*Του Δημήτρη Απόκη
Η τακτική του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τράμπ, πριν από λίγες ημέρες στη Σύνοδο Κορυφής του G7 στον Καναδά, και η απόφασή του να επιβάλει δασμούς σε προϊόντα της Κίνας, δείχνει ότι ο παρατεταμένος μήνας του μέλιτος έχει τελειώσει. Η διορία που ο Αμερικανός Πρόεδρος και η κυβέρνησή του έδωσαν, για πάνω από ένα χρόνο, στο βασικό πυρήνα των συμμάχων των ΗΠΑ, αλλά και σε αντιπάλους όπως η Κίνα και η Ρωσία, έλαβε τέλος, και η συστηματική πλέον αποδόμηση του παλαιού διεθνούς συστήματος έχει, χωρίς επιστροφή, μπει σε εφαρμογή.
Οι δασμοί που επέβαλλε η κυβέρνηση Τράμπ, στις χώρες μέλη του G7, πριν τη Σύνοδο, αλλά και όσα έγιναν κατά τη διάρκεια της στον Καναδά, προκάλεσαν δηλώσεις οργής από χώρες όπως ο Καναδάς και η Γαλλία. Με την ολοκλήρωση της Συνόδου και την απόφαση του Προέδρου, και μάλιστα μέσω twitter, ενώ πετούσε για προς τη Σιγκαπούρη, για τη συνάντηση κορυφής με τον ηγέτη της Βόρειας Κορέας Κίμ, να αποσύρει την στήριξη στο κοινό ανακοινωθέν της Συνόδου, έκανε τις ηγεσίες των χωρών αυτών να αρχίσουν να χωνεύουν ότι ο Τράμπ, μιλάει σοβαρά και δεν κάνει απλά ένα σόου.
Όπως έχω γράψει κατ’ επανάληψη οι Ηνωμένες Πολιτείες, δημιούργησαν, συντήρησαν, και λειτούργησαν ένα σύστημα παγκόσμιας ασφάλειας αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι και σήμερα, με αποτέλεσμα τα υπόλοιπα μέλη του G7, να απολαμβάνουν τα οφέλη χωρίς κανένα κόστος.
Η διατήρηση οικονομικά και σε επίπεδο ασφάλειας ενός τέτοιου συστήματος, δεν είναι κάτι συνηθισμένο με βάση την αμερικανική ιστορία. Πριν από το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι προτεραιότητες της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ήταν άλλες. Στην μετά την επανάσταση περίοδο, η προτεραιότητα ήταν η ανόρθωση αναστήματος απέναντι στις αυτοκρατορίες της Ευρώπης, με την Βρετανική Αυτοκρατορία να παραπαίει. Τότε η κυρίαρχη άποψη ήταν ότι οι ΗΠΑ, έπρεπε να είναι μία από αυτές τις μεγάλες δυνάμεις.
Η πρώτη άποψη ήταν αυτή που οδήγησε τις ΗΠΑ στο να εισέλθουν στον πόλεμο του 1812, και στην υποστήριξη των κινημάτων ανεξαρτησίας στις Ευρωπαϊκές αποικίες στο Δυτικό Ημισφαίριο. Η δεύτερη άποψη, ήταν αυτή που γέννησε το Δόγμα Μονρόε.
Καθώς ο κόσμος άλλαζε, άλλαξε και η αμερικανική εξωτερική πολιτική. Ο Αμερικανικός εμφύλιος και η ανοικοδόμηση, έδιωξε κάθε όρεξη για ουσιαστική εξωτερική πολιτική, και οδήγησε σε σκληρό απομονωτισμό. Με τον πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ και Ισπανίας, ο απομονωτισμός αντικαταστάθηκε από την εμπορική διπλωματία του δολαρίου, όπου η Ουάσιγκτον, εφάρμοσε μια εξωτερική πολιτική ωθούμενη από τις επιχειρήσεις, σχεδιασμένη να μεγιστοποιήσει τη οικονομική διείσδυση της Αμερικής. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος και η Μεγάλη Ύφεση, έκανα τους Αμερικανούς να απογοητευτούν από τον υπόλοιπο κόσμο και να επιστρέψουν στην απομόνωση.
Οι δύο Παγκόσμιοι Πόλεμοι, άφησαν την Αμερική σε ηγεμονική θέση σε όλα τα επίπεδα που μετρούν στην διεθνή πολιτική. Από εκεί που οι ΗΠΑ, δεν είχαν καθόλου Ναυτικό, είχαν το μεγαλύτερο χρέος παγκόσμια, έφτασαν να έχουν το πλέον πανίσχυρο Ναυτικό, τεχνολογική υπεροχή, και να είναι η πλέον πανίσχυρη οικονομία σε παγκόσμια κλίμακα. Το δίλλημα ήταν ξεκάθαρο. Απομονωτισμός και πάλι βλέποντας της Σοβιετική Ένωση, αργά αλλά σταθερά να αποκτά δυνατότητα αμφισβήτησης της πρωτοκαθεδρίας των ΗΠΑ ή η εξεύρεση ενός τρόπου που θα έκανε ένα γκρουπ χωρών με ιστορικές διαφορές να συνεργαστούν.
Η ιδέα αυτή ήταν επαναστατική. Η χρήση της νέας και χωρίς προηγούμενο οικονομικής δύναμης των ΗΠΑ για να αναγκαστούν όλες οι πρώην ανταγωνιστικές δυνάμεις να συνεργαστούν στο ίδιο στρατόπεδο. Οποιαδήποτε χώρα είχε ουσιαστική παρουσία ως μεγάλη δύναμη, θα μπορούσε να το κάνει εάν είχε αξιοσέβαστη ναυτική δύναμη. Οι συγκρούεις αυτών των δυνάμεων για διάφορα θέματα και συμφέροντα έφεραν τους δύο Παγκοσμίους Πολέμους.
Οι ΗΠΑ, έθεσαν σε εφαρμογή ένα ευρύ σύστημα γνωστό ως Bretton Woods, το οποίο πήρε το όνομά του από την τοποθεσία όπου έγιναν οι πρώτες συμφωνίες. Το σύστημα αυτό παρείχε παγκόσμια ασφάλεια για όλες τις ναυτικές (εμπόριο) και βιομηχανικές δυνάμεις, δίνοντάς τους πρόσβαση σε οποιεσδήποτε πηγές, οποιαδήποτε στιγμή και οπουδήποτε με ασφάλεια, και μετά δυνατότητα εξαγωγής των προϊόντων τους στην αμερικανική αγορά. Αυτό το παρείχαν, χωρίς κόστος, οι ΗΠΑ, ζητώντας ως αντάλλαγμα συμμαχία έναντι της Σοβιετικής Ένωσης.
Όλες αυτές οι δυνάμεις είναι δυνάμεις με κάποια σημασία και σήμερα και οι πιο ισχυρές από αυτές απαρτίζουν το G7. Η στρατηγική του Bretton Woods, είναι αξιοσημείωτη στη διπλωματική ιστορία των ΗΠΑ, για το γεγονός ότι δεν είχε αντίπαλο. Καμία άλλη στρατηγική δεν υπήρχε απέναντι. Στο εσωτερικό των ΗΠΑ, είχε οικουμενική αποδοχή και αποτέλεσε το πλαίσιο για εβδομήντα χρόνια. Το διεθνές σύστημα έχει αλλάξει από τη στιγμή που τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος, και τώρα, έστω και με λίγη καθυστέρηση, αλλάζουν και οι ΗΠΑ. Η εξωτερική πολιτική του Προέδρου Τράμπ, δεν αποτελεί σφάλμα του αμερικανικού συστήματος αλλά ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα. Με την εξωτερική πολιτική Τράμπ, οι ΗΠΑ, αφήνουν πίσω το Bretton Woods, και κάνοντας το, φλερτάρουν με τις τέσσερεις εκφάνσεις τις εξωτερικής τους πολιτικής πριν από αυτό.
Η σκληρή στάση του Αμερικανού Προέδρου, στο θέμα της επαναδιαπραγμάτευσης της NAFTA με τον Καναδά και το Μεξικό, είναι ξεκάθαρα νέο – ιμπεριαλιστική. Επιχειρεί με επιβολή δύναμης την αλλαγή της οικονομικής αλλαγής των δυο γειτόνων, έτσι ώστε να εξυπηρετούνται οι δομικές ανάγκες των ΗΠΑ. Σε αυτό κουμπώνει και η πρόταση Τράμπ για επαναφορά, της Ρωσίας στο G7. Στη μετά Bretton Woods εποχή η Ρωσία είναι λιγότερο αντίπαλος και περισσότερο πιθανός εταίρος, για χρήση εναντίον άλλων αντιπάλων.
Η εμπορική σύγκρουση του Τράμπ με την Κίνα, θυμίζει πολύ τις αντι – Βρετανικές Πολιτικές των πρώτων χρόνων του Αμερικανικού κράτους. Και υπάρχουν πολλές ομοιότητες με το τότε αίσθημα εναντίον της Βρετανίας, στις απόψεις του Προέδρου Τράμπ έναντι άλλων χωρών όπως το Ιράν, η Κίνα, κλπ.
Η διάθεση του Προέδρου Τράμπ, να φλερτάρει με τη Βόρεια Κορέα, έχει χρώμα διπλωματίας του δολαρίου, και ο Πρόεδρος έχει δώσει εντολή στον Υπουργό Εμπορίου, Γουίλμπουρ Ρός, για μια χωρίς τέλος εκστρατεία προώθησης των αμερικανικών προϊόντων, με σύνδεση πιθανών πωλήσεων και εμπορικών διαπραγματεύσεων με όλους ανεξαιρέτως.
Κοιτάζοντας μέσα από το πρίσμα του Bretton Woods, όλοι αυτοί οι στόχοι και οι μέθοδοι είναι ανησυχητικοί. Αλλά βλέποντας μέσα από το φακό οτιδήποτε άλλου εκτός από το στρατηγικό περιβάλλον για το οποίο σχεδιάστηκε το Bretton Woods, το Bretton Woods φαντάζει γελοίο.
Πολύ απλά οι απόψεις και οι πολιτικές του Προέδρου Τράμπ, ταιριάζουν απόλυτα με τη σημερινή κατάσταση διεθνώς, και ακόμη περισσότερο με τη σημερινή πραγματικότητα στην Αμερική. Δεν ταιριάζουν με την πραγματικότητα που εξυπηρετούσε το σύστημα του Bretton Woods. Οι ΗΠΑ έχουν τελειώσει από το πληρώνουν για τη διατήρηση και τη λειτουργία της συμμαχίας.
Μέχρι πριν λίγα εικοσιτετράωρα οι σύμμαχοι έδειχναν να κάνουν πως δεν καταλαβαίνουν. Μετά από αυτά που έγιναν στο G7, νομίζω ότι κατάλαβαν. Αντιλαμβάνονται πλέον ότι η αλλαγή στην Προεδρία των ΗΠΑ, είναι πραγματική. Αντιλαμβάνονται ότι ο Τράμπ, δεν μπλοφάρει, και ότι η ρητορική του Προέδρου, είναι πλέον η πολιτική της Ουάσιγκτον. Και πάνω από όλα αντιλαμβάνονται ότι ακόμα και όταν ο Πρόεδρος Τράμπ, αποχωρήσει δεν υπάρχει καμία περίπτωση να επανέλθει το Bretton Woods.
Είναι καιρός για τις πριμαντόνες, κυρίως, της Ευρώπης να κατανοήσουν ότι πρέπει να αποφασίσουν πως τοποθετούνται στο νέο σύστημα που ανοίγεται μπροστά τους. Το πως οι σημερινές ηγεσίες στην Ευρώπη, θα το πράξουν και εάν έχουν τη δυνατότητα, που αμφιβάλλω, να το πράξουν θα κρίνει το μέλλον όλων μας.
*Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.
Η χώρα βρίσκεται σε εθνική κατάθλιψη. Υπάρχει ελπίδα;
Προχθές το βράδυ το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων δημοσίευσε το Ευρωβαρόμετρο, την ευρωπαϊκή, δηλαδή, δημοσκόπηση που συγκρίνει τις τάσεις και τις συμπεριφορές σε διαφορετικές χώρες.
Τι ακριβώς έδειξε το Ευρωβαρόμετρο; Ότι οι Έλληνες βρίσκονται στα όρια της κατάθλιψης. Σε αντίθεση με τους άλλους λαούς της Ευρώπης όπου οι δείκτες ελπίδας μεγαλώνουν, η Ελλάδα ετοιμάζεται να αποχαιρετήσει το (επίσημο) Μνημόνιο με το 98% των πολιτών της να θεωρούν κακή την κατάσταση της οικονομίας της.
Δεν υπάρχει, δηλαδή, Έλληνας που να πιστεύει ότι η χώρα μπαίνει σε ενάρετο κύκλο. Δεν πα να μιλά ο πρωθυπουργός για «success story», δεν πα να προσπαθεί να πείσει ότι η χώρα έχει μπει σε ανάπτυξη, το βέβαιο είναι ότι το σύνολο του Ελληνικού λαού, αντιλαμβάνεται την κατάσταση διαφορετικά, θεωρώντας ότι τα πράγματα δεν πάνε καθόλου καλά.
Όλοι μας θα θέλαμε να ισχύει το αντίθετο. Άλλωστε η οικονομία είναι ψυχολογία και όσο ισχυρότερο είναι το αίσθημα της ελπίδας, τόσο μεγαλύτερη είναι η πιθανότητα της ανάκαμψης.
Το χειρότερο όμως στα ευρήματα του Ευρωβαρόμετρου, δεν είναι αυτό. Το χειρότερο είναι ότι το 94% των Ελλήνων βλέπει ως πολύ αρνητική τη γενικότερη κατάσταση στη χώρα μας, σε ζητήματα πέραν της οικονομίας, σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους που εμφανίζονται αισιόδοξοι για το μέλλον τους!
Δυστυχώς μια χώρα δεν μπορεί να σηκωθεί ξανά στα πόδια της όταν ο λαός της είναι γονατισμένος, χωρίς καμία ελπίδα για το μέλλον του.
Αν σε αυτά τα συναισθήματα, προστεθεί και η αίσθηση εθνικής ταπείνωσης που προκαλούν οι κυβερνητικές αποφάσεις στο «Μακεδονικό», η Ελλάδα φαντάζει παραιτημένη, σε αναντίστοιχη κατεύθυνση από εκείνη της υπόλοιπης Ευρώπης.
Ο κ. Τσίπρας φαίνεται να είναι εγκλωβισμένος στον ιδρυματισμό που μπορεί να προκαλέσει η εξουσία και οι συναναστροφές αποκλειστικά εντός του Μεγάρου Μαξίμου. Γι αυτό και ίσως να μην αντιλαμβάνεται την απόσταση που πλέον τον χωρίζει από την Ελληνική κοινωνία. Θα αρκούσε μια ματιά μόνο, στο αντίστοιχο Ευρωβαρόμετρο του 2014, προκειμένου να καταλάβει πώς ακριβώς έβλεπαν οι ίδιοι οι Έλληνες την πατρίδα τους τότε και πώς ακριβώς αντιλαμβάνονται το δικό του «έργο» σήμερα.
Ο κ. Τσίπρας πλέον δεν μπορεί. Φαίνεται να έχει ξεπεραστεί από την ίδια την κοινωνία. Αλλά, αν θέλουμε να έχουμε μέλλον ως χώρα, αυτή η εθνική παραίτηση θα πρέπει να αναστραφεί.
Την ανύψωση της εθνικής αυτοπεποίθησης έχει οριοθετήσει ως βασική του προτεραιότητα ο Κυριάκος Μητσοτάκης όταν με το καλό αναλάβει τα ηνία της χώρας: Θα επιδιώξει να εμπνεύσει, να κινητροδοτήσει και να ενσωματώσει όλες τις υγιείς, παραγωγικές κοινωνικές ομάδες της χώρας, θα επιδιώξει να κάνει τους πολίτες να ελπίσουν ξανά! Θα επιδιώξει να αποκαταστήσει τη σχέση εμπιστοσύνης πολίτη – πολιτείας και να αναστρέψει την προσλαμβάνουσα της κοινωνίας για την ανεξαρτησία και την αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης. Θα επιδιώξει να περιβάλλει, πάλι, με κύρος τους Θεσμούς και να προχωρήσει στις μεγάλες συνταγματικές αλλαγές που έχει ανάγκη η χώρα.
Θα προσπαθήσει ακριβώς να μεταστρέψει τους δείκτες μιζέριας που αποτυπώνει το Ευρωβαρόμετρο και όλες οι δημοσκοπήσεις του τελευταίου διαστήματος.
Θα προσπαθήσει να αποκαταστήσει όλα όσα αμφισβητήθηκαν κατά την περίοδο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.
Αυτά τουλάχιστον υπόσχεται, αυτά υπονοεί ο δημόσιος λόγος και η πολιτική παρουσία του.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να αποτελέσει την τελευταία ελπίδα μιας απογοητευμένης κοινωνίας.
Αν τα καταφέρει, η Ελλάδα μπορεί να ελπίσει ξανά
Διαφορετικά….