*Του Κώστα Κωτούλα
Ο Frank Miller ήταν ένας ακόμη ευφυής, αμερικάνος, ταλαντούχος, σκοτεινός νέος, με μεγάλη αγάπη για τα comics από μικρό παιδί και με μια καριέρα στο λούκι της ένατης τέχνης από μικρή επίσης ηλικία: μικροδουλειές σε MARVEL και DC, συνεισφορές σε κάποιες ιστορίες, μολύβι και μελάνι σε κάποιες άλλες, αδιέξοδες και βαλτωμένες.
Από την Ιαπωνία στη Νέα Υόρκη
Η πρώτη μεγάλη προσωπική δουλειά του Miller ήταν το “Ronin” (1983), που κυκλοφόρησε από τη DC Comics. Εκεί ο Miller παρακολουθεί την επιστροφή ενός ξεπεσμένου και καταραμένου σαμουράι -και ήδη Ronin- της μεσαιωνικής Ιαπωνίας σε μία δυστοπική Νέα Υόρκη, όπου εμφανίζεται ως cyberpunk σαμουράι. Για το Ronin, ο Miller ανέλαβε τόσο τη συγγραφή, όσο και την εικονογράφηση. Και στην εικονογράφηση βλέπουμε ήδη από τότε πλήθος στοιχείων που θα συνεχίσουμε να τα αναγνωρίζουμε σε όλη τη μετέπειτα πορεία του Miller: σκοτεινό υπόβαθρο, ιλιγγιώδη περιγράμματα και αίμα. Πολύ αίμα. Ο Miller δε θα δημιουργούσε παιδικά comics. Τα τελευταία χρόνια γίνονται διαρκώς συζητήσεις για κινηματογραφική ή τηλεοπτική μεταφορά του Ronin, όμως μέχρι τώρα δεν έχουμε δει κάτι σχετικό.
Hell’s Kitchen, NY
Παρά τη σχετική επιτυχία του Ronin, δεν ήταν αυτός που άλλαξε την πορεία του Miller. Από το αναπόδραστο μέλλον εκατοντάδων περιπτώσεων σαν τη δική του τον έβγαλε η συμπάθειά του σε έναν από τους πιο ασυνήθιστους σούπερ-ήρωες, του οποίου όμως η παρουσία είχε επίσης παρουσιάσει δείγματα στασιμότητας. Χάρη στη διορατικότητα του εκδότη της MARVEL Denny O’Neil, ο οποίος αποφάσισε να επιτρέψει στον Miller να υιοθετήσει τον Daredevil (ένα από τα πολλά παιδιά του τεράστιου Stan Lee) και στην πραγματικότητα να τον ξαναγεννήσει. Από τον Ιανουάριο του 1981, όταν ανέλαβε όλη τη σειρά του Daredevil, ο Miller ανανέωσε τις υπερδυνάμεις του, βελτίωσε το σχέδιο, σκοτείνιασε το σενάριο, ώστε να ταιριάζει με την τυφλότητα του ήρωα και τελικά τον ξαναδημιούργησε μέσα από την καταστροφή. Το “Born Again” (1986) ανέδειξε τον Daredevil ως μία από τις κεντρικές φιγούρες του γαλαξία της MARVEL και τον Miller ως έναν από τους καινοφανείς αστέρες του σύμπαντος των comics.
Gotham City
Το 1986, όταν ο Miller άφηνε τον Daredevil να συνεχίσει τη ζωή του στο Hell’s Kitchen, αποφάσισε να εξερευνήσει το σκοτεινό καθρέφτη της Νέας Υόρκης, τη Gotham City. Την εποχή εκείνη, ο Bruce Wayne, o ιδιόρρυθμος μεγιστάνας της πόλης, ήταν ήδη πενηνταπεντάρης, οι μέρες της δόξας είχαν περάσει, η πόλη επέστρεφε σε μια έξαρση εγκληματικότητας αντίστοιχη με αυτή που -δεκαετίες πίσω- είχε δημιουργήσει τον Batman. Μόνο που τώρα τα πράγματα είναι χειρότερα: η ηλικία, η φιλελεύθερη αντίληψη των δικαιωμάτων των εγκληματιών, η κυριαρχία του politically correct στα (επίσης κυρίαρχα) ΜΜΕ, ένας μονολιθικός στη σκέψη του Πρόεδρος των ΗΠΑ, η σταδιακή απόσυρση των υπολοίπων υπερ-ηρώων και η εξέλιξη του ίδιου του Superman σε έναν υπάλληλο της Κυβέρνησης κάνουν την επανεμφάνιση του Batman πολύ πιο δύσκολη. Αρκεί ο χαρακτηρισμός “δυστοπική έκδοση της Gotham City” για να καταλάβει κανείς για πόσο προβληματική κατάσταση μιλάμε. Εκεί ο Miller θριαμβεύει. Καταφέρνει να παντρέψει τη noir αισθητική με τους υπερ-ήρωες. Καταφέρνει να δημιουργήσει έναν νέο Batman πάνω στο δικό του στυλ εικονογράφησης. Καταφέρνει να κάνει τον πιο σκοτεινό ήρωα ακόμα πιο σκοτεινό, σχεδόν το ίδιο σκοτεινό με τους αντιπάλους του -όμως αυτό δεν είναι πιο ταιριαστό στη Νυχτερίδα; Ταυτόχρονα, εκθέτει ανελέητα πλήθος νεοεμφανιζόμενων (στην Αμερική του Ρήγκαν) αντιλήψεων, οι οποίες συνεχίζουν να μας στοιχειώνουν μέχρι σήμερα. Ο Σκοτεινός Ιππότης με τις τέσσερεις ιστορίες του είναι εμφανής σε όλη την κινηματογραφική επανέκδοση του Batman. Οι εφιάλτες με τη νυχτερίδα, το χοντροκομμένο bat-mobile, οι ενέδρες του Batman στις σκιές, ο Batman να σκοτώνει, η μάχη με το Superman ή τον Bane, ο καθόλου γελαστός Joker και πλήθος άλλων στοιχείων που έχουμε απολαύσει στις νεότερες δημιουργίες με τον μόνο Υπερήρωα χωρίς Υπερδυνάμεις είναι επιρροές του Miller. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο Dark Knight (μαζί με τους Watchmen) αποδίδεται η έναρξη της Σκοτεινής Περιόδου των Comic Books, η οποία έχει έκτοτε κυριαρχήσει στις Αμερικάνικες δημιουργίες.
Ηλέκτρα
Κατά τη δεκαετία του ’80 ο Miller δημιούργησε και την Electra. Κυκλοφόρησε αρχικά δώδεκα τεύχη με ιστορίες της και το 1990 το Graphic Novel “Electra Lives Again”. Όσο εντυπωσιακή κι αν είναι η σύλληψη μιας Ελληνίδας νίντζα πολεμίστριας-δολοφόνου, η μέσω αυτής επιρροή του Miller είναι μάλλον μικρή, καθώς το χαρακτήρα τον χρησιμοποίησαν και τον επεξέτειναν άλλοι σχεδιαστές, συχνά χωρίς την άδεια του αρχικού δημιουργού.
Sin City
Η δυστοπική έκδοση της Gotham City στην οποία ο Miller τοποθέτησε τον 55χρονο Batman παραήταν όμως φωτεινή για τα γούστα του. Και έτσι, το 1991 επινόησε τη Sin City. Εκεί μπόρεσε να δημιουργήσει έναν κόσμο πέρα από τους υπερ-ήρωες, έναν κόσμο που δεν διαμορφώνεται ως πλαίσιο γύρω από μια κεντρική προσωπικότητα, αλλά διαμορφώνει μέσα από τις δομές του τις προσωπικότητες των ιστοριών του. Εδώ το noir συχνά κυριαρχεί επί της αισθητικής των comics και το μαύρο κυριαρχεί επί του λευκού και του κόκκινου (τα μόνα χρώματα της σειράς, με ελάχιστες εξαιρέσεις). Η κινηματογραφική μεταφορά του Rodriguez (πιστή σε απίστευτο βαθμό για κινηματογραφική μεταφορά), το cast που έκανε ουρές για ένα ρολάκι, έστω κομπάρσου, σε μια τέτοια παραγωγή, το σκοτάδι του τελικού αποτελέσματος, κάνουν περιττή κάθε άλλη αναφορά στα βιβλία: τα παίρνουμε, τα χειριζόμαστε με πολλή προσοχή και τα διαβάζουμε με μια ανάσα. Στην ταινία, ο Miller συνεισέφερε στη σκηνοθεσία, ήταν συμπαραγωγός, ενώ εμφανίζεται και σε cameo ως χαρακτήρας ο οποίος σκοτώνεται (πράγμα φυσιολογικό για τη Sin City).
Sparta
Τελευταία πραγματικά μεγάλη δουλειά του Miller ήταν το 300 (1998). Εδώ τα πράγματα είναι διαφορετικά. Η εικονογράφηση του Miller γίνεται ανατριχιαστική, αν και όχι λιγότερο αιματοβαμμένη, τα κείμενα είναι λιγότερα, η αναφορά στην ιστορία παραβλέπει το αίτημα για ιστορική ακρίβεια. Βασικό μέλημα του Miller είναι να αποδώσει το αίσθημα του καθήκοντος και να θυμίσει ότι η επιβίωση των Ελλήνων στις επιθέσεις των Περσών ήταν αναγκαία προϋπόθεση για τη διαμόρφωση του δυτικού πολιτισμού. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σειρά κυκλοφόρησε αμέσως (το 1999) στα Ελληνικά από τη ΜΑΜΟΥΘΚΟΜΙΞ.
Η ταινία 300 του Zack Snyder μάλλον αδικεί το comic. Δε μπορούμε να τα έχουμε όλα!
Η χυδαιότητα στην εξουσία
*Του Τρύφωνα Μουζακιώτη
Τα τελευταία χρόνια και με αφορμή την κρίση, ο πολιτικός λόγος, ολισθαίνει συνεχώς σε έναν κατήφορο δίχως τέλος και μάλιστα με ραγδαία επιτάχυνση η οποία ενισχύεται συνεχώς από ανθρώπους οι οποίοι έχουν κάθε συμφέρον να τον συμπαρασύρουν μαζί τους στον πολιτικό τους βούρκο.
Όταν όμως η χυδαιότητα αντικαθιστά πλήρως τον πολιτικό λόγο τότε δεν αργεί να εισχωρήσει και στην εξουσία η οποία με τη σειρά της μετατρέπεται σε εξουσία της χυδαιότητας.
Πολύ φοβάμαι ότι στη χώρα μας, η χυδαιότητα δεν έχει απλά μολύνει τον πολιτικό διάλογο αλλά έχει πλέον κάνει μετάσταση στην ίδια την άσκηση της εξουσίας, παραλύοντας σταδιακά τις όποιες αντιστάσεις και αντανακλαστικά έχουν απομείνει.
Δεν είναι μόνο τα τελευταία παραδείγματα που έχουμε , με το πιο πρόσφατο αυτό της κας Αυλωνίτου. Στο κάτω-κάτω δεν θα περίμενε κανείς από την ίδια να μην χρησιμοποίει χυδαία γλώσσα και λόγο, από τη στιγμή μάλιστα που υποστηρίζει και συμμετέχει ενεργά στην πιο χυδαία κυβέρνηση που γνωρίσαμε ποτέ. Τουλάχιστον πρέπει να της αναγνωρίσουμε ότι την χαρακτηρίζει συνέπεια λόγων και έργων, ως προς αυτή καθεαυτή, την χυδαιότητα.
Ούτε πρέπει να εστιάσουμε μόνο στην χυδαιότητα που αναδύθηκε από το σύνολο της κυβέρνησης στην τραγωδία στο Μάτι, όπου «κοστολόγησαν» την ανθρώπινη ζωή με διορισμούς στο Δημόσιο και προσπάθησαν να μετακυλήσουν , χωρίς να ορρωδούν προ ουδενός, την ευθύνη στους νεκρούς.
Όλα αυτά δεν πρέπει να μας «θολώνουν» την μεγαλύτερη εικόνα και το σημείο εκείνο από το οποίο ξεκίνησε η χυδαιότητα την πορεία της προς την εξουσία και η οποία σήμερα προσπαθεί να μας πλασαριστεί ως κανονικότητα. Είναι σημαντικό να δούμε τα πρώτα σημάδια αυτής της πολιτικής χυδαιότητας, τα οποία αν τα είχαμε εντοπίσει νωρίτερα ως κοινωνία θα είχαμε αποφύγει τα χειρότερα.
Θα χρειαστεί να ανατρέξουμε στα προεκλογικά λόγια, τα συνθήματα και τα σλόγκαν με τα οποία διεκδίκησαν και τελικά κέρδισαν την εξουσία.
Από τα «λιντσάρετε τον Πάχτα», τα «στα τέσσερα», τα «ή εμείς ή αυτοί», τα «γερμανοτσολιάδες», οι αναφορές σε «τσολάκογλου», «πηλιογούσηδες» και «κότες», μέχρι το τσιτάτο που κατά τη γνώμη συνοψίζει την απάτη και τη χυδαιότητα, το περίφημο «η ελπίδα έρχεται», γίνεται φανερό και εύκολα αντιληπτό ότι κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί σήμερα ότι δεν ήξερε και δεν έβλεπε το μέγεθος της πολιτική αήθειας που διεκδικούσε την εξουσία.
Θα μου πείτε τώρα, γιατί το κεντρικό προεκλογικό σύνθημα «η ελπίδα έρχεται» ήταν η επιτομή της πολιτικής προστυχιάς; Έτσι και αλλιώς ακούγεται ωραίο, καθόλα αθώο και πάντως σε καμία περίπτωση προσβλητικό.
Στην πραγματικότητα όμως δεν υπάρχει τίποτε πιο χυδαίο από το να πουλά ένα κόμμα ελπίδα χωρίς όραμα και να το διατυμπανίζει μάλιστα χωρίς ντροπή. Αυτό πολύ απλά, διότι το όραμα απαιτεί στρατηγική σκέψη, δουλειά και μετρήσιμους στόχους με μακροπρόθεσμα απτά αποτελέσματα. Η ελπίδα από την άλλη απαιτεί ψυχολογικό ντόπινγκ, επίκληση στο συναίσθημα, απουσία στοχοθεσίας, στρατηγικής και ένα αόριστο αφήγημα που αφορά μόνο το εδώ και τώρα.
Το εμπόριο ελπίδας λοιπόν δεν είναι τίποτε άλλο από την χυδαιότητα που αναζητά τον δρόμο προς την εξουσία. Την επόμενη φορά λοιπόν, ας είμαστε περισσότερο ψυλλιασμένοι…
O Τρύφων Μουζακιώτης είναι πολιτικός επιστήμονας