24.2 C
Athens

Ηταν ή δεν ήταν Ελληνες οι Αργοναύτες;

Ὦναξ Πυθῶνος µεδέων, ἑκατηβόλε, μάντι,
ὃς λάχες ἠλιβάτου κορυφὴν Παρνησίδα πέτρης,
σὴν ἀρετὴν ὑμνῶ· σὺ δέ µοι κλέος ἐσθλὸν ὀπάσσαις· […]

«Άνακτα, προστάτη της Πυθώνος (σ.σ των Δελφών), εκατηβόλε (σ.σ.
που βάλλεις με το τόξο σου συνεχώς, εννοεί τον Απόλλωνα), μάντη, που σού έλαχε η απόκρημνη και βραχώδης κορυφή
του Παρνασσού, εξυμνώ την αρετή σου και συ χάρισέ μου αγαθή φήμη. Αφύπνισε στην καρδιά μου τον αληθινό λόγο,
για να ψάλω στις διασκορπισμένες φυλές των ανθρώπων μελωδικό
ύμνο σύμφωνα με τούς κανόνες της Μούσας και με τη συνοδεία πολύχορδης πηκτίδας (σ.σ. αρχαίο μουσικό όργανο), διότι τώρα, Λυράρη, καθώς σέ σένα ψάλλω την αγαπημένη μελωδία, με παρακινεί η καρδιά
μου να φανερώσω πράγματα πού ποτέ δεν είπα πριν.»

Αυτός που μιλά, υποτίθεται πως είναι ο Ορφέας. Πρόκειται για τα «Αργοναυτικά» με παρουσιαστή τον μυθικό ήρως, ένα ποιητικό κείμενο στο οποίο περιγράφεται η πρώτη κοινή ενέργεια πανελληνίως. Ισως δεν είναι ακριβώς η πρώτη, εφόσον έχει προηγηθεί το κυνήγι του Καλυδώνιου κάπρου, πάντως φαίνεται πως ο μύθος ήταν αγαπητότατος στον ελλαδικό χώρο. Μετείχαν άνθρωποι με γνώσεις, αξία, ηρωισμό και ικανότητες. Αν πράγματι είχε συμβεί, θα είχε προηγηθεί του τρωικού πολέμου. Όπως όμως είπαμε ξανά, οι μύθοι δεν είναι απαραίτητο να έχουν μέσα τους ιστορική αλήθεια. Οι Μυκήνες υπήρξαν, η Ιωλκός υπήρξε, το βασίλειο της Πύλου υπήρξαν, όμως αν υπήρξαν ο Αγαμέμνων, ο Ιάσωνας ή ο Νέστορας δεν το γνωρίζουμε. Και μάλλον δεν υπήρξαν.

Τι ήταν αυτό που τους έδωσε ονόματα λοιπόν; Η φαντασία των ανθρώπων και πρώτα- πρώτα των ποιητών. Οι βάρδοι αφηγούνταν τους μύθους που είχαν γράψει οι ίδιοι ή άλλοι, σε μορφή μακροσκελών ποιημάτων με πολλές εκφράσεις να επαναλαμβάνονται, γιατί αυτό βοηθούσε και να τους θυμούνται και έπαιζε ρόλο στην πρόσληψη από το κοινό.

Οπωδήποτε υπήρχαν βάρδοι και πριν από τον μέγα Ομηρο. Επειδή δεν υπήρχε γραφή, ή γραφή σε μορφή που να μπορεί να αποτυπωθεί μακροσκελές λογοτεχνικό κείμενο σπαράγματα μονάχα έχουν φτάσει μέχρι τις μέρες μας.

Τα «Αργοναυτικά» που έχουμε σήμερα είναι του Απολλώνιου του Ρόδιου και γράφτηκαν αργότερα, κατά την ελληνιστική εποχή. Αναφορές στην Αργοναυτική εκστρατεία ή σε πρωταγωνιστές τους βρίσκουμε και στον Ομηρο, στον Ησίοδο, στον Πίνδαρο κ.α. Αυτό δείχνει, όπως προαναφέραμε, πως επρόκειτο για μια θαυμαστή ιστορία που ακουγόταν από βάρδους για μεγάλους και μικρούς. Ανάλογες ήταν άλλωστε οι διασκεδάσεις της εποχής. Ακόμα δεν υπήρχε θέατρο, ας πούμε. Η μουσική συνόδευε συχνά τέτοιες αφηγήσεις- μάλλον υπήρχαν και θρησκευτικοί ύμνοι, αυτούσιοι. Είχε γραφεί και άλλο ποίημα για τη φημισμένη (αλλά μυθική όπως είπαμε) εκστρατεία; Και αν υπήρχε έχει χαθεί. Η σύνθεση του Απολλώνιου πάντως, παρουσίαζε συνεργασία προελληνικών ή πρωτοελλαδικών φύλων με τα μυκηναϊκά φύλλα της Αργολίδας και της Μαγνησίας. Γνώστες πολλών μυστικών για να δαμάζουν τη φύση όπως και κάτοχοι τρόπων παρέμβασης σε αυτή. Το μεγάλο ταξίδι της ανθρωπότητας στην καθυπόταξη των φυσικών δυνάμεων και φαινομένων μόλις άρχιζε στις συνειδήσεις. Ηταν για καλό; Ήταν για κακό; Όπως το πάρει κανείς.

Τα Αργοναυτικά, λοιπόν, είναι ένα επικό ποίημα που γράφτηκε από τον Απολλώνιο Ρόδιο τον 3ο αιώνα π.Χ. και είναι το μόνο ελληνιστικό έπος που έχει διασωθεί. Το έργο αφηγείται τον μύθο του ταξιδιού του Ιάσονα και των Αργοναυτών για την ανάκτηση του Χρυσόμαλλου Δέρας από την απομακρυσμένη Κολχίδα. Οι ηρωικές τους περιπέτειες και η σχέση του Ιάσονα με την επικίνδυνη ντόπια πριγκίπισσα/μάγισσα Μήδεια ήταν ήδη γνωστά στο ελληνιστικό κοινό, γεγονός που επέτρεψε στον Απολλώνιο να προχωρήσει πέρα από μια απλή αφήγηση του παλαιού μύθου, επενδύοντάς τον επιστημονικά, σύμφωνα με τις γνώσεις της ελληνιστικής εποχής. Ήταν η εποχή της μεγάλης Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας και το έπος του ενσωματώνει την έρευνά του στη γεωγραφία, την εθνογραφία, τη συγκριτική θρησκειολογία και την ομηρική λογοτεχνία.

Λεπτομέρεια (;) Η πρώτη εκδοχή της σύνθεσης δεν άρεσε καθόλου στους Αλεξανδρινούς- από εκεί καταγόταν ο Απολλώνιος – και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον τόπο του και να πάει στην Ρόδο. Ουδείς προφήτης στην πατρίδα του («Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι οὐδείς προφήτης δεκτὸς ἐστιν ἐν τῇ πατρίδι αὐτοῦ» γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς).

Η συγγραφέας Δήμητρα Παπαναστασοπούλου, αναφέρει: «Μέσα από το έργο του Απολλώνιου του Ρόδιου, ο μύθος διαδόθηκε στη λατινική λογοτεχνία μέσω των συγγραφέων Οβίδιου, Λουκιανού, Σενέκα και Βαλέριου Φλάκκου. Ο μύθος γοήτευσε με τους χαρακτήρες, τα συμβάντα και κυρίως το ποντοπόρο ταξίδι της Αργώ. Πολλοί ταλαντούχοι δημιουργοί πήραν κατά καιρούς στα χέρια τους το πηδάλιο και τις ζωές των Αργοναυτών. Ο βασιλιάς Πελίας, είχε λάβει χρησμό από το Μαντείο των Δελφών ότι θα σκοτωθεί από έναν απόγονο του Αιόλου, ο οποίος θα φορά ένα σανδάλι (μονοσάνδαλος). Όταν ο Πελίας είδε τον Ιάσονα να φοράει σανδάλι μόνο στο δεξί του πόδι, φοβήθηκε μην επαληθευτεί ο χρησμός. Προκειμένου να τον απομακρύνει από το βασίλειο, του έθεσε όρο να φέρει το Χρυσόμαλλο Δέρας, πιστεύοντας ότι θα σκοτωθεί στην προσπάθεια επίτευξης της αποστολής του. Δημιουργήθηκε μία συντροφιά με τους σπουδαιότερους Έλληνες ήρωες, που τους ένωνε μία δυνατή φιλία και ένας ωραίος σκοπός.»

Ο Ιάσονας ονομάζεται απόγονος του Αιόλου, διότι ανήκε στους Αιολείς, οι οποίοι είχαν φτάσει σχετικά πρόσφατα στη Θεσσαλία. Εκεί συνάντησαν τους Μινύες, τους οποίους άλλοι θεωρούν προελλαδικό και άλλοι πρωτοελλαδικό φύλλο. Ο Απολλώνιος μιλά για «Μινύες» και μόνο διότι θεωρούσε πως Μινύες και Αιολείς ταυτίζονται.

Οι Μινύες ήταν προϊστορικό έθνος που κατοικούσε τον Ορχομενό της Βοιωτίας, σύμφωνα με τον Ομηρο τον Ησίοδο, τον Πίνδαρο, και τον Θουκυδίδη. Ο Στράβων μάλιστα λέει πως οι Μινύες της Βοιωτίας διέφεραν από εκείνους της Θεσσαλίας. Ο Απολλώνιος λέει ότι ο γενάρχης Μινύας καταγόταν από την Ιωλκό της Θεσσαλίας (“την γαρ Ιωλκόν Μινύαι ώκουν, ώς φησι Σιμωνίδης εν Συμμίκτοις”). Ίσως αυτή η Ιωλκός να είναι η “Μινύα πόλις Θετταλίας, ή πρότερον Αλμωνίας” (που αναφέρει ο Διόδωρος ο Σικελιώτης).

Υποτίθεται πως ήταν ομόγλωσσοι και ομότροποι με τα άλλα ελληνικά φύλλα. Όπως και να έχει, φαίνεται πως άκμασαν ιδίως κατά το πρώτο ήμισυ της 2ης χιλιετίας π.Χ. και επί μακρό διάστημα έτσι ώστε ν΄ αποκτήσουν πολλές αποικίες. Οσο για τους Μινύες της Θεσσαλίας, που λέγεται ότι έφεραν εις πέρας την Αργοναυτική εκστρατεία, αναδείχθηκαν ιδιαίτερα ως ναυτικός λαός. Βέβαια η μορφολογία του εδάφους της Θεσσαλίας την εποχή εκείνη συνέβαλε κατά πολύ στην ανάδειξή τους αυτή.

Σημαντικότερες αποικίες των Μινυών ήταν στην Τέω, τη Λήμνο, τη Σαντορίνη,  την Πύλο, το Ακρωτήριο Ταίναρο  όπως και η Μινώα Αμοργού στο λόφο πάνω από το λιμάνι Καταπόλων. Μετά τον 9ο αιώνα π.Χ. φαίνεται πως το κράτος τους εξαφανίσθηκε.

Σύμφωνα με τον Παντελή Δ. Καρύκα, ελάχιστα γνωρίζουμε για τους Μινύες «αν και οι ίδιοι μας άφησαν ακριβή κληρονομιά πολλά από τα επιτεύγματά τους. Κανείς όμως, από τους αρχαίους ήδη χρόνους, δεν ήταν σε θέση να απαντήσει ασφαλώς στα ερωτήματα περί της καταγωγής των και περί της αρχικής των κοιτίδας.

Η ιστορία του γένους χάνεται στα βάθη του χρόνου και σχετίζεται, αρχικώς, περισσότερο με τον θεσσαλικό νεολιθικό πολιτισμό, παρά με τον βοιωτικό. Αυτό είναι εντελώς φυσιολογικό εάν αναλογισθούμε ότι η Θεσσαλία ήταν η κοιτίδα, ο πρώτος πολιτισμικός φάρος, όλων των Ελλήνων. Από τον Ορχομενό, αναφέρει ο Στράβων Μινύες έφτασαν στον Παγασητικό κόλπο και ίδρυσαν την Ιωλκό, η οποία όμως, βάσει των τελευταίων αρχαιολογικών ερευνών ταυτίζεται με το Διμήνι!  Άρα, εφόσον γνωρίζουμε περίπου το πότε ιδρύθηκε η πόλις του Διμηνίου, γνωρίζουμε και το πότε πραγματοποιήθηκε η πρώτη εξάπλωσις των Μινύων.

Οι αρχαίοι ιστορικοί θεωρούν τους Μινύες φύλο Αιολικό, (δηλαδή ανάμικτο Πελασγικό και Αχαϊκό) εφόσον αντλούν την καταγωγή τους από τον Αίολο τον γιο του Έλληνος, εγγονό του Δευκαλίωνα. Άρα οι Μινύες ήσαν φύλο ελληνικό, αντλώντας την καταγωγή των από τον ίδιο τον Έλληνα τον γενάρχη της φυλής μας. Κακώς, κατά την άποψη μας αποδίδεται στους Μινύες αιγυπτιακή καταγωγή. Δεν ήσαν οι Μινύες Αιγύπτιοι άποικοι στην Ελλάδα. Πιθανότατα ίσχυε το αντίθετο…

Από πολύ νωρίς δε το κηδεστικό διάγραμμα των Μινύων συνδέεται με αυτό των Θεσσαλών, από τη γενεά του Πηνειού. Ο ίδιος ο Μινύας, ο επώνυμος ήρωας του λαού των Μινύων, ήταν εγγονός του Ποσειδώνα. Οι δε κόρες του Μινύα, Περιλκυμένη, Αλκιμίδη και Φυγομάχη παντρεύτηκαν τους Θεσσαλούς ήρωες Φέρη, Αίσωνα και Πελία και βασίλευσαν μαζί τους στις πόλεις Φερρές, Αισονιάδα και Ιωλκό, αντιστοίχως. Έχουμε λοιπόν πλήρη ταύτιση των μυθολογικών και των φιλολογικών πηγών τις οποίες επαληθεύουν τα αρχαιολογικά ευρήματα, μέσω των οποίων τεκμηριώνεται η σύνδεσις  Μινύων και Θεσσαλών.»

Η ήττα αυτή είχε ως αποτέλεσμα την ανεξαρτητοποίηση των Θηβών, αι οποίοι εξελίχθησαν σε πρώτη δύναμις στη Βοιωτία. Η κατάστασις μετεβλήθει υπέρ των Μινύων, μετά την υποταγή των Θηβών στην μυκηναϊκή στρατειά των Επιγόνων – μια γενεά πριν τα Τρωικά. Δια τον λόγον αυτόν ο Ορχομενός εμφανίζεται στην Ιλιάδα να συμμετέχει στην πανελλήνια εκστρατεία με 30 πλοία, έχοντας υπό την εξουσία του και την γειτονική πόλι Ασπληδώνα. Σε καμία περίπτωση όμως ο Ορχομενός και οι Μινύες δεν ανέκτησαν όμως την παλαιά αίγλη. Μετά δε τα Τρωικά, όταν η μυκηναϊκή ισχύς βρισκόταν υπό κατάρρευση, η Θήβα “αναστήθηκε” και ο Ορχομενός περιέπεσε την σκιά της μεγάλης αντιπάλου πόλεως.

Όπως είδαμε οι Μινύες ήσαν φύλο Αιολικό. Σύμφωνα με την «καθιερωμένη» άποψη οι Μινύες κατοικούσαν στη Θεσσαλία, από την οποία αναγκάστηκαν να αποχωρήσουν, πιεζόμενοι από τους Θεσσαλούς, οι οποίοι ήρθαν από τον Βορρά. Η άποψη όμως αυτή δεν συνάδει με την μαρτυρία του Στράβωνα, ο οποίος αναφέρει ως κοιτίδα τους την βόρεια Βοιωτία, από την οποία οι Μινύες κινήθηκαν και αποίκησαν τη θεσσαλική Μαγνησία. Όλοι δε οι αρχαίοι συγγραφείς θεωρούν ως Μινύες τους κατοικούντες στον Παγασητικό, ξεχωρίζοντας τους από τους λοιπούς Θεσσαλούς. Η χρονολόγησις βεβαίως όλων αυτών των γεγονότων δεν θα μπορούσε, εκ των πραγμάτων, να πραγματοποιηθεί με ασφάλεια.»

Οι παραδόσεις για τον αποικισμό των Αιολέων στη Μικρά Ασία αναφέρουν ως μητροπολιτικές χώρες διάφορες περιοχές της Θεσσαλίας, της Στερεάς Ελλάδας  και της Πελοποννήσου. Επιπλέον, στις ίδιες περιοχές παρατηρούνται διαλεκτικά φαινόμενα που δηλώνουν αιολικό υπόστρωμα.

Αρχική κοιτίδα τους ήταν η δυτική Μακεδονία από όπου μετακινήθηκαν νότια στη Θεσσαλία, την οποία κατέλαβαν ολόκληρη. Ακολούθησαν κύματα μετανάστευσης προς τα νησιά του βορειοανατολικού Αιγαίου και προς τη νότια Ελλάδα, που οφείλονταν στην επέλαση των Θεσσαλών. Παρ’ όλα αυτά σημαντικοί αιολικοί πληθυσμοί παρέμειναν στις εστίες τους και αποτέλεσαν το κύριο διαλεκτικό υπόβαθρο της θεσσαλικής και της βοιωτικής διαλέκτου.

Στα νέα εδάφη που εγκαταστάθηκαν ανέπτυξαν σε μεγάλο βαθμό τον πολιτισμό τους και απέκτησαν φήμη μεταξύ των υπόλοιπων Ελλήνων. Η Αιολική Γη παρέμεινε αναλλοίωτη για χιλιάδες χρόνια.

Τα πρωτοαιολικά φύλα εμφανίζονται γύρω στο 2000-1900 π.Χ., οπότε έχει ολοκληρωθεί η κάθοδος του κύριου κορμού των Ελλήνων στις περιοχές της Ηπείρου, της δυτικής Μακεδονίας και της Θεσσαλίας. Το πιο σημαντικό από τα φύλα αυτής της ομάδας είναι εκείνο που έμεινε στην ιστορία με το όνομα Αχαιοί. Οι Αχαιοί διασκορπίστηκαν σε πάρα πολλές περιοχές της Ελλάδας.

Το συμπέρασμα που βγάζουμε, λοιπόν είναι πως οι Αργοναύτες ανήκαν σε ελληνικά φύλλα.

Στο επόμενο: Δέκα ή πενήντα πέντε ήρωες μαζεύτηκαν για την Αργοναυτική εκστρατεία;

Αγγελική Κώττη

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ