«Κάθισα την Ομορφιά στα γόνατά μου. Και την βρήκα πικρή».

2679

 

«Un soir, j’ ai assis la Beauté sur mes genoux.

Et je trouvée amère….»

Της Βασιλικής Τζότζολα

«Ένα βράδυ, κάθισα την Ομορφιά στα γόνατά μου. Και την βρήκα πικρή». Αυτά γράφει προφητικά ο Arthur Rimbaud, κάπου στη συλλογή του «Μια εποχή στην Κόλαση».

Ένα βράδυ, προχθές το βράδυ, κάηκε η Ομορφιά πικρή. Μαζί της δεν κάηκε η δυτική καλαισθησία. Κάηκε η πανανθρώπινη Φιλοκαλία. Δεν πήραν φωτιά οι περίτεχνοι τρούλοι και τα μυθιστορηματικά καμπαναριά. Πυρώθηκαν κι έγιναν αποκαΐδια αδιάλειπτες προσευχές και καημοί και ακουμπίσματα χαρμολυπικά, εννιά σχεδόν αιώνων, μέσα σε εννιά σχεδόν ώρες. Η «Στάση της Notre Dame», της – κατά τους Γάλλους – «Παναγίτσας μας».

Στη γλώσσα τη δική μας, στη λαλιά μας, δηλαδή, στην εν ενεργεία προσευχή μας, όπως κάπως θα έλεγε ο Σεφέρης, η Παναγίτσα είναι «μου». Η Παναγίτσα του καθενός, είναι η Παναγίτσα του Ενός. Η «Παναγίτσα μου». Βέβαια, στη γλώσσα τη δική μας, το κάθε «μου» λογοδοτεί συνεχώς στο «όλοι μαζί, πεθαμένοι και ζωντανοί, αλληλέγγυοι και συνυπεύθυνοι». Με τους Γάλλους δεν ισχύει το ίδιο. Εξακολουθούν και αυτοί να γεύονται τη Φιλοκαλία της δικής τους λαλιάς, ως εν ενεργεία προσευχής και, ίσως, αγάπης, που κάποτε αγγίζει τα όρια της ανθρωπιάς, αλλά χρειάζονται υπενθύμιση για να μην ξεχνούν το «όλοι μαζί»: Notre Dame, Παναγίτσα μας.

Δύο αιφνίδιες εικόνες μου γέννησαν οι φλόγες. Το «nine eleven», την αμερικανική 11η Σεπτεβρίου με τις δικές της φλόγες. Και το σεφέρειο στίχο «Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις». Ο Θεός του καθενός να με συγχωρέσει, σκέφτηκα ότι είναι ενέργεια θρησκευτικού φανατισμού, ίσως και πολιτιστικού φανατισμού. Δε μπορώ να μην απασχολούμαι με τη σκέψη, ότι πρόκειται για τρομοκρατικό φανατισμό. Πόσο αμελείς μπορεί να υπήρξαν οι Γάλλοι, όταν με τόση επιμέλεια περιθάλπουν ό,τι γαλλικό! Από το διεθνή διαγωνισμό καθαρισμού του Πύργου του Άιφελ, έως την φιλελεύθερη και άκρως φροντισμένη προώθηση των μουσειακών τους εκθεμάτων στο «The Da Vinci Code». Κρίμα η περίπτωση δολιοφθοράς να σού πνίγει το μυαλό! Αλλά πόσο να την αποσυνδέσεις, ως ενδεχόμενο, από τις αλλεπάλληλες αποφάσεις της τελευταίας 15ετίας του Conseil d’État, κατά του μεγαλόσταυρου και της ισλαμικής μαντήλας, κατά των ghetto και υπέρ του «κοσμικού» και «άθεου» κράτους..;

Κύριε Τσίπρα, ακούτε; Είτε το πείτε «τυμβωρυχία», είτε το πείτε «τυμβοθηρία», έχετε καταλάβει πλήρως τί είδους και πόσους Ασκούς Αιόλου ανοίγετε συνεχώς, χωρίς να ξέρετε περί τίνος πρόκειται! Όποιο συνθετικό κι αν επιλέξετε, ο τύμβος παραμένει τύμβος. Δηλαδή, τάφος. Και στον τάφο, ακόμη κι αν είναι μασταμπάς,[1] στην καλύτερη να σας αποδώσουν κάποια αφιερώματα. Το σάβανο, δυστυχώς, δεν διαθέτει τσέπες! Πολλώ μάλλον το πολιτικό σάβανο, κύριε Τσίπρα, Γαβρόγλου και ΣΙΑ. Αυτά για την συνταγματική πρότασή σας, να κατοχυρωθεί ως «κοσμικό κράτος» η Ελλάδα.

 

«Τα σπίτια που είχα μού τα πήραν (…)

Δεν ξέρω πολλά πράγματα από σπίτια,

θυμάμαι τη χαρά τους και τη λύπη τους καμιά φορά, σα σταματήσω (…)

Ξέρεις τα σπίτια πεισματώνουν εύκολα, σαν τα γυμνώσεις».

Σπίτι είναι ο ναός, ο εκάστοτε ναός, ο κάθε φυλής ή θρησκείας ή πίστης. Ναός ιδεολογήματος ή πρότασης ζωής αληθινής, ο ναός παραμένει σπίτι. Ακόμη κι αν δεν ξέρεις πολλά από σπίτια, Ω, Πιστέ, Ω, Επισκέπτη, Ω, Άθεε, Ω, Λογοτέχνη, Ω, Όποιε, ξέρεις τί θα πει γύμνια, απογύμνωση. Και απογύμνωση για ένα σπίτι είναι πάντα η εγκατάλειψη, η αδιαφορία, που «στις μέρες μας την προδοσία, τη λένε αδιαφορία». Νάτος πάλι ο Σεφέρης!

Έχετε προσέξει πόσο πιο γρήγορα ρημάζει το σπίτι του ξενιτεμένου; Αφού είναι κλειστό. Είναι κλειδωμένο και δε φθείρεται! Πώς πιο γρήγορα καταρρέει, αφού δε μπαινοβγαίνει ζωή; Ακριβώς γι’ αυτό! Διότι η ζωή ζωοδοτεί και την ύλη. Διότι το σπίτι, ο ναός, το όποιο κρησφύγετο, ζει από τη ζωή. Είναι υλικό, είναι κτιστό, όχι άψυχο. Κάθε κτιστό κρύβει μέσα του το άκτιστο. Αρκεί, όπως περιμένεις το θαύμα, να είσαι έτοιμος να το δεις. Και να το ζήσεις. Να συζήσεις και να συν-χωρέσεις. Τί κι αν με την έκκληση Μακρόν έχουν ήδη συγκεντρωθεί εκατομμύρια ευρώ για να αποκατασταθεί η «Παναγίτσα τους»; Πόσο καιρό είχαν οι Γάλλοι γονυκλινείς να την επισκεφθούν; Ρωτάω για επίσκεψη στο εσωτερικό της! Όχι καιομένη αυτή και αυτοί γονυκλινείς στο πεζοδρόμιο! Να την αντικρύσουν εντός Της! Και να ακουμπήσουν – έστω – την «κοσμική» τους καθημερινότητα στους παρηγορητικούς τοίχους της Leurs Dame, στην Dame des leurs pensées.

 

Όταν η Παραμυθία μένει μόνη, γίνεται Πείσμα. Κι από Αγκαλιά, Γροθιά. Είναι Όμορφη η Γύμνια στον Παράδεισο. Όμως, αν η Αιδώς πρόλαβε να την ντύσει, μην την απογυμνώνεις. Αγάπα την. Μέχρι και πάλι μόνη της να γυμνωθεί. Και τότε θα αναστηθεί. Μαζί σου.

[1] Μασταμπάς: μεγάλος ορθογώνιος τάφος, οι πρώτοι αιγυπτιακοί τάφοι των Φαραώ