Μην δει καναπέ. Μην δει βαθιά πολυθρόνα. Μην δει αναπαυτική καρέκλα. Αμέσως σπεύδει να σωριαστεί. Οχι δεν πρόκειται για σταχανοβίτη που δούλευε ολημερίς κι ολονυχτίς στα γκουλάγκ της Σοβιετικής Ενωσης. Πρόκειται για τον έλληνα πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα.
Είχε απέναντί του έναν υπέργηρο άνθρωπο 75+ ετών, Και αντί με τη στάση του σώματός του να εκπέμπει προς όσους κάλυπταν τη συνάντηση έναν στοιχειώδη σεβασμό στον συνομιιλητή του, εκείνος είχε…καταβαραθρωθεί σε έναν -προφανώς εξαιρετικά αναπαυτικό- καναπέ, με εκείνο το γνωστό βαρεμένο ύφος. όπως όταν είσαι σε καφενείο στην Αραχώβης ή σε κάποιο ταβερνείο της Βαλτετσίου. Τι να κάνεις; Παιδικές συνήθειες είναι αυτές, δύσκολα αποβάλλονται…

Ανάλογης αισθητικής προσέγγισης ήταν και η παρουσία του κατά τη συνάντησή του προ μηνών με τον πρόεδρο Ομπάμα. Ευθυτενής, χαμογελαστός, άνετος στις κινήσεις, αρχοντικός ο Αμερικανός, η προσωποποίηση της κακομοιριάς του βαρελόφρονα ο δικός μας. Και πάλι αραγμένος σε μια βολική πολυθρόνα, το σώμα ¨”χύμα στο κύμα”, άλλοτε έδινε προσοχή στον συνομιλητή του άλλοτε τον “έγραφε” κανονικά, με δυό λόγια, η απόλυτη ντροπή και ξεφτίλα.
Ενδεχομένως να αναρωτηθείτε; Μα καλά, έχουν τόσο μεγάλη σημασία όλα αυτά; Ασφαλέστατα. Πρώτα από όλα, ο όρος body language χρησιμοποιείται κι εγώ δεν ξέρω πόσες δεκαετίες. Δηλαδή τι μηνύματα εκπέμπεις στο κοινό με το σώμα σου, τον τρόπο που κινείσαι, που στέκεσαι, που γελάς ή δεν γελάς, που σφίγγεσαι, που είσαι χαλαρός, που είσαι παρα-χαλαρός ( αυτός είναι ο δικός μας…), που προσέχεις τον συνομιλητή σου κ.ο.κ.
Τα πιο σωστά πράγματα του κόσμου να λες ( δεν αφορά τον Τσίπρα αυτό…), αν τα λες σφιγμένος, ιδρώνεις και λαχανιάζεις, δύσκολα θα πείσεις. Περισσότερο θα μείνει στο μυαλό η εικόνα σου παρά ο λόγος σου. Τι να κάνουμε; Η δύναμη της εικόνας είναι αυτή. Αξεπέραστη…
Ενα κλασσικό παράδειγμα που αναφέρεται από τους επαγγελματίες επικοινωνιολόγοους είναι το debate Κένεντι-Νίξον. Νέος, γυμνασμένος, φρέσκος και δροσερός ο ένας, εξέφραζε το νέο στην Αμερική, μεγάλης ηλικίας, κακομούτσουνος, αμακιγιάριστος, με κυρτούς ώμους ο άλλος, ιδρωνε-ξε-ίδρωνε και γενικά ζοριζόταν. Η αντίθεση ήταν κραυγαλέα και συνηγόρησε σε μεγάλο βαθμό στον θρίαμβο του Κένεντι.
Κάπως αντίστοιχη ήταν και εκείνη των Μακ Κέιν-Ομπάμα, το 2004. Ο Ομπάμα όπως τον περιγράψαμε, ο 70+ ΜακΚέιν παρότι δείχνει μάλλον αξιόλογος άνθρωπος, βετεράνος ήρωας πολέμου στο Βιετνάμ κ.λπ., σκόνταψε, τον στήριξε ο Ομπάμα, γενικότερα έδινε μια εικόνα γέρικης αδυναμίας. Πόσο να τον εμπιστευτούν οι Αμερικανοί για πρόεδρο με πληθώρα υπερατλαντικών ταξιδιών και αλλεπάλληλων υποχρεώσεων;
Τι εικόνα δίνει ο έλληνας πρωθυπουργός στις δημόσιες συναντήσεις του; Θέλετε να είμαστε απολύτως ειλικρινείς; Δίνει την εικόνα του ελληνάκου καταφερτζή, με τους κυρτούς, κληρονομιά δουλοπάροικου, κατοίκου προτεκτοράκου, ώμους, καλοπερασάκια, με τα περιττά κιλάκια του και αγύμναστου, που σημαίνει ότι ποτέ δεν κατέβαλε στοχευμένη ενέργεια να γίνει καλύτερος. Με δύο λόγια, δίνει αυτό που οι ψυχολόγοι ονομάζουν περιορισμός στο ελάχιστο της προσπάθειας, γεγονός που υποσυνείδητα γίνεται αντιληπτό από τον καθένα. Για το τι προσλαμβάνουν ως εντύπωση οι ξένοι ηγέτες, δεν το συζητώ καν.
Ας πάρουμε, ως δικηγόροι του διαβόλου, την αντίθετη περίπτωση: χρειαζόμαστε για ηγέτη κάποιον που να μπορεί να περπατήσει στις πασαρέλες του μόντελινγκ; Οχι, σε καμία περίπτωση δεν είπαμε ούτε εννοούμε αυτό. Χρειαζόμαστε κάποιον που με την εικόνα του να εκπέμπει εμπιστοσύνη και δυναμισμό. Ας συγκρίνουμε Παπανδρέου και Σαμαρά.
Ο Σαμαράς, αρέσει-δεν αρέσει στους επικριτές του, είχε το “στιλ Ομπάμα”. Από τους πιο κομψούς και ευθυτενείς ευρωπαίους ηγέτες, εξέπεμπε άνεση, δυναμισμό, κοσμοπολιτισμό, αίσθηση χιούμορ και ικανότητα κίνησης στο οποιοδήποτε περιβάλλον. Δυναμικές κινήσεις, γυμνασμένο σώμα, γοητεία, άμεση επαφή με το κοινό του, ευστροφία σε twist τής συζήτησης, είχε την σχεδόν τέλεια εικόνα ηγέτη.
Ο Παπανδρέου, παρότι ενδεχομένως πιο αθλητικός από τον Σαμαρά, κουβαλούσε – ο βαριόμοιρος- εκείνο το “ο άτιμος ο πατέρας μου μου ισοπέδωσε την παιδική ηλικία”. Ψηλός και ευθυτενής και αυτός, γυμνασμένος, εμφανίσιμος αλλά και φορέας μιας μιζέριας που, ειδικά στις εκφράσεις του προσώπου του, έκανε ‘μπαμ¨.
Πλάκα-πλάκα, οι δύο δικοί μας ηγέτες ξεπερνούσαν κατά πολύ τα ευρωπαϊκά πρότυπα ηγετικής φιγούρας. Αλλά το θέμα είναι, ότι σε αντίθεση με τον κουρασμένο Τσίπρα, εκείνοι τουλάχιστον το πάλευαν. Τον Σαρκοζί δεν τον έλεγες και ομορφάντρα αλλά και με τον τρόπο του και με το γενικότερο attitude του, εξέμεμπε δυναμισμό και αυτοπεποίθηση.
Αρκεί να δει κανείς τα debate με τη Ρουαγιάλ. Συν τοις άλλοις, παρότι ¨’στραβοχυμένος’, έβαζε κάθε πρωί τα sneakers του και έτρεχε κάποια χιλιόμετρα με τους σωματοφύλακές του για να είναι σε φόρμα. Ο Τσίπρας κάνει κάτι αντίστοιχο ή αυτός είναι και ο λόγος που σωριάζεται σε καρέκλες και καναπέδες; Οι αγώνες τσίπουρου με τον Φλαμπουράρη και τον Μπαλαούρα δύσκολο να σου βελτιώσουυν τη φυσική σου κατάσταση.
Ή πάμε στη Μέρκελ. Για την ευφυία και τον δυναμισμό της, περιττό να επιχειρηματολογήσει κανείς, είναι αυταπόδεικτα. Πώς τα μετουσιώνει στην εμφάνισή της;
Γνωρίζοντας ότι δεν είναι Μπρούνι ( ή η άλλη η…ξετσίπωτη η Δανέζα πρωθυπουργός; που την έπεφτε στον Ομπάμα και είχε κάνει έξαλλη τη Μισέλ ) έχει εγκαινιάσει ένα cool look, όχι επιθετικό, με σακάκια που αν μη τι άλλο κρύβουν ατέλειες, φαρδιά παντελόνια και κινήσεις “γλυκές”, φιλικές, του θηλυκού που δεν απειλεί. Με δύο λόγια, έχει δουλέψει και αυτή για την εικόνα της.
Και για να το…τερματίσουμε, πάμε στο άλλο άκρο, στους χοντρούς! Εκεί, το στοιχείο που παίζει τον σημαντικότερο ρόλο είναι η πληθωρικότητα του ανδρός σε σχέση ,ε την προσωπικότητά του. Χοντρός ήταν κι ο Τσόρτσιλ, χοντρός κι ο Χέλμουτ Κολ. Οταν τους έβλεπες όμως, τραβούσες το βλέμμα τους από πάνω τους ή δεν έδινες σημασία στα λεγόμενά τους; Οχι, διότι το πάχος τους ήταν κατι το…φυσιολογικό, σε σχέση με τον δυναμισμό που εξέπεμπαν. Κατ’αντιστοιχία με τα ελληνικά, φαντάζεστε έναν λεπτό Πάγκαλο ή Βενιζέλο; Εχω την αίσθηση ότι μάλλον αυτή η εικόνα δεν θα τους ταίριαζε.
Συνεπώς: ποιός ηγέτης ( λέμε τώρα…) δεν έχει
δουλέψει καθόλου; Ποιός είναι αφημένος; Ποιός, πέρα από ένα κουτοπόνηρο γελαστό μουτράκι εφήβου, διαθέτει μια φιγούρα και μια κινησιολογία που μόνον σε πρωθυπουργό που έχει να διαχειριστεί μια σοβαρότατη κρίση, δεν παραπέμπει; Ευκολάκι η απάντηση: ο Αλέκος ο αλανιάρης, ο σερέτης. Που σωριάζεται στις πολυθρόνες και τους καναπέδες, έχει απέναντί του τον πλανητάρχη και τον σνομπάρει ( γιατί, μεταξύ μας, τι ανάγκη έχει η Ελλάδα τον πλανητάρχη; αστεία πράγματα ) και γενικά είναι ο κακομοιράκος της παρέας, ο Καρανίκας της Κομισιόν ( καθόλου τυχαία η πρόσληψη του παιδικού του φίλου. Ομοιος ομοίω κ.λπ. ) Ποιός, βλέποντάς τον, “κολλάει” τη ματιά του πάνω του? Ποιός προσωπικός μαγνητισμός? Ποιός ηγέτης και ποια ηγετική φιγούρα?
Αν παίζουν ρόλο όλα αυτά ή μήπως είναι δευτερεύοντα ζητήματα; Καθόλου! Παίζουν εξαιρετικά πρωτεύοντα ρόλο σε μια εποχή που η επικοινωνία τείνει να υπερβεί την παραγωγή πολιτικής. Καλό-κακό, έτσι είναι. Γιατί πέραν των τεράστιων πολιτικών επιτευγμάτων του, μιλούν όλοι ακόμη και σήμερα για τον Κωνσταντίνο Καραμανλή; Γιατί τον έβλεπες δίπλα στους ξένους ηγέτες και με έναν τρόπο αισθανόσουν υπερήφανος για τον ηγέτη σου, εκείνον που σε αντιπροσώπευε.
Εν κατακλείδι: ο Τσίπρας χρειάζεται γυμναστήριο, personal trainer, κάποιον, τέλος πάντων, που να τον κάνει άνθρωπο. Να αποκτήσει ηγετική φιγούρα. Για να..συμβολοποιεί ( όπως ρήμαξε και τη λέξη στις δημόσιες δηλώσεις του αναφερόμενος στον Μπουτάρη ) μια ηγεσία δυναμική και αποφασιστική. Μια ηγεσία που να πείθει. Προσωπικά, αν τον ξαναδώ χωμένο σε πολυθρόνα, να μισοκοιμάται από τα τσίπουρα,με ξένο ηγέτη απέναντί του, θα κλείσω την τηλεόραση, αφού η συγκεκριμενη εικόνα βαθέως με προσβάλλει.
Οι συμβολισμοί στην πολιτική έχουν τεράστια σημασία κι αυτό το γνωρίζουν άπαντες. Εκτός ίσως από τον έλληνα πρωθυπουργό…
Τρέχοντας έρχεται η …όρεξη!
*Του Νίκου Αρμένη
Με ρωτούν μερικές φορές: «Έχεις πάντα διάθεση για τρέξιμο;».
Φυσικά και δεν έχω πάντα διάθεση για τρέξιμο.
Πώς να έχω διάθεση δηλαδή να αφήσω τα ωραίο και ζεστό κρεβατάκι μου το χειμώνα για να βγω πρωί πρωί με την αυγούλα με το σορτσάκι έξω για τρέξιμο;
Πώς να έχω διάθεση καλοκαιριάτικα να ξυπνάω άγρια χαράματα για προπόνηση προκειμένου να προλάβω το πάρτυ που κάνει καθημερινά ο ήλιος..;
Και πώς να έχω διάθεση για τρέξιμο εκείνες τις ημέρες που τρέχω σαν το Βέγγο όλη μέρα στη δουλειά ή τα προβλήματα που έχω κληθεί να αντιμετωπίσω την προηγούμενη ημέρα μοιάζουν ανυπέρβλητα;
Κι όμως. Έχω δεν έχω διάθεση δένω τα κορδόνια μου, πατάω ΟΝ στο gps μου και ξεκινώ..!
Και για να είμαι απολύτως ειλικρινής, στα 8 χρόνια που τρέχω συστηματικά ζήτημα είναι να έχω υποκύψει σε τέτοιες σκέψεις 3 ή 4 φορές.
Την προπόνησή μου θα την κάνω ο κόσμος να χαλάσει.
Και κάθε φορά ακούω το σώμα μου να διαμαρτύρεται στα πρώτα χλμ.
Με ψέλνει κανονικά. Ύστερα συμμορφώνεται. Και στο τέλος με ευγνωμονεί!
Όσο για το ντους μετά την προπόνηση, θα το παρομοίαζα με την απόλαυση που μου προσφέρει ένα δροσερό μπολ οικογενειακού προφιτερόλ στις περιόδους που μου επιτρέπω την κατανάλωση γλυκών!
Ο κανόνας λέει πως όταν ξεκινώ τη μέρα μου με τρέξιμο, τα καταφέρνω μετά καλύτερα στις όποιες δραστηριότητές μου μέχρι το βράδυ.
Καταλήγω στο συμπέρασμα πως δικαιολογίες δεν υπάρχουν τελικά.
Με καλή ή κακή διάθεση, ξεκινάς να τρέχεις. Στην πορεία η διάθεση από κακή θα γίνει καλή, και από καλή υπέροχη..! Νόμος.
Υπάρχουν και εξαιρέσεις βέβαια που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Μέρες που βγήκα με σούπερ διάθεση για προπόνηση και αποδείχθηκε η προσπάθειά μου – για χ ή ψ λόγους – λίγο πιο εύκολη από ορειβασία στον Όλυμπο…
Για τέτοια σπαρίλα μιλάμε..
Ή άλλες φορές που ένα τυχαίο γεγονός ή ακόμα και μια φευγαλέα σκέψη κατόρθωσε να με επηρεάσει ψυχολογικά σε τέτοιο βαθμό που ένιωθα το σώμα μου βαρύ κι ασήκωτο..
Αλλά αυτά συμβαίνουν σπάνια. Για την ακρίβεια συμβαίνουν όταν το αποφασίσουμε. Συνειδητά ή ασυνείδητα.
Νομίζω ο Χαρούκι Μουρακάμι (*) έχει γράψει σχετικά, πως θα μπορούσε να βρει 1000 λόγους για να μην τρέχει και 1 εκατομμύριο λόγους για τους οποίους αισθάνεται εξαρτημένος από το τρέξιμο.
Αυτή είναι και η απάντηση. Όταν σκέφτεσαι τους λόγους που σε κάνουν να θέλεις να τρέχεις, οι εσωτερικές «σειρήνες» που σου λένε το αντίθετο είναι σαν να σφυρίζουν σε κουφό.
(*) Ο Χαρούκι Μουρακάμι είναι ένας από τους κορυφαίους Ιάπωνες συγγραφείς και δεινός μαραθωνοδρόμος. Τα βιβλία του πουλάνε εκατομμύρια αντίτυπα σε όλο τον κόσμο. Τα τελευταία χρόνια θεωρείται φαβορί για το Νόμπελ Λογοτεχνίας και μεταξύ άλλων έχει γράψει το βιβλίο «Για τι πράγμα μιλάω όταν μιλάω για το τρέξιμο».
*Ο Νίκος Αρμένης εργάζεται ως πολιτικός συντάκτης στον τηλεοπτικό σταθμό Star και στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων