Η αγάπη των αρχαίων προγόνων μας για τα ζώα ήταν μεγάλη και η σχέση τους με αυτά, στενή. Πόσο δεμένοι ήταν στην αρχαία Ελλάδα με το ζωικό βασίλειο, φιλοδοξεί να μας δείξει μια έκθεση που θα ετοιμάσει το Εθνικό Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Γουλανδρή σε συνεργασία με το Μουσείο Παύλου και Αλεξάνδρας Κανελλοπούλου. Η έκθεση θα παρουσιαστεί στην Κηφισιά από τον Νοέμβριο έως τον Απρίλιο.
Για τον σκοπό αυτό, το μουσείο Κανελλοπούλου που ανακαινίζεται αυτόν τον καιρό και δεν λειτουργεί, θα δανείσει 139 αρχαιότητες. Για την έκθεση, με τίτλο εργασίας «Άνθρωποι και ζώα: μια πανάρχαια σχέση», υπάρχει δυνατότητα παράτασης. Θα
Συνοδεύεται από επιστημονικό κατάλογο και εκπαιδευτικές δράσεις. Αναδεικνύει τις πολλαπλές όψεις της σχέσης ανθρώπων και ζώων στην αρχαιότητα (οικονομία, καθημερινή ζωή, θρησκεία, μυθολογία), προωθώντας έναν διεπιστημονικό διάλογο μεταξύ αρχαιολογικών αντικειμένων και εκθεμάτων φυσικής ιστορίας ενσωματώνοντας σύγχρονες μεθοδολογίες μελέτης, όπως η ζωοαρχαιολογία.
Χαρακτηρίζεται επίσης από την ποικιλία των ειδών και των υλικών των εκθεμάτων (λίθος, μέταλλο, κεραμεική, πολύτιμοι και ημιπολύτιμοι λίθοι, κοσμήματα, νομίσματα κ.ά.) που καλύπτουν ευρύ χρονολογικό και γεωγραφικό φάσμα.
Οργανώνεται σε δύο ενότητες: μια εισαγωγική, με τη μορφή αυτόνομης περιοδικής έκθεσης με θεματική παρουσίαση των αρχαιολογικών έργων και μια διαδραστική, ενσωματωμένη στη μόνιμη ζωολογική έκθεση, όπου τα αρχαιολογικά αντικείμενα αντιπαραβάλλονται με ζωολογικά εκθέματα. Ετσι, ενισχύεται μια συγκριτική, επιστημονικά τεκμηριωμένη και παιδαγωγικά αποτελεσματική εμπειρία για το κοινό.
Τα εκθέματα του Μουσείου Κανελλοπούλου θα παρουσιάζονται σε αυτόνομες προθήκες, με όλες τις σχετικές προβλέψεις ασφάλειας. Τα αντικείμενα είναι μικρά, κυρίως αγγεία και ειδώλια ζώων.
Το Μουσείο Παύλου και Αλεξάνδρας Κανελλοπούλου (στην Πλάκα), αναδεικνύει ξεχωριστά τη σχέση των αρχαίων με τα ζώα μέσα από πλούσιες συλλογές αγγείων και πήλινων ειδωλίων. Οι αρχαίοι καλλιτέχνες απεικόνιζαν τόσο πραγματικά ζώα (ελέφαντες, πιθήκους, ιπποπόταμους), όσο και μυθικά υβριδικά πλάσματα (σφίγγες, κενταύρους, σειρήνες).
Το ενδιαφέρον του ανθρώπου για τα ζώα, πρακτικό, θεωρητικό και φαντασιακό, σημάδεψε την ανάδυση και διαμόρφωση του πολιτισμού καθώς οι άνθρωποι επιχειρούσαν να κατανοήσουν τον εαυτό τους σε σχέση αλλά ταυτόχρονα και σε αντιδιαστολή προς τα υπόλοιπα φυσικά ή φανταστικά είδη. Σήμερα, η σχέση των ανθρώπων με τα ζώα περνά περίοδο αλλαγών. Το κίνημα για τα δικαιώματα των ζώων – με ιδιαίτερη απήχηση στις νεότερες γενιές– θέτει υπό αμφισβήτηση παγιωμένες ιδέες και συμπεριφορές και ωθεί τους ερευνητές να αναζητήσουν στο παρελθόν μοντέλα αλληλεπίδρασης που διαφέρουν από τα σημερινά.
Η διερεύνηση των σχέσεων υπήρξε ενδιαφέρουσα σε εκπαιδευτικές δράσεις του Μουσείου Κανελλοπούλου και της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών Σπουδών. Σύμφωνα με το εξαιρετικό εκείνο πρόγραμμα, στην αρχαιολογία η σχέση των ανθρώπων με τα ζώα προσεγγίζεται μέσα από 3 δρόμους:
– της ζωοαρχαιολογίας, που μελετά τα φυσικά κατάλοιπα ζώων σε ανθρωπογενή περιβάλλοντα,
– της ιστορίας της τέχνης, που μελετά τις αναπαραστάσεις ζώων και τους συμβολισμούς τους,
– της φιλολογίας και της ιστορίας της φιλοσοφίας και της επιστήμης, που μελετούν τις απόψεις των αρχαίων για τα ζώα όπως αυτές αποτυπώνονται σε κείμενα.
Η σχέση των ανθρώπων με τα ζώα είναι πανάρχαια. Πρόκειται αμφίδρομη ιστορία επιβίωσης, συμβίωσης και συναισθηματικής εξάρτησης. Από τους προϊστορικούς χρόνους μέχρι τη σύγχρονη εποχή, η σύνδεση αυτή έχει εξελιχθεί από την ανάγκη για προστασία και τροφή, σε μια βαθιά πηγή ψυχικής υγείας και συντροφικότητας.
Η ιστορία και η εξέλιξη αυτής της σύνδεσης περιλαμβάνει διάφορα στάδια:
Η αυγή της συνύπαρξης: Τα ζώα αρχικά αποτέλεσαν πηγή τροφής, αλλά σύντομα έγιναν σύμμαχοι στο κυνήγι και τη φύλαξη. Ο λύκος ήταν το πρώτο ζώο που εξημερώθηκε πριν από χιλιάδες χρόνια, εξελισσόμενος στον πιστό σκύλο.
Η αγροτική επανάσταση: Η εξημέρωση παραγωγικών ζώων (π.χ. πρόβατα, βοοειδή) έδωσε στον άνθρωπο τη δυνατότητα να περάσει από τη νομαδική ζωή στη γεωργία και στη μόνιμη εγκατάσταση.
Συναισθηματικός δεσμός: Στη σύγχρονη κοινωνία, τα ζώα (κυρίως τα κατοικίδια) έχουν αναβαθμιστεί σε ισότιμα μέλη της οικογένειας, προσφέροντας ανιδιοτελή αγάπη και συντροφικότητα.
Ψυχολογικά & Ιατρικά Οφέλη: Έρευνες αποδεικνύουν ότι η συναναστροφή με ζώα μειώνει το άγχος, καταπολεμά τη μοναξιά και λειτουργεί θεραπευτικά για ευάλωτες ομάδες.
Παρά τη διαχρονική τους αξία, η ηθική διαχείριση και ο σεβασμός των ζώων παραμένουν κύριο ζητούμενο του σύγχρονου πολιτισμού.
Στην αρχαία Ελλάδα, τα ζώα κατείχαν κεντρικό ρόλο στην καθημερινή ζωή, τη θρησκεία και τη φιλοσοφία, με τους Έλληνες να αναπτύσσουν μια βαθιά και πολυδιάστατη σχέση μαζί τους. Από τη μία πλευρά υπήρχε ο χρησιμοθηρικός χαρακτήρας και οι θρησκευτικές θυσίες, και από την άλλη ένας ισχυρός συναισθηματικός δεσμός, ο οποίος αποτυπώνεται έντονα στην τέχνη, τη λογοτεχνία και τα αρχαιολογικά ευρήματα.
Τα Κατοικίδια της Αρχαιότητας ήταν
Ο σκύλος: το πιο αγαπημένο ζώο συντροφιάς, φύλαξης και κυνηγιού. Οι αρχαίοι Έλληνες τους έδιναν δυναμικά ονόματα όπως Ξίφων (Σπαθί) ή Ακτίς (Ηλιαχτίδα) και, όταν πέθαιναν, τους έθαβαν με τιμές, τοποθετώντας συχνά επιτύμβιες στήλες με συγκινητικά επιγράμματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αφοσίωσης αποτελεί ο Άργος, ο σκύλος του Οδυσσέα στην Οδύσσεια. Ενας από τους διασημότερους ήταν ο Περίτας, ο σκύλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Νυφίτσες και κουνάβια αντί για γάτες: Αντίθετα με την αρχαία Αίγυπτο, οι γάτες ήταν σπάνιες και εξωτικές στην Ελλάδα μέχρι την ελληνιστική περίοδο. Για τον περιορισμό των τρωκτικών στα σπίτια, οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν εξημερωμένες νυφίτσες ή κουνάβια.
Ωδικά πτηνά και χήνες: Οι πάπιες, οι χήνες και τα ωδικά πουλιά (όπως τα τζιτζίκια σε κλουβιά ή οι πέρδικες) ήταν πολύ δημοφιλή κατοικίδια, ειδικά για τις γυναίκες και τα παιδιά στο σπίτι.
Ιερά Σύμβολα: Σχεδόν κάθε θεός του Ολύμπου είχε το δικό του ιερό ζώο-σύμβολο. Η κουκουβάγια αντιπροσώπευε την Αθηνά, το ελάφι την Άρτεμη, ο αετός τον Δία, και το άλογο ή ο ταύρος τον Ποσειδώνα.
Θρησκευτικές Θυσίες: Τα ζώα φάρμας (κυρίως ταύροι, βόδια, πρόβατα και χοίροι) ήταν το επίκεντρο των τελετουργιών. Η θυσία εκατό βοδιών ονομαζόταν εκατόμβη. Το κρέας των θυσιασμένων ζώων μοιραζόταν στη συνέχεια στους πολίτες, αποτελώντας την κύρια πηγή κρεατοφαγίας στις πόλεις-κράτη. Ας θυμηθούμε τα Παναθήναια, με την θυσία εκατό βοδιών (εκατόμβη). Το κρέας μοιραζόταν στους προσκυνητές.


