Ξεχασμένη εστίαση – Γράφει η Αλ. Τσίκα

Κλείσαμε αισίως παραπάνω από έναν χρόνο με την πανδημία να έχει εισβάλει στη ζωή μας σαν κακό σενάριο ταινίας και να συνεχίζει ακάθεκτη να καταλαμβάνει και να καταλύει κάθε στοιχείο της ζωής μας. Ξεχάσαμε πως ήμασταν πριν, πως κινούμασταν, που πήγαιναν, πως πηγαίναμε και πως ζούσαμε. Βάλαμε όλοι πλάτη στην προσπάθεια για να τελειώσει η περιπέτεια μια ώρα αρχύτερα αλλά τελειωμό δεν έχει.

Μέσα σε όλο αυτό το πλαίσιο είδαμε τον εμβολιασμό σαν μια αχτίδα φωτός και ελπίδας και πιστέψαμε ότι πολύ σύντομα θα ξαναγυρίσουμε στη ζωή μας όπως την ξέραμε αλλά φευ. Ο εμβολιασμός ναι μεν προχωράει με γοργό βηματισμό αλλά τα κρούσματα δε λένε να πέσουν και τα νοσοκομείο γεμίζουν το ένα μετά το άλλο.

Ο λόγος; Η κούραση. Ο κόσμος κουράστηκε να ζει σε μια κατάσταση όπου ζωή δεν υπάρχει και έχουμε εναποθέσει όλες τις ελπίδες στο αύριο που δε λέει να έρθει. Καλώς ή κακώς υπομείναμε και επιμείναμε, παλέψαμε και παλεύουμε, σεβαστήκαμε την πολιτεία και τις οδηγίες της αλλά όπως είχαμε ξαναπεί θα φτάσει ένα σημείο όπου το όλο αυτό σχέδιο θα μπουκώσει. Και αυτή η στιγμή έφτασε.

Ο κόσμος όσο και να τον απειλούν πλέον οι απανταχού λοιμωξιολόγοι και λοιμωξιολόγες, δείχνει να αγνοεί παντελώς τα λεγόμενα τους. Βεβαίως ας παραδεχτούμε ότι κάποιοι εξ αυτών την έχουν δει και λίγο τηλεαστέρες και παίρνουν σβάρνα ότι παράθυρο και παραθυράκι βρεθεί στο διάβα τους για να βγάλουν και ένα λογίδριο. Φτιαγμένοι, ντυμένοι, στην πένα, με το μαλλί κάγκελο και το κόκκινο κραγιόν κάποιες κύριες δώστου κάθε μέρα το «μην κουνηθείτε γιατί χανόμαστε».

Ναι, μαζί σας ότι πρέπει να προσέχουμε και κανείς δε θέλει να αρρωστήσει ή να μετά δώσει τον ιό αλλά ξεχάσαμε ότι όλα έχουν ένα όριο. Τώρα το όριο ξεπεράστηκε και ο κόσμος μπούχτισε δυστυχώς είναι πλέον αργά για αλλά λίγα λόγια.

Πλατείες, πάρκα, παραλίες και δρόμοι γεμίζουν ασφυκτικά είτε το επιτρέπουν, είτε όχι, είτε το θέλουν, είτε όχι. Δεν γεμίζουν όμως γιατί οι πολίτες είναι ανεύθυνοι, αλλά επειδή είναι κουρασμένοι. Πολύ κουρασμένοι. Παιδιά που έχουν μόνη διέξοδο την παιδική χαρά και το πάρκα, γονείς που σε λίγο θα αρχίσουν να τραβάνε τα μαλλιά τους από την κλεισούρα, την τηλεκπαίδευση και τα πιτσιρίκια που δεν έχουν ησυχία μέσα στο σπίτι, νέος κόσμος και κάθε ηλικίας κόσμος που πολύ απλά δεν αντέχει άλλο.

Οι συναθροίσεις στα σπίτια όλο και αυξάνονται και μεταξύ μας πλέον είναι και κοινό μυστικό και ο κόσμος ψάχνει απεγνωσμένα κάτι να ξεχαστεί. Μέσα σε όλο αυτό το κλίμα όμως η εστίαση παραμένει ερμητικά κλειστή, χωρίς να υπάρχει ούτε το παραμικρό άνοιγμα, έστω και με περιορισμό ωρών, ώστε να δώσει στον κόσμο την ανάσα που χρειάζεται. Και όχι μόνο στον κόσμο αλλά και στους επαγγελματίες της εστίασης που πλέον βρίσκονται όπως και οι πολίτες, στα ταβάνια.

Ίσως να είναι προτιμότερο να δοθεί μια ανάσα στον κόσμο και να μπορέσει να κάτσει στο τραπεζάκι του να φάει ένα φαγητό ή να πιει ένα ποτό ανά τέσσερα άτομα, αντί να μαζεύονται εκατοντάδες σε δρόμους και πλατείες. Καλώς ή κακώς ο κόμπος έφτασε στο χτένι των αντοχών. Τα σπίτια, οι δρόμοι, οι πλατείες και τα πάρκα δε θα σταματήσουν να γεμίζουν, τι περιμένουμε λοιπόν για να ανοίξουμε την εστίαση; Ή απλώς κάνουμε ότι δεν βλέπουμε το οφθαλμοφανές;