H αρχή του τέλους, ή μια νέα αρχή; Γράφει η Ελ. Βόζεμπεργκ

440

Η Ευρώπη έχει πληγεί από την πανδημία του κορωνοϊού περισσότερο από κάθε άλλη περιοχή του πλανήτη, όταν από τους 50.000 συνανθρώπους μας, που έχουν μέχρι σήμερα χάσει τη ζωή τους, τα δύο τρίτα είναι Ευρωπαίοι.

Της Ελίζας Βόζεμπεργκ*

Το πλήγμα για την ευρωπαϊκή οικονομία είναι βαρύτατο, καθώς η πρωτόγνωρη κατάσταση καραντίνας, που βιώνει η Γηραιά Ήπειρος, έχει οδηγήσει σε πάγωμα σχεδόν κάθε οικονομικής δραστηριότητας με εξαιρετικά δυσοίωνες προβλέψεις για την πορεία του ευρωπαϊκού ΑΕΠ.

Οι μεγαλύτεροι επενδυτικοί οίκοι ήδη κάνουν λόγο για το χειρότερο οικονομικό τρίμηνο σε διεθνές επίπεδο από το 1945.

Όμως εξίσου ανησυχητική υπήρξε η δήλωση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες, ο οποίος χαρακτήρισε την πανδημία του Covid-19 ως τη χειρότερη παγκόσμια κρίση μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, με το σκεπτικό ότι ο συνδυασμός μιας απειλητικής νόσου με την πρωτοφανή ύφεση που αυτή θα προκαλέσει, θα οδηγήσει σε αύξηση της διεθνούς αστάθειας και της βίας, με σοβαρό ενδεχόμενο να προκύψουν περισσότεροι πόλεμοι στον κόσμο. ΄

Η ανωτέρω δήλωση έρχεται να υπενθυμίσει ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση, το πιο σημαντικό και φιλόδοξο σχέδιο διακρατικής συνεργασίας της νεώτερης ιστορίας, είναι αυτή που εδώ και 60 χρόνια λειτουργεί ως εγγυητής της ειρήνης και των αρχών του κράτους δικαίου στην ευρωπαϊκή ήπειρο.

Υπό το πρίσμα αυτό, με δεδομένη την αδιαμφισβήτητη αξία της ευρωπαϊκής ενοποίησης και εν μέσω μιας πανδημίας που συγκλονίζει όλα τα κράτη μέλη εξουθενώνοντας ακόμη και τις πιο ισχυρές οικονομίες της ευρωζώνης, το λιγότερο που θα περίμενε κανείς θα ήταν οι ευρωπαίοι ηγέτες να αρθούν στο ύψος των περιστάσεων και να αντιμετωπίσουν ενωμένοι τον κοινό κίνδυνο.

Ωστόσο με βάση τη στάση της Γερμανίας και των “δορυφόρων” της, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να συμβαίνει. Γιατί αυτό που έχει απόλυτη ανάγκη στην παρούσα φάση η ευρωπαϊκή οικονομία είναι η παροχή επαρκούς ρευστότητας, ικανής να στηρίξει τις πληττόμενες επιχειρήσεις, να διασφαλίσει τις θέσεις εργασίας και να συμβάλει στην επανεκκίνηση της οικονομίας την επόμενη μέρα.

Όμως αυτή η αναγκαία ρευστότητα μπορεί να αντληθεί μόνο με έκδοση ευρωομολόγου και όχι με αθρόο τύπωμα χρήματος, που εμπίπτει σε νομισματικούς περιορισμούς και προκαλεί πληθωριστικές πιέσεις, ούτε με προσφυγή στον ESM, που προϋποθέτει πιστοληπτική γραμμή στήριξης, αλλά και διαθέτει μόλις 400 δις ευρώ, τα οποία προφανώς δεν φθάνουν για όλους.

Όταν ο Πρόεδρος των ΗΠΑ υπογράφει πακέτο στήριξης της αμερικανικής οικονομίας ύψους 2 τρις δολαρίων και η Γερμανική κυβέρνηση λαμβάνει μόνη της μέτρα στήριξης της δικής της οικονομίας ύψους 1 τρις ευρώ, γίνεται αντιληπτή η τάξη μεγέθους της ρευστότητας που απαιτείται για την τόνωση του συνόλου της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Ωστόσο με έντονο προβληματισμό διαπιστώνουμε ότι η Γερμανία, συνεπικουρούμενη από Ολλανδία, Αυστρία και Φινλανδία, αντιδρά στην έκδοση ευρωομολόγου, αδυνατώντας να δεχθεί ότι όταν εννέα χώρες με διαφορετικές κυβερνήσεις ζητούν την έκδοσή του, δεν το πράττουν για να θωρακίσουν τα δικά τους συμφέροντα, αλλά γιατί αντιλαμβάνονται ότι η κρίση είναι ευρωπαϊκή, αγγίζει όλα τα κράτη μέλη και απειλεί τη συνοχή της ΕΕ.

Μάλιστα η αρνητική θέση της Γερμανίας και των “δορυφόρων” της, εκτός από τις προφανείς οικονομικές επιπτώσεις που προκαλεί, θα έχει και σοβαρές πολιτικές διαστάσεις, καθώς ρίχνει νερό στο μύλο της ακροδεξιάς, του Σαλβίνι, της Λεπέν και όλων όσοι επιδιώκουν τη διάλυση της ΕΕ.

Η Ενωμένη Ευρώπη, που πέρασε με δυσκολία, έστω και “λαβωμένη”, τις συμπληγάδες της οικονομικής κρίσης, του μεταναστευτικού και του BREXIT, βρίσκεται και πάλι ενώπιον μιας τεράστιας πρόκλησης.

Η Γερμανία οφείλει να σεβαστεί τις αρχές της αλληλεγγύης και της συνεργασίας και για τον πρόσθετο λόγο ότι την προηγούμενη δεκαετία βγήκε ιδιαίτερα ωφελημένη από την κρίση χρέους των χωρών του Νότου και κυρίως της Ελλάδας.

Κατά μείζονα λόγο όταν το Bloomberg, ένα από τα πιο έγκυρα πρακτορεία ειδήσεων, σε πρόσφατο δημοσίευμά του αναφέρει ως υπόδειγμα επιτυχούς διαχείρισης οικονομικού σοκ την κυβέρνηση Σαμαρά για την περίοδο 2012-2014, όταν κατάφερε να επιστρέψει η ελληνική οικονομία σε ανάπτυξη, έχοντας να αντιμετωπίσει τους αυστηρούς κανόνες που επέβαλε η Γερμανία σε συνδυασμό με τα δυσθεώρητα ελλείμματα, την υψηλή ανεργία και τον πολιτικό εξτρεμισμό.

Τα επιχειρήματα κατά της έκδοσης ευρωομολόγου, που επικαλούνταν οι Γερμανοί και οι χώρες του Βορρά κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, προκειμένου να αποφύγουν την αμοιβαιοποίηση ευρωπαϊκού χρέους υπέρ χωρών του Νότου με χαμηλότερη πιστοληπτική ικανότητα, δεν έχουν θέση μπροστά στην ασύμμετρη απειλή, που βιώνει αυτή τη στιγμή η Ευρώπη. Αυτή τη φορά το διακύβευμα για την Ενωμένη Ευρώπη δεν είναι απλώς μεγαλύτερο, αλλά υπαρξιακό.

Η σύγκρουση για το ευρωομόλογο έχει ήδη προκαλέσει  ρωγμή στο κοινό ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Όμως η ρωγμή του σήμερα, μπορεί να σημαίνει σοβαρό διχασμό του αύριο. Το  ευρωομόλογο ας σηματοδοτήσει όχι την αρχή του τέλους, αλλά  μια νέα αρχή!

*Η Ελίζα Βόζεμπεργκ είναι Ευρωβουλευτής της Ν.Δ.