200 χρόνια. Γράφει η Αλίκη Τσίκα

200 χρόνια ως έθνος – κράτος. 200 χρόνια ελεύθεροι ξανά. 200 χρόνια σύγχρονης ιστορίας. 200 χρόνια μετά σε μια Ελλάδα σαφώς διαφορετική, πιο δυτική με ανατολίτικα στοιχεία σίγουρα μέσα της. Η γέφυρα της Δύσης και της Ανατολής, δυνατή και αδύναμη, σύγχρονη και οπισθοδρομική, εξελιγμένη και με μια παλιά παράδοση ριζωμένη βαθιά μέσα στην κουλτούρα της. Επιτυχημένη και αποτυχημένη μαζί, μικρή αλλά μεγάλη μα πάντα υπερήφανη.

Είναι ίσως η κουλτούρα ή αυτές οι λέξεις που περιγράφουν αρετές και αξίες που δεν περιγράφονται αλλιώς, όπως η λεβεντιά, η αρχοντιά, το φιλότιμο, το μεράκι, το κέφι. Είναι η τρέλα που κουβαλάμε όλοι οι Έλληνες μέσα μας και συχνά μας κάνει να νικάμε εμπόδια και να ξεπερνάμε προκλήσεις που άλλοι δεν μπορούν.

Είναι η ιστορία που μας έφτασε ως εδώ. Άλλοτε λαμπρή και άλλοτε όχι και τόσο. Τα αρχαία μας χρόνια με τους ανθρώπους, τις επιστήμες και τις τέχνες που φώτισαν και φωτίζουν την παγκόσμια κοινότητα εδώ και χιλιετίες. Που δημιούργησαν και μεταλαμπαδεύσαν τις αξίες της δημοκρατίας, τις βάσεις των σύγχρονων κρατών, την κουλτούρα της ελευθερίας.

Οι Έλληνες έχουν αποδείξει πολλές φορές ότι μπορούν να μεγαλουργήσουν. Έχουν σθένος, θάρρος, πολλές φορές άγνοια κινδύνου που τους βγαίνει σε καλό, έχουν δύναμη και πάθος. Η Ελλάδα μπορεί να μας απογοητεύει κάποιες φορές, να μας στενεύει σαν κακό παπούτσι, να μας περιορίζει εκεί που πρέπει να μας δίνει ώθηση, όμως δεν παύει να αγαπά και να αγαπιέται. Δεν παύει να είναι όμορφη μέσα στην ασχήμια της κάποιες φορές. Χώρα των ακροτήτων πάντοτε γαρ. Στην μια γωνιά απέραντη ομορφιά και στην άλλη μεγάλη ασχήμια. Στην μια φιλοξενία και στην άλλη αγένεια. Στην μια περηφάνια και στην άλλη ντροπή.

Η χώρα της μπουκαμβίλιας και της απέραντης θάλασσας, των βράχων και των βουνών. Η χώρα της Ακροπόλεως και της Πλάκας και αυτή των διαλυμένων δρόμων και πεζοδρομίων. Αυτή του ηλίου και αυτή και της σκοτεινιάς. Η χώρα που γέννησε μεγάλα μυαλά και αυτή που σκότωσε τα παιδιά της. Τόσο λαμπρή μέσα στο σκοτάδι της.

Πολλά λέγονται για το πως θα μπορούσε να είναι καλύτερη. Φταίνε οι πολιτικοί, οι κυβερνήσεις, οι Έλληνες; Φταίνε οι κρίσεις που την έφτασαν ως εδώ; Πως ήταν, πως έγινε, πως θα μπορούσε να είναι. Πως έγραψε τόση ιστορία και όμως είναι έτσι τώρα. Πότε σταμάτησε να έχει τα πρωτεία και πως θα τα πάρει άραγε πίσω. Αν τα ξανά πάρει ποτέ. Ένας καθηγητής μου είχε πει κάποτε στο πανεπιστήμιο πως από το 1821 και μετά η Ελλάδα κάνει δυο πράγματα: τσακώνεται με τους Τούρκους και χρεοκοπεί. Δεν το λες και ψέμα. Όμως έκανε και αλλά. Προχώρησε, ίσως όχι όσο έπρεπε. Μορφώθηκε, ακόμα και αν δεν χρησιμοποίησε τη μόρφωση της όπως έπρεπε. Εκσυγχρονίστηκε, αργά βεβαίως και θα μπορούσε και καλύτερα αν δεν είχαν «φαγωθεί» ποικιλοτρόπως οι ευκαιρίες της.

Έφτασε όμως μέχρι εδώ. Φτάσαμε μέχρι εδώ. Πέσαμε και ξανασηκωθήκαμε. Ενωθήκαμε και διχαστήκαμε. Φαγωθήκαμε και φαγωνόμαστε μεταξύ μας. Πορευόμαστε μέσα στο χάος μας 200 χρόνια τώρα και θα συνεχίσουμε ακάθεκτοι μέσα σε αυτό. Ας ελπίσουμε στα επόμενα 200 χρόνια να πετύχουμε όσα δεν έχουμε ακόμα πετύχει, να ανοίξουμε τις πόρτες που κρατάμε κλειστές, να αναστήσουμε κάτι από την παλιά μας δόξα. 200 χρόνια και προχωράμε…