Η επιθυμία για ελευθερία δίνει τη νίκη στους Έλληνες

5702

“Η Ελλάδα δείχνει ότι ξεπερνά μια περίοδο αδράνειας ετών και προχωρά προκειμένου να ανατρέψει τα τετελεσμένα που δημιουργήθηκαν από την Τουρκία” σχολιάζει ο Αντιστράτηγος Ε.Α. Λάμπρος Τζούμης, στη συνέντευξη που παραχώρησε στο The President, λίγες ώρες μετά την είδηση πως το Oruc Reis κινήθηκε εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας.

Ο Αντιστράτηγος χαρακτήρισε ως “επιβεβλημένες λόγω του τουρκο-λιβυκού μνημονίου” τις συμφωνίες που έχει υπογράψει η Ελλάδα με την Ιταλία και την Αίγυπτο. Και τόνισε πως επιδίωξη της Τουρκίας είναι να μας φέρει σε μια κατάσταση που θα πρέπει να επιλέξουμε μεταξύ δύο «άσχημων» εξελίξεων, ενός πολέμου ή ενός συμβιβασμού που ενδεχομένως θα είναι επιζήμιος για τα εθνικά μας συμφέροντα.

Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Τζούμη, στην Ελλάδα απαιτείται η λήψη μέτρων που θα στέλνουν μήνυμα αποτροπής, θα καταδεικνύουν την πολεμική προετοιμασία και θα συντελούν στην ανύψωση του εθνικού φρονήματος. Παράλληλα, όπως επεσήμανε ο ίδιος, θα πρέπει οι Ενοπλες Δυνάμεις. να ασχοληθούν εντατικά με το επιχειρησιακό τους έργο και να σταματήσουν άμεσα να ασχολούνται με δραστηριότητες που τις εκτρέπουν από την κύρια αποστολή τους.

Σε σχετική ερώτηση, ο Αντιστράτηγος Τζούμης εξέφρασε τη βεβαιότητα πως η Ελλάδα διαθέτει μια αξιόπιστη αποτρεπτική δύναμη και αν απαιτηθεί οι Ενοπλες Δυνάμεις έχουν τη δυνατότητα να προασπίσουν την εδαφική ακεραιότητα της πατρίδας μας και να ακυρώσουν την προσπάθεια επιβολής τετελεσμένων εκ μέρους της Τουρκίας.

“Η ιστορία έχει αποδείξει ότι η επιθυμία για ελευθερία ήταν αυτή που έδωσε πάντα τη νίκη στους Έλληνες και όχι η υπεροπλία και η αριθμητική υπεροχή. Αυτό εκφράζεται απόλυτα μέσα από τα λόγια του εθνικού ποιητή Κωστή Παλαμά : «Η μεγαλοσύνη στα έθνη δεν μετριέται με το στρέμμα, αλλά με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα»” ανέφερε χαρακτηριστικά.

Συνέντευξη στην Ελένη Κριτσιδήμα

– Πως κρίνετε τις εξελίξεις στην νοτιανατολική Μεσόγειο, μετά την υπογραφή συμφωνίας  ΑΟΖ Ελλάδας -Ιταλίας και Ελλάδας- Αιγύπτου; Κατοχυρώνουν οι δυο αυτές συμφωνίες τα ελληνικά δικαιώματα και τα εθνικά Δίκαια;

– Οι συμφωνίες ήταν επιβεβλημένες λόγω του τουρκο-λιβυκού συμφώνου. Η Ελλάδα δείχνει ότι ξεπερνά μια περίοδο αδράνειας ετών και προχωρά προκειμένου να ανατρέψει τα τετελεσμένα που δημιουργήθηκαν από την Τουρκία.

Η συμφωνία με την Αίγυπτο δημιουργεί μια διεθνή νομική διαφορά μεταξύ 4 κρατών, καθόσον συμπίπτει με το τουρκο-λιβυκό σύμφωνο, αλλά δεν το ανατρέπει ούτε το ακυρώνει. Η  τμηματική οριοθέτηση, αφήνει εκτός την περιοχή από τον 28ο μεσημβρινό και ανατολικότερα και αυτό σημαίνει ότι δεν ανατρέπει τις διεκδικήσεις της Τουρκίας στην περιοχή. Ο υπόψη χώρος διεκδικείται από την Άγκυρα και κάθε χρόνο από το 2011 καταθέτει γραπτώς συντεταγμένες στον ΟΗΕ, με τις οποίες επιχειρεί να τον οικειοποιηθεί. Μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας υπάρχει μία τεράστια απόκλιση στον τρόπο οριοθέτησης της ΑΟΖ στην περιοχή της Ν.Α. Μεσογείου, που καθοριστικό ρόλο έχει το νησιωτικό σύμπλεγμα Μεγίστης ή Καστελορίζου, μια περιοχή τεράστιας γεωπολιτικής σημασίας.

Στη Σύμβαση του 1982 στο Montego Bay για το Δίκαιο της Θάλασσας, αναφέρεται ότι όλα τα νησιά που κατοικούνται διαθέτουν ΑΟΖ και εξαιρούνται μόνο οι βράχοι, οι οποίοι δεν μπορούν να συντηρήσουν ανθρώπινη διαβίωση. Συνεπώς δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι το νησιωτικό σύμπλεγμα Μεγίστης, διαθέτει ΑΟΖ. Η Ελλάδα υπέγραψε τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας το 1982 και την επικύρωσε το 1995. Η Τουρκία δεν υπέγραψε αλλά ούτε και επικύρωσε τη σύμβαση, καθόσον δεν την ευνοεί. Παρά το γεγονός αυτό η Τουρκία αφενός δεσμεύεται από τη συμφωνία καθόσον αυτή συνιστά εθιμικό δίκαιο, αφετέρου το 1986 ήρθε σε συνεννόηση για τις επικαλυπτόμενες περιοχές στη Μαύρη Θάλασσα, με την τότε Σοβιετική Ένωση και προχώρησε στην ανακήρυξη και οριοθέτηση ΑΟΖ, χρησιμοποιώντας τη μέθοδο της μέσης γραμμής.

Η Τουρκία ισχυρίζεται ειδικά για την περίπτωση των νησιών του συμπλέγματος Μεγίστης, ότι δεν είναι δυνατόν αυτά τα μικρά νησιά μπροστά από τις τουρκικές ακτές, να έχουν ένα τόσο μεγάλο κομμάτι υφαλοκρηπίδας ή ΑΟΖ. Για τους ισχυρισμούς της προβάλλει το επιχείρημα ότι το σύμπλεγμα των νησίδων-βραχονησίδων της περιοχής του Καστελόριζου, διέπεται από ειδικό καθεστώς, των αποκομμένων νησίδων που επικάθονται επί της τουρκικής υφαλοκρηπίδας.

Αν η Τουρκία δεχτεί ότι το νησιωτικό σύμπλεγμα Μεγίστης και συγκεκριμένα η νήσος Στρογγύλη έχει επήρεια στη χάραξη των θαλασσίων ζωνών, τότε η ΑΟΖ της Ελλάδος ενώνεται  με αυτή της Αιγύπτου και της Κύπρου.

– Είπατε πως η χώρα μας αφήνει πίσω της μια περίοδο αδράνειας και πράγματι, φέτος είδαμε ότι αυτό σταδιακά αλλάζει. Η Ελλάδα διεκδίκησε με περισσότερη αποφασιστικότητα τα Δίκαια για τις ελληνικές θέσεις, τόσο διπλωματικά όσο και στρατιωτικά. Πόσο κοντά είμαστε στην αλλαγή ενός εθνικού δόγματος; Καθίσταται αναγκαία μια τέτοια αλλαγή; 

Η στρατηγική που ακολουθεί επί σειρά ετών η Ελλάδα, στην άκρως εχθρική και επιθετική συμπεριφορά της Τουρκίας, βασίζεται σε αποσπασματική αντιμετώπιση και κατευναστικές συμπεριφορές που εκλαμβάνονται από την απέναντι πλευρά ως αδυναμία. Ο κατευνασμός είναι μια στρατηγική που μπορεί να εφαρμοσθεί μόνο βραχυχρόνια, κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες ισορροπίας ισχύος και υπάρχει σημαντικός κίνδυνος να αποθρασύνει τον αντίπαλο, οδηγώντας σε διαδοχικές υποχωρήσεις και τελικά σε πολεμική σύγκρουση.

Η Τουρκία έχει υιοθετήσει απέναντι στη χώρα μας τη στρατηγική του εξαναγκασμού, με στόχο την υλοποίηση των αντικειμενικών της σκοπών, χωρίς να προβληθεί αντίσταση. Επιδίωξη της είναι να μας φέρει σε μια κατάσταση που θα πρέπει να επιλέξουμε μεταξύ δύο «άσχημων» εξελίξεων, ενός πολέμου ή ενός συμβιβασμού που ενδεχομένως θα είναι επιζήμιος για τα εθνικά μας συμφέροντα.

Είναι γεγονός ότι το τελευταίο διάστημα ακούμε όλο και συχνότερα δηλώσεις για προάσπιση των εθνικών κυριαρχικών μας δικαιωμάτων με κάθε τρόπο. Για να καταστεί όμως η αποτροπή αποτελεσματική, πρέπει να πειστεί η Τουρκία ότι είναι αξιόπιστη και οι δηλώσεις αυτές δεν εντάσσονται στο επικοινωνιακό πεδίο. Όποια και αν είναι η ρητορική που αναπτύσσεται από τη χώρα μας, η εκτίμηση της ελληνικής αποτρεπτικής στρατηγικής γίνεται από την Τουρκία, η οποία αναλογιζόμενη το κόστος σε σχέση με τα προσδοκώμενο όφελος, την οδηγεί στην οποιαδήποτε απόφαση.

Για την υλοποίηση μιας αποτελεσματικής αποτρεπτικής στρατηγικής από τη χώρα μας είναι απαραίτητη η επαύξηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας των ελληνικών Ε.Δ. μέσω συγκεκριμένων δράσεων σε συνδυασμό με την ύπαρξη πολιτικής βούλησης για διεκδίκηση των εθνικών μας συμφερόντων.

– Πως μπορεί αυτό να μετουσιασθεί και στρατιωτικά;

Απαιτείται να ληφθούν άμεσα μέτρα που θα στέλνουν μήνυμα αποτροπής, θα καταδεικνύουν την πολεμική προετοιμασία και θα συντελούν στην ανύψωση του εθνικού φρονήματος. Οι Ε.Δ. να ασχοληθούν εντατικά με το επιχειρησιακό τους έργο και να σταματήσουν άμεσα να ασχολούνται με δραστηριότητες που τις εκτρέπουν από την κύρια αποστολή τους (επιδείξεις, εκδηλώσεις, μεταναστευτικό, κοινωνική προσφορά, κ.λπ). Να ληφθούν μέτρα για τη βελτίωση της στελέχωσης των Σχηματισμών Μάχης των Ε.Δ. Η απόφαση για αύξηση της θητείας στους 12 μήνες, για τους κληρωτούς οπλίτες δεν είναι πανάκεια αλλά παράλληλα με πρόσληψη επαγγελματιών οπλιτών για τη στελέχωση Μονάδων και σχηματισμών υψηλής επιχειρησιακής ευθύνης, θα συντελούσε θετικά.  Να υπάρξει άμεση ενεργοποίηση των εφέδρων και μονάδων εθνοφυλακής που αποτελούν ζωτικό επιχειρησιακό τομέα της εθνικής πολεμικής προπαρασκευής. Το μήνυμα προς την Τουρκία απαιτείται να είναι ξεκάθαρο μέσα από την προς πόλεμο προπαρασκευή των Ε.Δ.

Πιστεύετε πως είναι αναγκαία η απόκτηση νέων φρεγατών ή νέων μαχητικών αεροσκαφών;

– Αναφορικά με το ερώτημά σας, για το εξοπλιστικό μέρος είναι δυνατόν να γίνει απαρίθμηση μια σειρά μέτρων που θα συντελούσαν στην επαύξηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας των Ε.Δ. (αγορά Α/Φ, φρεγατών , κ.λπ), αλλά το ζήτημα είναι ότι η «κλεψύδρα του χρόνου» κυλά πολύ γρήγορα και το σημείο κορύφωσης μιας ενδεχόμενης κρίσης με την Τουρκία πλησιάζει.

– Ποιος είναι ο βαθμός ετοιμότητας των ενόπλων δυνάμεων και ποιες -κατά τη γνώμη σας- οι στρατηγικές κινήσεις που θα αναβαθμίσουν την στρατιωτική δύναμη της χώρας;

Είναι γεγονός, ότι οι συνεχείς μειώσεις του αμυντικού προϋπολογισμού των τελευταίων ετών, επηρεάζουν τη στρατιωτική ισχύ και απειλούν το αξιόμαχο των Ε.Δ. Παρ΄ όλα αυτά, με σωστή συντήρηση και εξασφάλιση της αποτελεσματικότητας των υπαρχόντων μέσων (ανταλλακτικά, πυρομαχικά, κ.λπ), οι Ε.Δ. είναι σε θέση να εκτελέσουν με τον καλύτερο τρόπο την αποστολή τους. Η Ελλάδα διαθέτει μια αξιόπιστη αποτρεπτική δύναμη και αν απαιτηθεί οι Ε.Δ. έχουν τη δυνατότητα να προασπίσουν την εδαφική ακεραιότητα της πατρίδας μας και να ακυρώσουν την προσπάθεια επιβολής τετελεσμένων εκ μέρους της Τουρκίας. Αυτό εξ΄ άλλου, το έχουν πράξει μέχρι σήμερα, με βαρύ φόρο αίματος που κατέβαλλαν στο παρελθόν κατά τη διάρκεια πολεμικών επιχειρήσεων και συνεχίζουν να καταβάλλουν ακόμα και σε σήμερα σε περίοδο ειρήνης, για τη διατήρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο σημαντικότερος παράγοντας στρατιωτικής ισχύος, από τον οποίο εξαρτάται η αποτελεσματικότητα των οπλικών συστημάτων, είναι το προσωπικό. Από τον ανθρώπινο παράγοντα και τους σχετικούς με αυτό συντελεστές, όπως η ποιότητα και το ηθικό που διαθέτει, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η υλοποίηση μιας αξιόπιστης στρατηγικής εθνικής άμυνας.

Η ιστορία έχει αποδείξει ότι η επιθυμία για ελευθερία ήταν αυτή που έδωσε πάντα τη νίκη στους Έλληνες και όχι η υπεροπλία και η αριθμητική υπεροχή. Αυτό εκφράζεται απόλυτα μέσα από τα λόγια του εθνικού ποιητή Κωστή Παλαμά : «Η μεγαλοσύνη στα έθνη δεν μετριέται με το στρέμμα, αλλά με της καρδιάς το πύρωμα μετριέται και με το αίμα».

– Θεωρείτε πως η λύση των διαφόρων μας με την Τουρκία μπορεί να “βρεθεί” στη Χάγη; 

– Η προσφυγή στη Χάγη αποτελεί τον έναν από τους τρεις τρόπους επίλυσης των ελληνοτουρκικών διαφορών. Οι άλλοι δύο είναι  μέσω διαπραγματεύσεων ή με στρατιωτική σύγκρουση. Η προσφυγή σε διεθνές δικαιοδοτικό δικαστήριο, όπως η Χάγη δεν κατοχυρώνει απόλυτα τα ζωτικά συμφέροντα και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, καθόσον οι αποφάσεις για κάθε περίπτωση είναι μοναδικές και λαμβάνουν υπόψη τους και πολιτικά κριτήρια εκτός από τις διατάξεις του διεθνούς δικαίου. Δεν θα είχε επίσης ουσιαστικό αποτέλεσμα, αν η προσφυγή δεν περιελάμβανε και πολιτική συμφωνία για το σύνολο των διαφορών.

Γιατί αν επί παραδείγματι, γινόταν μια προσφυγή στη Χάγη μόνο για ένα ζήτημα όπως αυτό  της υφαλοκρηπίδας, και δεν επέλυε σοβαρά ζητήματα αμφισβήτησης όπως οι γκρίζες ζώνες, θα διατηρούσε την υφιστάμενη κατάσταση έντασης. Στο παρελθόν και συγκεκριμένα το 1976 λόγω κρίσης που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στις δύο χώρες για το ζήτημα της υφαλοκρηπίδας, η Ελλάδα προσέφυγε μονομερώς στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, αλλά η Τουρκία δεν προσήλθε και το Δικαστήριο κήρυξε εαυτόν αναρμόδιο. Η επιλογή των διαπραγματεύσεων είναι  η  λύση που επιθυμούν και οι δύο πλευρές αλλά το επιθυμούν με διαφορετικούς τρόπους.

Η αντίδραση της Τουρκίας απέναντι στην πρόσφατη συμφωνία για την ΑΟΖ Ελλάδας – Αιγύπτου κατέδειξε τον τρόπο που επιθυμεί τον διάλογο. Η Τουρκία θέλει να οδηγηθούμε σε διαπραγματεύσεις υπό την απειλή χρήσης βίας και να καταλήξουμε σε συμβιβασμούς με ετεροβαρείς υποχωρήσεις. Η ανησυχία είναι ότι η έναρξη αυτού του διαλόγου με τους όρους που επιθυμεί η Άγκυρα θα  γίνει μέσω της δημιουργίας ενός θερμού επεισοδίου, προκειμένου κατόπιν παρέμβασης του «διεθνούς παράγοντα» να οδηγηθούμε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.