θα σε χρεώσω εργατικά, αν και δουλεύαμε… 17 ώρες την ημέρα» για να φτάσει στο ρεζουμέ ξεφυσώντας: «με λύπη στο λέω, δώσε μου τόσα (τα τριπλά από τους άλλους) και φύγε… Μόνο τα ανταλλακτικά πληρώνεις φιλαράκι…»
Εσύ, ανήμπορος να κάνεις κάτι, γιατί γνωρίζεις ότι φταις για το ποιον εμπιστεύτηκες, καβαλάς το – καταντημένο σαράβαλο πια- αυτοκίνητό σου και πας στη δουλειά σου, ακούγοντας πίσω σου την μαστοράντζα να σου φωνάζει: «Να μας ξανάρθεις φιλαράκι…»