Και αν δεν είσαι «επώνυμη» Σοφία;

Τις τελευταίες μέρες ήρθε στο φως της δημοσιότητας άλλη μια περίπτωση σεξουαλικής παρενόχλησης/βιασμού, μετά την ανοιχτή καταγγελία της Ολυμπιονίκη Σοφίας Μπεκατώρου. Ο φερόμενος ως δράστης στην συγκεκριμένη περίπτωση, από ότι φαίνεται στην περιγραφή, εκμεταλλεύτηκε την ευαισθησία και την ευαλωτότητα του θύματος, καθώς και τις ιδιαίτερες συνθήκες που επικρατούσαν στην ομάδα, αλλά και την ανωτερότητα της θέσης που κατείχε.

Σαφώς δεν είναι η πρώτη και δυστυχώς δε θα είναι η τελευταία φορά, που λαμβάνουν χώρα τέτοια περιστατικά (εγκλήματα), τα οποία μένουν κρυφά για χρόνια. Πολλοί έσπευσαν να «κατηγορήσουν» το θύμα, ότι καθυστέρησε να καταγγείλει το γεγονός (με πρώτη την ίδια την Ομοσπονδία Ιστιοπλοΐας) και να αναρωτηθούν γιατί δεν έλεγε κάτι τόσα χρόνια.

 

Όλοι αυτοί ίσως δεν σκέφτηκαν την ντροπή, το αίσθημα ενοχής και ευθύνης που πολλές φορές νιώθουν τα θύματα βιασμού, το αίσθημα αποτροπιασμού ακόμη και για τον ίδιο τους τον εαυτό, την ψυχολογική κατάσταση στην οποία βρίσκονται και τις σκοτεινές και δαιδαλώδης σκέψεις που τριγυρίζουν στο μυαλό τους. Δεν είναι αυτονόητη η δύναμη που χρειάζεται ένας άνθρωπος για να δεχτεί και να δημοσιοποιήσει ότι έχει πέσει θύμα βιασμού. Ειδικότερα όταν ζούμε ακόμα σε μια κοινωνία που θεωρεί την όποια εξουσία, ως δικαιολογία για να ασκεί πάσης φύσεως βία.

«Και αν γίνω ρεζίλι;» «Και αν με κοροϊδεύουν;» «Και αν υποθέσουν ότι φταίω εγώ;» «Και αν χάσω τη δουλειά μου;» Και αν, και αν και χιλιάδες άλλα ερωτήματα και ασήκωτα βάρη, καλούνται αυτά τα θύματα να κουβαλάνε για χρόνια.

Ζούμε στο 2021 και ακόμα δεν είναι αυτονόητη για σχεδόν καμία γυναίκα η δικαίωση της σε αυτές τις περιπτώσεις. Πολλές φορές ακόμα χειρότερα, θα βρεθούν και φωνές που θα πουν ότι κούνησε και αυτή την ουρά της ή ότι πήγαινε γυρεύοντας για να κερδίσει προαγωγή, δωράκια ή οτιδήποτε άλλο. Ακόμα και αν δεν το παραδεχόμαστε, δυστυχώς ακόμα ενυπάρχουν οι σκέψεις αυτές στον κοινό νου και δύσκολα θα καταφέρουμε να ξεπεράσουμε όλες τις σεξιστικές προκαταλήψεις, με τις οποίες γαλουχήθηκαν γενιές και γενιές.

Και κάθε φορά που βρίσκει μια γυναίκα τη δύναμη να παραδεχτεί αυτό το έγκλημα, αυτές οι φωνές που την αμφισβητούν και την λοξοκοιτάζουν, θα ψιθυρίζουν ξανά και ξανά αυτά όλα που φοβάται ότι θα ακούσει. Θα επιβεβαιώνουν τους φόβους της και θα λειτουργούν ανασταλτικά για όλες τις υπόλοιπες γυναίκες που δεν είναι τόσο «γνωστές» όσο η Σοφια Μπεκατώρου. Για όλες αυτές τις γυναίκες που ξέρουν ότι η δική τους φωνή θα πέσει στο κενό και κανένας «επώνυμος», κανένας Πρόεδρος της Δημοκρατίας,  Πρωθυπουργός ή Υπουργός ή δημοσιογράφος δε θα βγει να τις υπερασπιστεί δημόσια και ίσως η εξομολόγηση της κακοποίησης τους, οδηγήσει σε ακόμη χειρότερη κακοποίηση και φίμωση.

Γιατί είναι πολλές αυτές οι περιπτώσεις. Είναι κρυμμένες πίσω από κλειστές πόρτες και παράθυρα. Μπορεί να είναι πολύ πιο κοντά μας από ότι θελουμε να πιστευουμε ή να φανταζόμαστε. Μπορεί να τις βλέπουμε χαμογελαστές στο δρόμο δίπλα μας, χωρίς να μας δίνουν το παραμικρό δικαίωμα για τα όσα βιώνουν ή βίωσαν, ακριβώς όπως η κυρία Μπεκατώρου τόσα χρόνια. Μπορεί να είσαι εσύ, μπορεί να είναι η αδελφή σου, η μητέρα σου, η κόρη σου, η κολλητή σου. Μπορεί να είναι οποιαδήποτε γυναίκα που ζει μέσα σε μια κοινωνία που την έχει μάθει να ντρέπεται όταν είναι θύμα και να συνεχίζει κατεβάζοντας το κεφάλι.

Η κοινωνία όμως δε θα αλλάξει μόνη της, όπως δεν άλλαξε ποτέ. Την αλλάζουν οι άνθρωποι, οι σκληρές προσπάθειες, οι ενωμένες φωνές που είναι πάντα πιο δυνατές από μια μόνη της. Η μνήμη. Η συλλογική μνήμη που δε θα ξεχάσει αυτό το περιστατικό ή οποιοδήποτε άλλο όταν θα σταματήσει να είναι πρώτη είδηση στα δελτία ειδήσεων. Που θα συνεχίζει να διεκδικεί και να στηρίζει και να στέκεται στο πλευρό όλων αυτών των θυμάτων, μέχρι επιτέλους η κοινωνία να φτάσει στο σημείο που κάθε «Σοφία» θα μπορεί να δικαιωθεί χωρίς να κριθεί.