Το συνέδριο του ΣΕΒ είναι «το τελευταίο που διεξάγεται υπό τις έκτακτες συνθήκες που επέβαλε η πολυετής κρίση και το καθεστώς των μνημονίων», είπε ο Αλέξης Τσίπρας μιλώντας στην ετήσια γενική συνέλευση του ΣΕΒ.
Πρόσθεσε ότι ταυτόχρονα είναι και «το πρώτο συνέδριο που συμπίπτει με την οριστική μετάβαση σε μια νέα κανονικότητα και σε μια νέα μέρα για τη χώρα και τις δημιουργικές της δυνάμεις».
«Καταφέρνουμε να αλλάξουμε αποφασιστικά την εικόνα της χώρας. Η Ελλάδα δεν είναι η χώρα που αποτελεί συστημικό κίνδυνο για την Ευρωζώνη», τόνισε ο Αλ. Τσίπρας.
Υπογράμμισε ότι «από χώρα παρίας γίνεται παράδειγμα πολιτικής σταθερότητας και ανάκαμψης» και πως «η Ελλάδα από μέρος του προβλήματος γίνεται μέρος της λύσης». «Αυτό αποδεικνύει η εντυπωσιακή μας πορεία για την οριστική έξοδο μας από τα μνημόνια», τόνισε.
Στον ρόλο της χώρας ως πυλώνα σταθερότητας και ασφάλειας τόσο στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο όσο και στα Βαλκάνια, αναφέρθηκε ο Αλ. Τσίπρας.
Μιλώντας για την «δύσκολη αλλά αναγκαία» διαπραγμάτευση με την ΠΓΔΜ και την προοπτική λύσης , τόνισε ότι «αυτή τη διαπραγμάτευση η κυβέρνηση τη χειρίστηκε και συνεχίζει να τη χειρίζεται με αίσθημα ευθύνης και πατριωτισμού, αλλά και και με αποφασιστικότητα και πίστη στην ανάγκη εξεύρεσης λύσης».
Τόνισε ότι «είναι ακριβώς αυτή η στάση μας που διαμορφώνει μια νέα εικόνα για την Ελλάδα διεθνώς και ενισχύει το ρόλο της ως πυλώνα σταθερότητας σε μια περιοχή που στροβιλίζεται σε μια δύνη παράλληλων κρίσεων. Όπως συμβαίνει αυτές τις μέρες στην Ιταλία, αλλά και εδώ και αρκετό καιρό στην Τουρκία».
«Η χώρα μας, η κοινωνία μας, η οικονομία μας όχι μόνο άντεξε στα δύσκολα. Αλλά σήμερα ανακάμπτει δυναμικά», τόνισε ο Αλ. Τσίπρας.
Είπε ότι «σήμερα είμαστε εδώ να σχεδιάσουμε την επόμενη μέρα της επιστροφής μας στο οικονομικό γίγνεσθαι, να διορθώσουμε τις αδικίες της κρίσης και να οικοδομήσουμε το μέλλον που δικαιούμαστε στη βάση της δίκαιης και βιώσιμης ανάπτυξης».
«Ολοκληρώνουμε το τρίτο και τελευταίο πρόγραμμα έχοντας υλοποιήσει ένα δραστικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και αλλαγών σε όλο το εύρος του οικονομικού συστήματος, αποκαθιστώντας την εικόνα της ελληνικής οικονομίας αλλά και της χώρας γενικότερα στο διεθνές στερέωμα», είπε ο Αλ. Τσίπρας.
Σημείωσε ότι «δεν θεωρούμαστε πια μια διεφθαρμένη και αναποτελεσματική οικονομία όπου κανείς δεν ξέρει τι τον περιμένει».
Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι οι θεσμοί κι ο ΟΟΣΑ αναγνωρίζουν σήμερα απερίφραστα αυτή την προσπάθεια, για να υπογραμμίσει πως «τα δεδομένα αυτά θα αποτελέσουν και το διαβατήριο μας για την έξοδο της χώρας στις αγορές με το τέλος του προγράμματος τον Αύγουστο του 2018».
Ο Αλ. Τσίπρας είπε ότι «τα στοιχεία της Eurostat, που δεν επιδέχονται αμφισβήτησης, επαληθεύουν πια, κάθε χρόνο, τις δικές μας προβλέψεις».
«Και σε ό,τι αφορά τα επόμενα χρόνια προβλέπονται δημοσιονομικά περιθώρια, πέραν των στόχων που θα πρέπει να συνεχίσουμε να επιτυγχάνουμε για διατηρήσουμε την εμπιστοσύνη και την αξιοπιστία τόσο έναντι των εταίρων όσο και έναντι των αγορών», πρόσθεσε, για να τονίσει: «Θα τα αξιοποιήσουμε και αυτά με υπευθυνότητα και σχέδιο, αποσκοπώντας ταυτόχρονα σε δύο στόχους: Στη μείωση των φορολογικών βαρών με παράλληλη ενίσχυση των αναπτυξιακών ρυθμών και στην αύξηση της απασχόλησης».
Την ετοιμότητα της κυβέρνησης για το κλείσιμο όλων των τελευταίων εκκρεμοτήτων της 4ης αξιολόγησης τόνισε ο Αλ. Τσίπρας.
Για τις συζητήσεις για την τελική διευθέτηση του ελληνικού χρέους που βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη, τόνισε ότι «διεκδικούμε μια λύση βιώσιμη στο χρόνο που δε θα αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ως προς την προοπτική της οικονομίας μας και θα υποστηρίζει την αναπτυξιακή της δυναμική».
Έστειλε το μήνυμα ότι «τώρα είναι η σειρά των εταίρων μας, να δώσουν με μια κίνηση έμπρακτης εμπιστοσύνης και αναγνώρισης των προσπαθειών μας, τη σωστή λύση, που όλοι περιμένουν να ακούσουν».
Δήλωσε αισιόδοξος ότι θα υπάρξει η καλύτερη δυνατή συμφωνία προς το συμφέρον τόσο της Ελλάδας όσο και της Ευρωζώνης, επισημαίνοντας ότι μετά τις τελευταίες εξελίξεις (σ.σ. Ιταλία) «όλοι κατανοούν ότι οι αποφάσεις στις οποίες θα καταλήξουμε πρέπει να ανταποκρίνονται στις προκλήσεις και τις ανάγκες της περιόδου» και να θωρακίζουν την ελληνική οικονομία από αναταράξεις που δεν οφείλονται σε μας αλλά σε μια εξωγενείς παράγοντες.
«Οι εκλογές θα γίνουν στην ώρα τους. Με τη λήξη της θητείας της κυβέρνησης. Και να μην έχει κανείς την οποιαδήποτε αμφιβολία περί αυτού», τόνισε ο Αλ. Τσίπρας.
Είπε πως «προϋπόθεση για να τα καταφέρουμε και να κλείσουμε οριστικά αυτόν τον κύκλο της κρίσης, είναι η πολιτική σταθερότητα», για να προσθέσει ότι «είναι ακριβώς για αυτό το λόγο που πρέπει να μπει ένα τέλος στην διαρκή εκλογολογία που θέλει να τροφοδοτεί ανέξοδα αλλά και αδιέξοδα η αντιπολίτευση».
«Για να είναι πραγματικά αποτελεσματική η απλοποίηση των αδειοδοτήσεων έπρεπε και πρέπει να επιλυθούν άλλα σημαντικά ζητήματα, όπως η χωροθέτηση», είπε ο Αλ. Τσίπρας.
Τόνισε πως σε αυτήν την κατεύθυνση προχωρούν παράλληλα οι δράσεις της κτηματογράφησης, της κύρωσης των δασικών χαρτών και ο χωρικός σχεδιασμός, με σαφείς δράσεις και σφικτά χρονοδιαγράμματα.
«Μέσα στον επόμενο μήνα θα τεθεί σε λειτουργία και η νέα Υπηρεσία Μιας Στάσης για τη σύσταση εταιρειών, καθιστώντας για πρώτη φορά δυνατή την σύσταση εταιρείας μέσα σε λίγη ώρα από τον υπολογιστή», προανήγγειλε ο Αλ. Τσίπρας.
29 Μαΐου 1914 – Μια παρά λίγο νέα Άλωση
*Του Γεωργίου Ι. Γεωργάνα
Δυο μόλις μέρες πριν την Ανακωχή της 11ης Νοεμβρίου 1918, που οδήγησε στον τερματισμό του Α’ Παγκοσμίου πολέμου με την ήττα της Γερμανίας, ο Ιωάννης Μεταξάς, εξόριστος από την Ελλάδα, στο Κάλιαρι της Σαρδηνίας, ολοκλήρωσε ένα υπόμνημα με τις αναμνήσεις του από την κρίσιμη περίοδο μεταξύ του τέλους τῶν Βαλκανικών πολέμων (Ιούλιος 1913) και της αρχής του Ευρωπαϊκού πολέμου (Ιούνιος 1914). Στο μακρό υπόμνημα αυτό γράφει και για μια κρίσιμη σύσκεψη στο γραφείο του πρωθυπουργού και υπουργού των Στρατιωτικών, στην γωνία των οδών Ακαδημίας και Βασιλίσσης Σοφίας (τότε Κηφισίας), όπου ήταν το Υπουργείο των Στρατιωτικών κι εκεί που σήμερα είναι το πολυώροφο κτίριο του Υπουργείου Εξωτερικών. Η σύσκεψη άρχισε το πρωί της 29ης Μαΐου 1914 (με το Παλαιό Ημερολόγιο). Ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε καλέσει τον αρχηγό του Επιτελείου Στρατού, Βίκτωρα Δούσμανη, τον υπαρχηγό Μεταξά και τον υπουργό Ναυτικών Κωνσταντίνο Δεμερτζή. Η σύσκεψη ανέδειξε στρατηγικά προβλήματα που ταλανίζουν την Ελλάδα και σήμερα ακόμα, 100 και βάλε χρόνια αργότερα.
Οι ηττημένοι των Βαλκανικών πολέμων, η Βουλγαρία, αλλά και η Οθωμανική Τουρκία δεν ήθελαν, βέβαια, να παραδεχτούν την ήττα τους. Οι Τούρκοι, με πάνδημο έρανο, είχαν συγκεντρώσει χρήματα και ναυπηγούσαν δύο μεγάλα πολεμικά πλοία σε Αγγλικά ναυπηγεία ώστε να ανατρέψουν τα τετελεσμένα από τον «Αβέρωφ» στο Αιγαίο. Πρώτος στόχος τους, και ομολογημένος, ήταν τα μεγάλα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, η Λέσβος και η Χίος, όπως και σήμερα. Αλλά, όπως συμφώνησαν όλοι στην σύσκεψη, άπαξ και η Τουρκία παραλάμβανε τα πλοία της μπορούσε, αν ήθελε, να αποβιβάσει στρατό μέχρι και στον Πειραιά και να καταλύσει το Ελλαδικό κράτος. Χρήματα η Ελλάδα δεν είχε, διότι είχε ξοδέψει όλη την προίκα 15 χρόνων συνετής οικονομικής διαχείρισης υπό Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο για τις περηφανείς νίκες στην Μακεδονία, την Ήπειρο και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου. Τί της απέμενε ; Μόνον αιφνιδιαστική επίθεση και κατάληψη των Δαρδανελίων, πριν οι Τούρκοι παραλάβουν τα πολεμικά τους. Η ιδέα ήταν ότι ο κλονισμός θα έφερνε, ίσως, την Τουρκία σε συμβιβασμό. Την επιχείρηση είχε μελετήσει εξαντλητικά το Επιτελείο.
Υπήρχε, βέβαια, και ηθική κάλυψη για την αιφνιδιαστική επιχείρηση χωρίς προηγούμενη κήρυξη πολέμου, επιχείρηση που θα παραβίαζε κάθε ανθρώπινη και θεία έννοια δικαίου : Οι διωγμοί από τους Τούρκους των Ελλήνων της Οθωμανικής Τουρκίας. Τον καιρό εκείνο ήταν στην πρώτη γραμμή της δημοσιότητας οι απειλές και ετοιμασίες των Τούρκων για διωγμούς στίς Κυδωνίες, στο Αϊβαλί Μικράς Ασίας, την πατρίδα τού Ηλία Βενέζη και του Φώτη Κόντογλου.
« … Ο πόλεμος μέλλει να επιβληθή εις ημάς ούτως ή άλλως – είναι λοιπόν προτιμότερον να εκραγή τώρα. Και απέναντι της κοινής γνώμης της Ευρώπης, πόλεμος εκρηγνυόμενος προς υπεράσπισιν των ομοεθνών μας κατά των ωμοτήτων της Τουρκίας, θα ήτο τελείως δικαιολογημένος. Ου μόνον τούτο αλλά και μεγάλη συμπάθεια θα εγεννάτο υπέρ ημών. Αφ’ ετέρου και ο ενθουσιασμός του ελληνικού λαού θα εξηγείρετο ήδη πλέον ή ποτέ.
Εις ταύτα λεχθέντα υπό του κ. Βενιζέλου, εμείνομεν πάντες σύμφωνοι. … »
Ο Βενιζέλος, όμως, δεν ενέκρινε την επιχείρηση τῶν Δαρδανελίων. Είχε αποφασίσει ότι ήταν καλύτερο να κάψει αυτό το χαρτί και να αρχίσει απλώς με απειλητικές δηλώσεις κατά της Τουρκίας ανοικτά, στην Ελληνική Βουλή. Ήλπιζε και ότι η κήρυξη πολέμου, με περιορισμένες ναυτικές επιχειρήσεις ενάντια στα Τουρκικά παράλια, θα απέτρεπε τους Άγγλους, επίσημα ουδέτερους, από το να παραδώσουν πολεμικά πλοία σε εμπόλεμο κράτος.
« … Η σύσκεψις ετελείωσεν. Ο κ. Βενιζέλος ηγέρθη συγκεκινημένος : «Λοιπόν, είπεν, εμπρός, και ο Θεός βοηθός ! » Εἶχεν ὠχριάσει.
Υπενθύμισα [ο Μεταξάς] ότι η ημέρα που ελαμβάνετο τοιαύτη απόφασις ήτο η 29η Μαΐου. Ο κ. Βενιζέλος τότε κατελήφθη υπό ενθουσιασμού και ήρχισεν αισιοδοξών και αίσια προσδοκών. Μετά τινα λεπτά της ώρας απεχωρίσθημεν.
Το εσπέρας της ιδίας ημέρας ο κ. Βενιζέλος έκαμεν εις την Βουλήν τας γνωστάς πολεμικάς δηλώσεις. Εβαίνομεν ούτω ευθύ προς πόλεμον. … »
Τελικά, όπως ξέρουμε, δεν πολεμήσαμε τότε. Οι Βαλκανικοί μας σύμμαχοι, στους οποίους υπολογίζαμε για να συγκρατήσουν την Βουλγαρία, ενώ εμείς θα πολεμούσαμε την Τουρκία, μας απέτρεπαν. Αγοράσαμε, βάζοντας χέρι στα τελευταία ρευστά διαθέσιμα της Εθνικής Τράπεζας, δύο παλιά αμερικανικά πολεμικά πλοία, που έγιναν το «Κιλκίς» και η «Λήμνος». Και επιχειρήσαμε να τα βρούμε με την Τουρκία. Η συνάντηση, όμως, του Βενιζέλου με τον Μεγάλο Βεζύρη δεν έγινε γιατί μεσολάβησε η δολοφονία στο Σεράγεβο και η ἔκρηξη του Ευρωπαϊκού πολέμου. Η Αγγλία κατέσχεσε τα Τουρκικά πλοία στα ναυπηγεία της και, έτσι, γλυτώσαμε την δεύτερη Άλωση.
Καλό είναι, όμως, να θυμόμαστε πότε, πότε πόσο επικίνδυνη ήταν η γειτονιά μας και να μην εφησυχάζουμε. Δυστυχώς, οι αντιπάθειες και τα μίση δεν εξαλείφονται τόσο εύκολα όσο νομίζουν οι Γιούνκερ και οι Μογκερίνι αυτού του κόσμου. Οι ίδιοι που, με την αφέλειά τους, αν πράγματι είναι αφέλεια, ενθαρρύνουν παλιούς επιθετικούς εθνικισμούς και σωβινισμούς και θέτουν, έτσι, σε κίνδυνο την ειρήνη στην περιοχή μας και σε όλη την Ευρώπη.