«Ονειρεύομαι την ισότητα, την ελευθερία, τη δικαιοσύνη και θα ήθελα να μη χρειάζεται να τα ονειρεύομαι πια.» Μια εμβληματική φράση, από έναν οραματιστή Αφροαμερικανό κληρικό και ηγέτη για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων στις Η.Π.Α., που συμπυκνώνει όλη την πεμπτουσία της Δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ με το λόγο και τη δράση του κατάφερε να εμπνεύσει και να μετατρέψει τον αγώνα για τα πολιτικά δικαιώματα σε παγκόσμιο αίτημα για ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη.
Άρθρο του Γιώργου Σταμάτη, Βουλευτή Επικρατείας της ΝΔ
Γεννημένος στις 15 Ιανουαρίου του 1929 στην Ατλάντα της Τζόρτζια, ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ (Martin Luther King Jr), υπήρξε ο άνθρωπος που άλλαξε καθοριστικά τον ρου της Ιστορίας των μαύρων της Αμερικής και σηματοδότησε τη θεσμική και ουσιαστική κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων στη Χώρα. Σπούδασε θεολογία και κοινωνιολογία στο Πανεπιστήμιο του Κρόζερ στο Τσέοτερ της Πενσιλβανίας, και στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης και στη συνέχεια χειροτονήθηκε πάστορας στην εκκλησία των Βαπτιστών. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του, συμμετείχε ενεργά στων αγώνα για τη διεκδίκηση πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων και για τους μαύρους πολίτες, ενώ η σκέψη, οι ιδέες και η δράση του είχαν επηρεαστεί βαθιά από τη φιλοσοφία της πολιτικής ανυπακοής και της «μη βίας» του Μαχάτμα Γκάντι, καθώς και από τις θεωρίες των σύγχρονων προτεσταντών θεολόγων. Όπως χαρακτηριστικά τόνιζε, «αυτό που επιτυγχάνεται με τη βία, διατηρείται μόνο με βία». «Η μη βία είναι ο μόνος δρόμος προς την ελευθερία».
Από το 1950 μέχρι το 1968 που δολοφονήθηκε, αγωνίστηκε σθεναρά για την εδραίωση της φυλετικής ισότητας λευκών και μαύρων, στη βάση της ειρηνικής συνύπαρξης, της αγάπης και της αδερφοσύνης. Σε αυτό το πλαίσιο, ίδρυσε την οργάνωση «Συνδιάσκεψη της Χριστιανικής Ηγεσίας των Πολιτειών του Νότου», οργανώνοντας έναν δυναμικό αλλά ειρηνικό αγώνα κατά των διακρίσεων, με περιοδείες, δημόσιες ομιλίες, συζητήσεις με τους μαύρους για την κατοχύρωση των θεμελιωδών τους δικαιωμάτων και μαζικές διαμαρτυρίες. Μαχόταν για την προάσπιση των δικαιωμάτων των συνανθρώπων του, γιατί όπως ο ίδιος έλεγε: «Η πιο επίμονη και επείγουσα ερώτηση στη ζωή είναι: Τί κάνεις για τους άλλους;»
Η δύναμη της αλληλεγγύης, της ενότητας και της αγάπης που αποπνέει ο πάντα εμπνευσμένος λόγος του Κινγκ, αντικατοπτρίζεται με συγκλονιστικό τρόπο, στην εμβληματική του ομιλία μπροστά από το μνημείο του Λίνκολν στην Ουάσιγκτον στις 28 Αυγούστου του 1963, με τίτλο «Έχω ένα όνειρο».
Η ομιλία εκφωνήθηκε στο πλαίσιο πορείας προς την Ουάσιγκτον, με το αδιαπραγμάτευτο αίτημα για ελευθερία και δουλειά για όλους, ενώπιον 250000 ανθρώπων από όλες τις φυλές. «Έχω ένα όνειρο, ότι μια μέρα στους κόκκινους λόφους της Georgia οι γιοι των πρώην σκλάβων και οι γιοι των πρώην ιδιοκτητών σκλάβων θα μπορούν να κάθονται όλοι μαζί στο τραπέζι της αδελφοσύνης.»
Ο Κινγκ οραματιζόταν μια συμπεριληπτική και πανανθρώπινη κοινωνία στη βάση του κράτους δικαίου και της κοινωνικής δικαιοσύνης, όπου όλοι οι άνθρωποι θα απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα. Η αντίσταση χωρίς βία, η πάλη απέναντι στην αδικία και σε κάθε διάκριση και η ειρηνική διαμαρτυρία είναι το «κλειδί» για την διεκδίκηση ουσιαστικής ισότητας και ισονομίας λευκών και μαύρων.
Ο λόγος του διαπνέεται από ελπίδα και την ανάγκη για ενότητα, προτάσσοντας τη συλλογική δέσμευση και συνεργασία ως βασική προϋπόθεση για την κοινωνική αλλαγή.
Την επόμενη χρονιά ο Πρόεδρος Jonson υπέγραψε διάταγμα για την πλήρη άρση των φυλετικών διακρίσεων, ενώ παράλληλα ψηφίστηκε ο “Voting Rights Act” που εξασφάλιζε ισότητα στο δικαίωμα ψήφου για λευκούς και μαύρους. Στις 14 Οκτωβρίου του 1964 ο Κινγκ τιμήθηκε με το Βραβείο Νόμπελ για τους αγώνες του υπέρ της προώθησης των δικαιωμάτων των μαύρων. Στις 4 Απριλίου του 1968, σε ηλικία μόλις 39 ετών, η ζωή του πλέον επιδραστικού Αφροαμερικανού ακτιβιστή τερματίζεται βίαια από τη σφαίρα ενός λευκού ελεύθερου σκοπευτή.
Η μνημειώδης ομιλία του Κινγκ έχει χαραχθεί στην εθνική συνείδηση των Αμερικανών, αλλά και στη συλλογική συνείδηση όλου του προοδευτικού κόσμου που μάχεται για ελευθερία, ισότητα και κοινωνική δικαιοσύνη για όλους και αποτελεί πηγή έμπνευσης ακόμη και για τα σύγχρονα κοινωνικά κινήματα. Η δράση του συνέδεσε τον αγώνα για τα πολιτικά δικαιώματα με την κοινωνική δικαιοσύνη, την ανάγκη για κοινωνική ισότητα και αρμονική συνύπαρξη. Η μεγαλύτερη παρακαταθήκη που μας άφησε και πρέπει να κρατήσουμε είναι ότι η κοινωνική αλλαγή μπορεί να έρθει μέσα από τον αδιάλειπτο αγώνα με όρους αξιοπρέπειας, αλληλεγγύης, αμοιβαίας αποδοχής.


