Ο χρόνος των εθνικών εκλογών μετράει αντίστροφα με τους μήνες που μας χωρίζουν από αυτές να αντιστοιχούν σε μονοψήφιο αριθμό. Κάθε σκέψη για διπλές κάλπες, για ψήφο διαμαρτυρίας, για χαλαρή ψήφο ή για σενάρια συγκυβέρνησης δε μοιάζει μόνο ανούσια αλλά κάτι περισσότερο. Βαθιά επιπόλαιη και εθνικά επιβλαβής. Σπανιότατα μια κυβέρνηση η οποία δεν έχει τη πολιτική επιλογή της κατεύθυνσης, της στρατηγικής και την ευθύνη του βάθους του μεταρρυθμιστικού φακέλου στα πλαίσια αποτύπωσης του πολιτικού της στίγματος κατάφερε να επιτύχει ουσιαστικές κοινωνικές τομές/μεταρρυθμίσεις. Αυτά είναι τα στομωμένα φίλτρα των συγκυβερνητικών μοντέλων. Η κουλτούρα των συγκυβερνήσεων έχει μια σαφώς γκρίζα προϊστορία στη Γηραιά Ήπειρο όσο και αν κάποιοι επικαλούνται επιτυχημένα βορειοευρωπαϊκά μοντέλα ή μοντέλα σκανδιναβικών χωρών. Μη ξεχνάτε πως σχεδόν τα πάντα ρυθμίζονται από την ίδια τη γεωπολιτική η οποία αποτελεί τον μόνο αξιόπιστο αστάθμητο παράγοντα.

Μετά τις εκλογές του 1932, κανένα κόμμα δεν μπορούσε να κυβερνήσει μόνο του. Οι πολιτικά μύωπες συντηρητικοί πολιτικοί της εποχής πίστεψαν ότι αν έβαζαν τον Αδόλφο Χίτλερ καγκελάριο σε κυβέρνηση συνασπισμού, με λίγους μόνο ναζί υπουργούς, θα μπορούσαν να τον ελέγχουν πλήρως. Φευ.
Έτσι, στις 30 Ιανουαρίου 1933 σχηματίστηκε κυβέρνηση συνασπισμού με τον Χίτλερ καγκελάριο και συντηρητικούς συμμάχους. Αυτό αποδείχθηκε ίσως το μέγιστο πολιτικό λάθος καθώς μέσα σε λίγους μήνες οι ναζί καταργούσαν τμηματικά τα συστατικά άρθρα του γερμανικού συντάγματος
Μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το ιταλικό κοινοβουλευτικό σύστημα ήταν κυριολεκτικά κατακερματισμένο. Κανένα πολιτικό κόμμα δεν είχε αυτοδυναμία, οπότε σχηματίζονταν κυβερνήσεις συνασπισμού ή κυβερνήσεις που στηρίζονταν από περισσότερα κόμματα. Οι κυβερνήσεις άλλαζαν συχνά και ο ιταλικός λαός συνειδητά τις περιφρονούσε ως αδύναμες και βραχύβιες. Ο Μπενίτο Μουσολίνι εκμεταλλεύτηκε τότε την πολιτική αστάθεια, την οικονομική κρίση και κυρίως την ανεργία, τον φόβο ιταλικής επανάστασης αντίστοιχης με την Οκτωβριανή Επανάσταση και τέλος τη δυσαρέσκεια για τα αποτελέσματα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μετά την πορεία προς τη Ρώμη των μελανοχιτώνων, ο βασιλιάς Victor Emmanuel III ανέθεσε στον Μουσολίνι τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Η πιο χαοτική και σχεδόν μυθιστορηματική περίπτωση μετά από μια συγκυβέρνηση ήταν η προϋπάρχουσα του ισπανικού εμφυλίου με το Ισπανικό Frente Popular (Λαϊκό Μέτωπο), το οποίο κέρδισε τις εκλογές του Φεβρουαρίου του 1936. Δεν ήταν ένα ενιαίο κόμμα, αλλά μια εκλογική και κυβερνητική σύμπραξη που περιλάμβανε: Ρεπουμπλικάνους, Σοσιαλιστές, Κομμουνιστές και Αναρχοσυνδικαλιστές και το οποίο υποστηρίχθηκε από άλλα αριστερά και περιφερειακά κόμματα. Στην αντίπερα όχθη η δεξιά επίσης αποτελούνταν από διαιρεμένα κόμματα και κομματίδια, βραχύβιες συμμαχίες, όπως η Confederación Española de Derechas Autónomas. Η συνέχεια με την επέλαση των Φρανκιστών είναι γνωστή.
Στη σύγχρονη πολιτική ευρωπαϊκή ιστορία μπορούμε να δούμε πως από το 2010 έως το 2023, η Ολλανδία κυβερνήθηκε σχεδόν αδιάκοπα από κυβερνήσεις συνασπισμού υπό τον Mark Rutte (παρέμεινε πρωθυπουργός μέχρι το 2024). Οι κυβερνήσεις αυτές περιλάμβαναν διαφορετικά κεντροδεξιά και κεντρώα κόμματα (VVD, CDA, D66, ChristenUnie). Τι ακολούθησε; Οτι συμβαίνει σχεδόν πάντα. Δηλαδή, το 2023, μετά την κατάρρευση του κυβερνητικού συνασπισμού λόγω διαφωνιών για τη μεταναστευτική πολιτική , έγιναν εκλογές στις οποίες το PVV του εθνικιστή Geert Wilders αναδείχθηκε πρώτο σε ψήφους. Το Βέλγιο τη περίοδο 2010–2011 υπήρξε υπό καθεστώς ακυβερνησίας για 541 ημέρες χωρίς τακτική κυβέρνηση λόγω αδυναμίας σχηματισμού συνασπισμού. Αυτό το οποίο είχε προηγηθεί ήταν η κυβέρνηση συνασπισμού του Yves Leterme. Η κυβέρνηση αυτή αποτελούνταν από 5 κόμματα (Χριστιανοδημοκράτες, Φιλελεύθεροι και Σοσιαλιστές, τόσο από τη Φλάνδρα όσο και από τη Βαλλωνία). Τον Απρίλιο του 2010 κατέρρευσε λόγω διαφωνιών για το εκλογικό και γλωσσικό ζήτημα της περιφέρειας Βρυξελλών – Halle – Vilvoorde (BHV), γεγονός που οδήγησε στις εκλογές του Ιουνίου 2010 και στην πολύμηνη πολιτική κρίση. Στην Ιταλία η εικοσαετία 1990–2010 χαρακτηρίστηκε από πολλούς κυβερνητικούς συνασπισμούς οι οποίοι κατέρρεαν ο ένας μετά τον άλλο σα χάρτινοι πύργοι. Αυτό οδήγησε σε μια πολιτική βαθιάς μεταρρυθμιστικής ακινησίας και λίγο αργότερα θα έφερνε τον κωμικό Πέπε Γκρίλο και το κίνημα των 5 αστέρων στην είσοδο του Κοινοβουλίου. Στη Σλοβακία τη περίοδο 2022-2023 η κυβερνητική συμμαχία διαλύθηκε λόγω εσωτερικών συγκρούσεων, προκαλώντας πτώση της κυβέρνησης και πρόωρες εκλογές.
Αν κάνουμε μια σύντομη περιήγηση στα Βαλκάνια θα δούμε πως τη περίοδο 2021-2023 στη γειτονική Βουλγαρία οι διαδοχικές αποτυχημένες προσπάθειες σχηματισμού και διατήρησης κυβερνήσεων συνασπισμού οδήγησαν σε επαναλαμβανόμενες εκλογές και παρατεταμένη πολιτική κρίση. Πιο συγκεκριμένα μέσα σε διάστημα μερικών μηνών διεξήχθησαν τρεις βουλευτικές εκλογές Απρίλιο, Ιούλιο και Νοέμβριο του έτους 2021 επειδή κανένα κόμμα δεν μπορούσε να συγκεντρώσει πλειοψηφία. Τελικά σχηματίστηκε κυβέρνηση υπό τον Κίριλ Πετκόφ η οποία θα έπεφτε μερικούς μήνες αργότερα. Στη Ρουμανία την ίδια περίοδο ο «μεγάλος συνασπισμός» αντιμετώπισε έντονες εσωτερικές διαφωνίες και χαμηλή εμπιστοσύνη των πολιτών, αν και ολοκλήρωσε σημαντικό μέρος της θητείας του.
Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα πολιτικής αστάθειας των κυβερνήσεων συνεργασίας είναι αυτό της Μεγάλης Βρετανίας όπου από το 2010 έως το 2015, το Ηνωμένο Βασίλειο κυβερνήθηκε από κυβέρνηση συνασπισμού μεταξύ του Συντηρητικού κόμματος και αυτού των Φιλελευθέρων. Ένα χρόνο μετά και πιο συγκεκριμένα το 2016 έγινε το δημοψήφισμα που είχε προαναγγείλει ο Ντέιβιντ Κάμερον, όταν δεν υπήρχε πλέον συγκυβέρνηση, και η πλειοψηφία ψήφισε υπέρ της εξόδου από την ΕΕ μετατρέποντας την πάλαι ποτέ αυτοκρατορία που στη μία της πλευρά ο ήλιος ανέτειλε και στην άλλη έδυε σε αξιολύπητη σκιά του ένδοξου παρελθόντος της.
Ας έρθουμε τώρα στα εγχώρια, με το χρόνο των εκλογών να πλησιάζει και τη ρητορική σύσσωμης της αντιπολίτευσης να θυμίζει σε τόνους, ύφος και περιεχόμενο αρκετά το δραματικό 2015. Τη χρονιά των ουρών στα atm, των κακόγουστων πουκαμίσων, της ψεύτικης μαγκιάς με τους ζουρνάδες και τα νταούλια, της ουσιαστικής χρεοκοπίας της χώρας και της βαθιά μικροαστικής και λούμπεν εικόνας μιας Ελλάδας που πανηγύριζε στη Πλατεία Συντάγματος για μια «επανάσταση» που είχε δήθεν στα σκαριά κόντρα στον βαθιά εξαπατημένο λαϊκίστικο και μοσχοταισμένο της εαυτό ο οποίος φαλκίδευε το μέλλον των επόμενων γενεών. Είναι αλήθεια ότι ζήσαμε τότε στιγμές απόλυτης «σύμπνοιας» βλέποντας ακροδεξιές χρυσαυγίτικες περικεφαλαίες και χράμια με τσόκαρα να είναι όλοι μαζί σφιχταγκαλιασμένοι επαναστατώντας για ένα σύστημα το οποίο απλώς σταμάτησε να τους χαϊδεύει. Μιλάμε για σκληρές εικόνες, οι οποίες δοκίμαζαν την ίδια την έννοια της αισθητικής πέρα από κάθε αρχή πολιτικής λογικής. Οι περισσότεροι εξ αυτών σήμερα έχουν τρυπώσει σε διάφορες κομματικές φωλιές και προσπάθησαν χρησιμοποιώντας τον πανδαμάτωρ χρόνο να αλλάξουν δέρμα και ευτυχώς μόνο μετά τα τρία ποτά σου βγάζουν πλέον τον επαναστατημένο τους εαυτό, ο οποίος ναι μεν προσπάθησε να συντρίψει ολόκληρο το ευρωπαϊκό τραπεζικό σύστημα (γελάει ο κόσμος) και τις αγορές αλλά τι και αν δε τα κατάφεραν; Τουλάχιστον θα λένε στα παιδιά τους ότι υπήρξαν και αυτοί εκεί, πετώντας ρατσιστικά σχόλια για την αναπηρία του Σόιμπλε, για το κούρεμα της Μέρκελ κλπ όντας ταυτόχρονα έτοιμοι να πάρουν τα όπλα και να μπουκάρουν στο νομισματοκοπείο αποτινάσσοντας τη μπότα του καταπιεστή. Αριστερός ή Δεξιός λαϊκιστής δεν έχει σημασία στα πρώτα 10’ κουβέντας δε τους ξεχώριζες έτσι και αλλιώς (όχι ότι τώρα τους ξεχωρίζεις).
Η μιζέρια του ενός εναγκαλίζεται αρμονικά με τη συνωμοσιολαγνεία του άλλου και το βαθιά καταπιεσμένο εαυτό τους. Ζούνε βέβαια και οι δυο σε εδάφη όπου ο Φιλελευθερισμός, η κοινή λογική και ο πολιτικός ρεαλισμός δε βλασταίνουν οπότε τους δίνεται άπλετος χώρος να καβαλήσουν την επαναστατημένη τους γριά φοράδα, να κατηγορήσουν τους λοιπούς ως βολεμένους ελιτιστές και ως παιδιά του Κολλεγίου και να αποδώσουν απαίδευτα και ξιπασμένα σε κάθε ριζοσπαστική φωνή ή σύγχρονη ματιά πολιτικής τη ρετσινιά του υπηρέτη της νέας τάξης πραγμάτων, της woke ατζέντας, του Τζώρτζ Σόρος (που τον θυμήθηκα) και του οποιουδήποτε φόρεσαν τη ταμπέλα «εθνικού μειοδότη» που λειτουργεί ως όργανο αυτής προκειμένου να αλλοτριώσει τα τιμημένα ήθη και ιδανικά με τα οποία τους γαλούχησαν οι οικογένειες τους και δήθεν πορεύτηκε η πατρίδα στα χρόνια. Ναι ξαφνικά η μιζέρια και η στενομυαλιά τους μετατράπηκε σε μέσο διαφύλαξης των δήθεν ξεπουλημένων αρχών και των παραδόσεων μιας κοινωνίας η οποία αν υποθέσουμε ότι ήταν τόσο αξιοθαύμαστη πριν και ότι δεν είχε κακώς κείμενα τότε γιατί έσπειρε τόσους μικρόψυχους και αρτηριοσκληρωτικούς λούμπεν σπόρους οι οποίοι στοχοποιούν πρόσωπα ζητώντας να τεθούν οι κεφαλές τους επί τάπητος; Από το 2015 βεβαια υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά, για την ακρίβεια πολλές ουσιαστικές διάφορες.
Το κράτος δε βρίσκεται στα όρια της χρεοκοπίας, αντιθέτως η δημοσιονομική του επαναφορά τη περίοδο 2019-2026 αποτελεί πρότυπο για ολόκληρο τον Ευρωπαϊκό κόσμο, το πολιτικό κέντρο δεν είναι άστεγο αλλά αντιθέτως κατόπιν της ισχυρής πρωτοβουλίας του Κυριάκου Μητσοτάκη στεγάστηκε εντός της Νέας Δημοκρατίας αποτελώντας τη βασικότερη αιτία του 41% των προηγούμενων εκλογών αλλά κουβαλώντας μαζί του και μια βαθιά τεχνοκρατική προσέγγιση η οποία έλειπε από τη Νέα Δημοκρατία. Η χώρα δε συγκυβερνάται από τον Αντώνη Σαμαρά και τον Ευάγγελο Βενιζέλο οι οποίοι ναι μεν έδωσαν ένα καθόλα έντιμο αγώνα τη περίοδο 2012-2015 και υπέστησαν πολύ μεγαλύτερη φθορά από αυτή που τους άρμοζε, αλλά κυβερνάται από μια Νέα Δημοκρατία η οποία για παραπάνω από 10 χρόνια από την εκλογή του Κυριάκου Μητσοτάκη στη προεδρία παραμένει πρώτη δύναμη ακόμα δημοσκοπικά γεγονός το οποίο πιστώνεται σε μια σειρά κινήσεων του ίδιου του επικεφαλής αλλά και στο ότι λύθηκε κάθε απορία στους νουνεχείς σχετικά με τα αποτελέσματα και το βάθος της απάτης της κυβερνώσας αντισυστημικής επιλογής.
Θα μπορούσατε να φανταστείτε τον Κυριάκο Πιερράκακη Υπουργό Ψηφιακής Διακυβέρνησης να αναμένει τη σύμφωνη γνώμη του τοποθετημένου ομολόγου του από ένα συγκυβερνών κόμμα για να θέσει σε εφαρμογή το gov.gr ή ως Υπουργός Παιδείας να διαπραγματεύεται ες αεί τη πρωτοβουλία αναθεώρησης του αρ.16; Θα μπορούσατε να φανταστείτε τον Άδωνι Γεωργιάδη να πάγωνε τη σειρά μεταρρυθμίσεων στην Υγεία επειδή ο “ευαίσθητος” συγκυβερνών Υπουργός ή Υφυπουργός θα οπισθοχωρούσε στα 10 άτομα που μαζεύονται για να φωνάξουν συνθήματα κάθε φορά έξω από τα νοσοκομεία; Μήπως και ο Γιώργος Φλωρίδης θα έπρεπε να υπέκυπτε στους συναισθηματισμούς κάποιου συγκυβερνητικού εταίρου και να μην αυξήσει την έκτιση ποινών για τους πολυισοβίτες από τα 25 στα 30 χρόνια; Κακά τα ψέματα η ψήφος των ερχόμενων εκλογών έχει υπαρξιακό χαρακτήρα καθώς ή επιλέγουμε να προχωρήσουμε και να μπούμε στη τρίτη δεκαετία του 21ου αιώνα με την Ελλάδα που άλλαξε οριστικά και η οποία παρήγαγε μετρήσιμο και απτό έργο ή θα ξανακυλιστούμε στον ανελέητο βούρκο του τυχοδιωκτικού λαϊκισμού και της μισαλλοδοξίας. Σε έναν κόσμο που αλλάζει δυναμικά το δίλημμα Μητσοτάκης ή όλοι οι υπόλοιποι κομπάρσοι ενωμένοι αποκτά χαρακτηριστικά ερωτήματος επιβίωσης.
Και μια ιδέα χαλαρής ψήφου με προοπτική τη συγκυβέρνηση θα ισούταν με ήττα της λογικής απέναντι στο παράλογο. Φλέγον είναι να γίνει αντιληπτό από τον εκάστοτε κατά δήλωσή ή θέση υποστηρικτή ή αξιωματούχο της παρούσας κυβέρνησης πως δεν θα είναι αρκετό ή σημαντικά μετρήσιμο να χτυπήσει απλώς τη πλάτη σε δέκα τοπικούς παραγονταρέους (οι οποίοι καλό είναι να μάθουμε κάποια στιγμή τι έργο παράγουν και πως αυτό μετριέται) για να σπεύσουν και να τον εκλέξουν στη επόμενη βουλή. Μείζον είναι να βγει μπροστά να αποκρούσει κάθε λάσπη που πετιέται σε βάρος της παράταξης, να μπει στα καφενεία, στις γειτονιές, στις αγορές, στα social media και να ανοίξει ευθέως διάλογο ακόμα και να αντιπαρατεθεί και να δεχτεί τη χλεύη ή την απόρριψη για τα κακώς κείμενα που υπήρξαν.Αυτή είναι η περιγραφή του έργου και της θέσης του σε μια επιτακτική πανστρατιά. Δυστυχώς αυτό φαίνεται να έχει γίνει κατανοητό από ελάχιστους καθώς τα πρόσωπα που συνεχίζουν να σέρνουν το κάρο και να αποτελούν στυλοβάτες αυτής της προσέγγισης είναι βίαια μετρημένα στα δάχτυλα των δύο χεριών (και ίσως μένουν και ρέστα). Οι υπόλοιποι τι θα πράξουν αν δε βγαίνουν με δυναμισμό μπροστά; Δηλαδή αυτοί που φοβούνται να αποκρούσουν τη “πολιτική πέτρα” και να τη πετάξουν πίσω. Θα περιμένουν να βγάλουν κάποιοι το “φίδι από τη τρύπα” και χτυπώντας τη πλάτη στις ανερμάτιστες γραφικότητες και γκρίνιες μερίδας του εκλογικού τους ακροατηρίου θα εμφανιστούν άβρεχτοι να ξαναναλάβουν κυβερνητικούς θώκους; Αν δε βγεις στα μέσα να αντιπαρατεθείς και αν δε μπεις στις γειτονιές να εξηγήσεις τη πολιτική της κυβέρνησης την οποία εκπροσωπείς στο πολίτη πόσο τελικά αξίζεις για αυτούς τους θώκους και πόσο η παράταξη και η πατρίδα μπαίνει πάνω από τις προσωπικές σου βλέψεις;
Τέλος ας αναλογιστούμε όλοι τι πραγματικά κομίζουν όλοι εκείνοι οι οποίοι θεωρούν ως κατάλληλο χρόνο να διατρανώσουν μερικούς μήνες πριν από τις εκλογές τις ενστάσεις τους για νόμους που ψηφίστηκαν από τη κυβέρνηση και για πολιτικές που ακολουθήθηκαν ενώ αρκετοί εξ αυτών τα προηγούμενα χρόνια εξέφραζαν ήσυχα τις ενστάσεις τους είτε μεταξύ τυρού και αχλαδιού είτε επέλεγαν να παριστάνουν τις αρσακειάδες; Έχουν το σθένος κοινοβουλευτικοί και μη, γκρινιάρηδες, να φέρουν εις πέρας αυτές τις εκλογές ή μήπως χτίζουν προσωπικές κομματικές πελατείες δημιουργώντας σημαντικά κενά στις γραμμές άμυνας του κόμματος;
* Ο Σίμος Χριστοφάκης-Σαρρής είναι Δικηγόρος


