today-is-a-good-day
20.1 C
Athens

Arthur Machen: Πίσω από το πέπλο

*Του Κώστα Κωτούλα

Υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις ανθρώπων που είναι αδύνατο να τους φανταστείς σε παιδική ηλικία. Ο γεννημένος στις 3 Μαρτίου 1863 Arthur Llewellyn Machen για πολλούς είναι μία από αυτές.

Ο πατέρας του Machen, ο John Edward Jones ήταν Αγγλικανός ιερέας. Η ιδιότητά του αυτή ήταν μία από τις δύο ξεχωριστές επιδράσεις που διέπλασαν τον χαρακτήρα του Machen (το επώνυμο με το οποίο έμεινε γνωστός είναι το πατρικό επώνυμο της μητέρας του). Η δεύτερη επίδραση προήλθε από τον τόπο γέννησής του: ο Machen πέρασε τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στο Caerleon on Usk της Νότιας Ουαλίας. Η περιοχή είχε -πέραν από το αισθητικό ενδιαφέρον της λοφώδους Νότιας Ουαλίας- και αρκετό αρχαιολογικό ενδιαφέρον, όσο ο Machen ζούσε εκεί. Φαίνεται ότι ένα περίεργο σύμφυρμα Ρωμαϊκής και Κέλτικης παγανιστικής πίστης διαμορφώθηκε στην περιοχή, όπου εντοπίστηκε και ιερό του Ρωμαιο – Βρετανικού Θεού Νόντενς.

Ο Machen σπούδασε τυπικά για ένα παιδί της μέσης τάξης στο τότε Ηνωμένο Βασίλειο ως οικότροφος σε εκκλησιαστικό σχολείο, δε μπόρεσε όμως να συνεχίσει τις σπουδές του σε Πανεπιστήμιο, για οικονομικούς λόγους. Έχοντας όμως επιδείξει έφεση προς τη συγγραφή, πήγε στο Λονδίνο, με σκοπό να εργαστεί ως δημοσιογράφος.

Μέχρι περίπου τα είκοσι πέντε του είχε κυκλοφορήσει -ανώνυμα- το ποίημα “Ελευσίνεια”, μια προσέγγιση των Μυστηρίων, την “Ανατομία του Καπνού ή το Κάπνισμα Μεθοδολογημένο, Κατηγοριοποιημένο και Θεωρημένο με Νέο Τρόπο” και αρκετές μεταφράσεις από τα Γαλλικά. Είχε επίσης μείνει ορφανός και από τους δύο γονείς και είχε παντρευθεί, πράγμα περίεργο, καθώς ήταν ένας εξαιρετικά μοναχικός άνθρωπος.

Από εκεί και μετά, και περίπου για μία δεκαετία, το συγγραφικό έργο του Machen παρουσίασε την πρώτη άνθιση. Αρχικά με σύντομες ιστορίες δημοσιευμένες στον φιλολογικό τύπο της εποχής, στη συνέχεια, το 1894, με την κυκλοφορία του μυθιστορήματος “Ο Μέγας Θεός Παν”, ο Machen άνοιξε ένα νέο πεδίο στη Λογοτεχνία του Φανταστικού. Ένα χρόνο μετά, ο Machen κυκλοφορεί το δεύτερο μυθιστόρημά του τους “Τρεις Απατεώνες”. Τα έργα του αυτά, στα οποία αναδεικνύει υπαινικτικά την επιβίωση παγανιστικών λατρειών και τελετουργικών στην εποχή του, κατατάσσονται στο κίνημα του Αισθητισμού, σκανδαλίζουν τους αναγνώστες, οι οποίοι όμως τα αγοράζουν και καθιερώνουν τον Machen ως συγγραφέα.

Ο κόσμος τον οποίο περιέγραφε ήταν ο σύγχρονος κόσμος: η Βικτωριανή Αγγλία. Ο κόσμος αυτός όμως παρουσιάζεται με διευρυμένα όρια, καθώς περιβάλλεται από ένα πέπλο, το οποίο κρύβει (προστατεύοντας τη λογική συγκρότηση και την συνείδηση των ανθρώπων) το μεταφυσικό. Το μεταφυσικό όμως υπάρχει, εισχωρεί διαρκώς στον κόσμο μας και είναι εκεί για όποιον έχει το κουράγιο -αλλά και τη διάθεση να πληρώσει το τίμημα- να σηκώσει το πέπλο και να κοιτάξει πέρα από αυτό. Και θα ανακαλύψει ένα μεταφυσικό τρόμου και δέους, το οποίο ο Machen δεν το περιγράφει (πόσοι και πόσοι συγγραφείς έπεσαν στην παγίδα να περιγράψουν το μεταφυσικό, μόνο και μόνο για να παρουσιάσουν ένα μεγάλο τέρας με κοφτερά δόντια και γαμψά νύχια…), αλλά αφήνει τον αναγνώστη να το φανταστεί. Αυτός απλώς του αποκαλύπτει την ύπαρξή του.

Την ίδια εποχή όμως τελειώνει βίαια η πρόσκαιρη λάμψη του Αισθητισμού και του συναφούς Παρακμιακού κινήματος. Ως ορόσημο θεωρείται η δίκη του Όσκαρ Ουάιλντ. Ο Machen κατατάσσεται στις απώλειες αυτού του τελειώματος. Για σχεδόν μια δεκαετία θα σταματήσει να δημοσιεύει, όχι όμως και να γράφει.

Μαζί με αυτό το φιλολογικό σοκ, ο Machen θα υποστεί και την προσωπική απώλεια του θανάτου της γυναίκας του. Από την ψυχολογική κατάρρευση τον βγάζουν οι φίλοι, οι οποίοι τον μυούν στο Ερμητικό Τάγμα της Χρυσής Αυγής, μια αποκρυφιστική οργάνωση, στην οποία μέλη ήταν (ή φημολογείται πως ήταν) ο Μπραμ Στόκερ, ο Άρθουρ Κόναν Ντόυλ,  ο Γκουστάβ Μέυρινκ, ο Γουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς, αλλά και ο Άλιστερ Κρόουλι και ο Σάμιουελ Λιντέλλ ΜακΓκρέγκορ Μάθερς.

Η επαναπροσέγγιση της άρνησης του υλισμού και της απόπειρας γνώσης αυτών που κρύβονται πίσω από το πέπλο, ξαναξύπνησε στον Machen την αναζήτηση του μεταφυσικού, όμως δεν τον έβαλε πιο βαθιά στο αποκρυφιστικό τάγμα των “Μάγων”. Αντίθετα, τον έστρεψε στο να αναζητήσει το μυστικισμό στο πάντρεμα του Κέλτικου Παγανισμού με το Χριστιανισμό. Ξαναπαντρεύτηκε και άρχισε να κυκλοφορεί και πάλι έργα του. Το 1902 κυκλοφόρησε τα “Ιερογλυφικά” και στη συνέχεια τον “Οίκο των Ψυχών”, το “Λόφο των Ονείρων” αλλά και διηγήματα, όμως το “Λευκό Λαό”. Συνεχίζει μέσα από τα έργα του να αναζητά τα κεκρυμμένα, όμως αυτή τη φορά δεν τα προσεγγίζει μέσω του παγανισμού, η δε (πανταχού παρούσα στα έργα της προηγούμενης δεκαετίας) σεξουαλικότητα πλέον δεν υπάρχει. Εκείνη την περίοδο έγραψε και τη “Μυστική Δόξα”, μια αναζήτηση του Αγίου Δισκοποτήρου στην (τότε) σύγχρονη εποχή.

Και, την ίδια περίοδο, μετά από σχεδόν τριάντα χρόνια καθυστέρηση, έγινε και δημοσιογράφος. Το στυλ της γραφής του τον έκανε ξεχωριστό στη νέα του δουλειά, καθώς τα κείμενά του είχαν αναπόφευκτα την αύρα του λογοτέχνη. Και η δουλειά αυτή, πέραν του ότι του παρείχε τη δυνατότητα βιοπορισμού, του έδωσε και μια ευκαιρία να (ξανα)γίνει διάσημος. Κατά τη διάρκεια της Μάχης του Μονς του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, περιέγραψε, με τη μορφή ρεπορτάζ, την εμφάνιση Άγγλων Τοξοτών από την Μάχη του Αζινκούρ, να εμφανίζονται, μετά από τις προσευχές ενός φοβισμένου οπλίτη, υπό την ηγεσία του Αγίου Γεωργίου για να συνδράμουν τους Άγγλους στρατιώτες. Η ιστορία θα τελείωνε εκεί. Όμως, σιγά-σιγά, και παρά τις διαβεβαιώσεις του (σταθερού αναζητητή του μεταφυσικού) Machen ότι η διήγησή του ήταν φανταστική, άρχισε να διαμορφώνεται μια πεποίθηση ότι ο Machen οραματίστηκε όσα πραγματικά συνέβησαν στο πεδίο της μάχης.

Η τελευταία ώθηση στην ανάβαση του Machen στο Πάνθεον των συγγραφέων του Φανταστικού δεν ήρθε από κάποιο έργο του, αλλά από την Αμερική. Εκεί κυκλοφόρησαν μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι ιστορίες του, οι οποίες έγιναν αγαπητές στο κοινό, αλλά και στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Οι Αμερικάνοι δεν αντιμετώπιζαν το Machen απλώς ως απολογητή του μεταφυσικού (όπως οι Άγγλοι φίλοι των έργων του, οι οποίοι τον επέλεγαν ακριβώς για αυτό το χαρακτηριστικό), αλλά αναγνώριζαν τη λογοτεχνική αξία των έργων του. Και, έτσι, αφού πέρασε τον Ατλαντικό, ο Machen καθερώθηκε πλέον και άρχισε να φτάνει και σε άλλες χώρες.

Δυστυχώς για τον ίδιο, είχε ήδη πουλήσει τα δικαιώματα των έργων του, κι έτσι αυτό δεν είχε σημαντικό οικονομικό αποτέλεσμα. Κατά συνέπεια, και αφού σταμάτησε να βιοπορίζεται από τη δημοσιογραφία, πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχετικά περιορισμένα. Και αυτό το “σχετικά” δεν ήταν “απόλυτα” όχι χάρη στις προσωπικές του αποταμιεύσεις, αλλά χάρη σε φίλους, κυρίως νεότερους λογοτέχνες, όπως ο T. S. Elliot, ο Μπέρναρντ Σω ή ο Blackwood, οι οποίοι είτε άμεσα, είτε μέσα από λογοτεχνικές προσπάθειες, κατάφεραν να του διασφαλίσουν μια αξιοπρεπή αναχώρηση προς τη άλλη πλευρά.

Ο Machen πέρασε το πέπλο στις 15 Δεκεμβρίου 1947. Λίγο νωρίτερα είχε φύγει και η σύζυγός του.

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ