Υπήρξε μια εποχή που η ομορφιά δεν ζητούσε απόδειξη. Ήταν εκεί, αδιαπραγμάτευτη, μέσα στη ρωγμή του φωτός, στο άγγιγμα του ανέμου, στο πρόσωπο που χαμογελούσε δίχως λόγο. Ήταν κάτι που αισθανόσουν, όχι κάτι που έπρεπε να εξηγήσεις ή να αποδείξεις. Σήμερα όμως, η ομορφιά μοιάζει με νόμισμα που έχασε την αξία του από την υπερβολική του χρήση. Την καταναλώνουμε, δεν τη βιώνουμε. Την δημιουργούμε, δεν την παρατηρούμε.
Της Αλίκης Τσίκα
Ζούμε μέσα σε μια εποχή όπου η τελειότητα έχει αναχθεί σε υπέρτατη αρετή. Κάθε εικόνα οφείλει να είναι συμμετρική, κάθε πρόσωπο λείο, κάθε ζωή επιμελώς τακτοποιημένη. Και μέσα σε αυτή τη λατρεία του “άψογου”, ξεχάσαμε πως το ανθρώπινο είναι ατελές από τη φύση του. Η ατέλεια δεν είναι ελάττωμα, είναι η ίδια η υπογραφή της ζωής πάνω στα πράγματα, είναι η απόδειξη ότι ό,τι ζεις είναι αληθινό.
Η φύση το γνωρίζει αυτό καλά. Το δέντρο δεν φοβάται να στραβώσει για να φτάσει το φως, η πέτρα δεν ντρέπεται για τα σπασίματά της, το ποτάμι δεν κυλά ευθεία. Κι όμως, τίποτα απ’ αυτά δεν παύει να είναι όμορφο, γιατί πολύ απλά η ομορφιά στη φύση δεν προκύπτει από την τελειότητα, αλλά από την αρμονία μέσα στο χάος.
Ο άνθρωπος, όμως, ξεστράτισε. Κλείστηκε μέσα στην οθόνη του και αναζητά την ομορφιά σαν μαθηματική εξίσωση: με κανόνες, με φίλτρα, με προδιαγραφές, με αυστηρές πλασματικές ταυτότητες. Δεν κοιτάζει πια για να δει, κοιτάζει για να συγκρίνει, να συγκριθεί και να απορρίψει. Για να κρίνει προς όλες τις κατευθύνσεις. Και εκεί στην εμμονή της σύγκρισης, γεννήθηκε η απάθεια. Γιατί τίποτα δεν μπορεί να σε συγκινήσει όταν το μετράς.
Ο Πλάτων έλεγε πως η ψυχή θυμάται την ομορφιά, γιατί την έχει αντικρίσει κάποτε, πριν από τη γέννησή της. Κι ίσως αυτή η νοσταλγία να είναι που μας βασανίζει σήμερα: ψάχνουμε να βρούμε το άυλο μέσα σε έναν κόσμο που το έχει αντικαταστήσει με το εικονικό. Αναζητούμε το θαύμα μέσα από οθόνες, ενώ το θαύμα παραμένει εκεί έξω, στη βροχή που πέφτει ξαφνικά, στις εποχές που πλέον πασχίζουν να ξεχωρίσουν, στο βλέμμα που δεν πρόλαβες να καταλάβεις αλλά καταγράφηκε στη μνήμη σου, στη σιωπή που γεμίζει ένα δωμάτιο με ήχους πιο δυνατούς από τις φωνές και πιο ρυθμικούς από τη μουσική, στα αυθεντικά γέλια που σπανίζουν αλλά παραμένουν ανεκτίμητα, στις στιγμές που αφήνεις να περνάνε νομίζοντας ότι θα έχεις την ευκαιρία να τις ξαναζήσεις αλλά φεύ.
Η ομορφιά δεν πέθανε. Απλώς σιώπησε, περιμένοντας να ξαναγίνουμε ικανοί να τη δούμε. Να ξαναβρούμε το βλέμμα που δεν ψάχνει το τέλειο, αλλά το αληθινό. Να δεχθούμε πως το ψεγάδι είναι μορφή σοφίας, γιατί μόνο μέσα από τις ρωγμές μπορεί να περάσει το φως.
Ίσως λοιπόν, τίποτα να μην μας φαίνεται όμορφο πια, όχι επειδή η ομορφιά έφυγε από τον κόσμο, αλλά επειδή απομακρυνθήκαμε εμείς από εκείνον.
Η επιστροφή δεν είναι εύκολη, αλλά είναι αναγκαία: να μάθουμε ξανά να κοιτάμε, να συγκινούμαστε, να αγαπάμε το ανολοκλήρωτο, το πραγματικό, το άφτιαχτο, το ατελές και εν τελεί το αληθινό.
Γιατί μόνο εκεί, στο εύθραυστο και στο αληθινό, κατοικεί η ψυχή της ομορφιάς.


