Μία από τις ωραιότερες παραστάσεις Ανάστασης του Χριστού βρίσκεται στην Κωνσταντινούπολη, και συγκεκριμένα στην Ιερά μονή Χώρας. Ο ναός χτίστηκε σε διάφορα στάδια και επισκευάστηκε/ανακαινίστηκε αρκετές φορές. Οι σημαντικότερες προσθήκες όμως μαζί με την πλειονότητα των ψηφιδωτών και τοιχογραφιών έγιναν με εντολή του Θεόδωρου του Μετοχίτη το 14ο αιώνα. Επομένως θα πρέπει να θεωρείται ασφαλές ότι η λαμπρή Ανάσταση είναι εκείνης της περιόδου.
Η τοιχογραφία βρίσκεται στο ταφικό παρεκκλήσι, δίπλα στον κεντρικό ναό. Πρόκειται πραγματικά για την ωραιότερη τοιχογραφία. Βρίσκεται στην κόχη, και το θέμα που παρουσιάζεται δεν υπάρχει σε καμία άλλη εκκλησία: Ο Χριστός αρπάζει από το βασίλειο του θανάτου με το ένα χέρι τον Αδάμ και με το άλλο την Εύα, σώζοντάς τους και τους δύο ο ίδιος. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται από φίλους της Μονής, «σε όλες τις υπόλοιπες τοιχογραφίες που έχουν σωθεί και περιγράφουν την ίδια σκηνή ο Χριστός σώζει μόνο τον Αδάμ, ενώ η Εύα σώζεται επειδή πιάνεται από το χιτώνα του Αδάμ. Αυτό το στοιχείο θεωρείται μια καινοτομία της Παλαιολόγιας Αναγέννησης, κατά την οποία φαίνεται να αναβαθμίζεται η θέση της γυναίκας»
Ο Χρήστος Αντωνίου σημειώνει στο περιοδικό «Περί Ου» για το δικό του προσκύνημα στη Μονή και στο συγκεκριμένο έργο:
«Φτάνοντας στο παρεκκλήσι βρέθηκα μπροστά στην πανέμορφη τοιχογραφία της “Αναστάσεως” του Χριστού. Είναι, κατά γενική αναγνώριση, η πλέον αριστουργηματική και συναρπαστική Ανάσταση στη βυζαντινή εικονογραφία κι εκφράζει τον θρίαμβο του Χριστού πάνω στον θάνατο. Στο κέντρο της, ανάμεσα σε δύο απότομους βράχους, προβάλλει έξαφνα ο Χριστός, εξερχόμενος νικητής από τον Άδη, κι αρπάζοντας με δύναμη, από το βασίλειο του θανάτου με το ένα χέρι τον Αδάμ και με το άλλο την Εύα, τους φέρνει στη ζωή. Αυτή τη δύναμη με την οποία κυριολεκτικά τραβά τους πρωτόπλαστους φανερώνει το ιμάτιό του που κυματίζει, ο μεγάλος διασκελισμός του, η πλάγια προς τα δεξιά κίνηση του κορμιού του, η κατά 45 μοίρες από το οριζόντιο επίπεδο κλίση των σωμάτων των πρωτοπλάστων, τα παραλυμένα χέρια τους.
Τα ενδύματά του είναι αστραφτερά και ολόκληρος περιβάλλεται από φωτεινή «δόξα», που αποτελείται από ουράνιες σφαίρες στολισμένες με φωτεινά άστρα.
Στο κάτω μέρος της τοιχογραφίας απεικονίζονται οι συντετριμμένες πύλες του Άδη, ο ίδιος ο θάνατος νικημένος σαν γέρος αναμαλλιασμένος και αλυσοδεμένος, τα κλειδιά , οι σύρτες και οι μοχλοί του Άδη που έσπασε για να εξέλθει ο νικητής Χριστός («Συνέτριψε πύλας χαλκάς και μοχλούς σιδηρούς συνέθλασε». Ψαλμ. 106,16).
Αριστερά και δεξιά της εικόνας βλέπουμε δίκαιους ανθρώπους και προφήτες, όπως τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, τον Δαυίδ, τον Σολομώντα, τον Άβελ, τον Ησαΐα κ.ά. Η κίνηση και η εκφραστικότητα των μορφών τους φανερώνει την έκπληξή τους από την Ανάσταση του Χριστού. Υπάρχει στην εικόνα μια εντυπωσιακή δυναμική και κάθε περιγραφική προσπάθεια ωχριά μπροστά στην ίδια την εικόνα.»
Αναφέροντας ότι μιλά όχι ως ειδικός, αλλά ως προσκυνητής, συνεχίζει: «Κυρίως, θέλω να περιγράψω την αίσθηση που είχα βλέποντας αυτή την εικόνα, για να παραλείψω όλες τις άλλες, παρόμοιες άλλωστε στην τεχνοτροπία.
Από τη μια λοιπόν η αρμονία των μελών όλων των μορφών, που τις διακρίνει η κομψότητα, η χάρη και η ωραιότητα, είναι καθαρά αρχαιοελληνική (λόγια). Από την άλλη η “εκ του Άδου” ανάσταση του Χριστού που βασίζεται, όχι στα επίσημα, αλλά στα απόκρυφα ευαγγέλια, ο λαμπρός μεταφυσικού χαρακτήρα λευκός φωτισμός της μορφής του Χριστού, η συγκεκριμενοποίηση του θανάτου, οι εσχηματοποιημένοι βράχοι του Άδη, τα κλειδιά, οι σύρτες και οι μοχλοί, η χρονική συναίρεση όλων των μορφών, που ανήκουν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, σε μία στιγμή, εκείνη δηλαδή της Αναστάσεως, είναι, νομίζω, λαϊκά θέματα και στοιχεία.
Ένιωθα δηλαδή από τη μια σαν να βρισκόμουν σ’ ένα αρχαιολογικό μουσείο της κλασικής αρχαιότητας να χαίρομαι θεωρώντας ωραία αγάλματα κι από την άλλη σαν να παρακολουθούσα ένα μεσαιωνικό δρώμενο που αισθητοποιεί την έντονη αγωνία του ανθρώπου για απελευθέρωση, για λύτρωση. Η όλη παράσταση με συγκλόνισε αισθητικά και νοητικά και μου δημιούργησε βαθιά συναισθήματα “ελέου και φόβου” για τον άνθρωπο και τη μοίρα του. Ένιωσα να μετέχω, να νιώθω μια ψυχική ταραχή, να ξεφεύγω από τη θέση του απλού θεωρού. Αν σκεφτούμε πως η τέχνη έχει ως σκοπό της τη συγκίνηση, τότε φαίνεται να είχε δίκιο ο Σεφέρης στην εκτίμησή του για την αποτελεσματικότητα της σύζευξης των δύο παραδόσεων. Ωστόσο, ένιωθα ότι αυτή η συγκίνηση είχε κι άλλες αιτίες.»
Η Μονή της Χώρας στην Κωνσταντινούπολη (μουσείο και, δυστυχώς, προσεχώς τζαμί ) είναι το σημαντικότερο μνημείο της εποχής των Παλαιολόγων και λόγω του μοναδικού του εικονογραφικού προγράμματος ένα από τα σπουδαιότερα καλλιτεχνικά δημιουργήματα της βυζαντινής τέχνης.
Το καθολικό της Μονής της Χώρας χτίστηκε μεταξύ 1077 και 1081 από τη Μαρία Δούκαινα, την πεθερά του αυτοκράτορα Αλέξιου Α’ Κομνηνού, πάνω σε παλαιότερο κτίσμα.
Το 1120 επισκευάστηκε ριζικά από τον γιο του Αλέξιου, τον σεβαστοκράτορα Ισαάκιο Κομνηνό. Πολύ αργότερα, μεταξύ 1316 και 1321, ο Θεόδωρος Μετοχίτης, Λογοθέτης του Γενικού επί Ανδρόνικου Β’ Παλαιολόγου και λόγιος με σημαντικό συγγραφικό έργο, ανακαινίζει το κτήριο, προσθέτει τον εξωνάρθηκα και το νότιο παρεκκλήσι και τα διακοσμεί με μωσαϊκά και τοιχογραφίες.
Το νότιο παρεκκλήσι προσαρτήθηκε και διακοσμήθηκε στα 1315-20 με δαπάνη του Μετοχίτη, με σκοπό να συμπεριλάβει τον τάφο του κτήτορα.
Σύμφωνο με το νεκρικό προορισμό του χώρου είναι και το εικονογραφικό του πρόγραμμα. Μία επιβλητική σύνθεση της Καθόδου του Χριστού στον Άδη διακοσμεί την αψίδα, ενώ μία μνημειακή παράσταση της Δευτέρας Παρουσίας καλύπτει τα ψηλότερα μέρη του ανατολικού τμήματος. Οι δύο παραστάσεις από τα Θαύματα του Κυρίου, η ανάσταση του γιου της χήρας και της κόρης του Ιαείρου, ολοκληρώνουν το πρόγραμμα του ανατολικού τμήματος του παρεκκλησίου, που συνολικά εκφράζει τον Θρίαμβο του Χριστού πάνω στον θάνατο.


