Η Ρωσία, η Κίνα, η Δύση και ο ρόλος της Γερμανίας. Γράφει ο Δ.Απόκης

Unsplash

Η κρίση της Ουκρανίας, βρίσκεται πλέον στην κόψη του ξυραφιού και από ώρα σε ώρα είναι πιθανό να ξεσπάσει μια σύγκρουση η οποία θα φέρει αντιμέτωπη τη Δύση με τη Ρωσία, με τρόπο που οι δυο πλευρές είχαν αποφύγει ακόμη και στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Η κρίση αυτή είναι ξεκάθαρο, ότι σε μια εποχή που το διεθνές σύστημα επαναπροσδιορίζεται, συνδέεται άμεσα με το μέλλον της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη

Έχουμε συνηθίσει εδώ και αρκετά χρόνια να ακούμε από αναλύσεις και σχόλια, ότι η Γερμανία είναι η πλέον σημαντική χώρα της Ευρώπης, και το Βερολίνο είναι αυτό που καθορίζει την ευρωπαϊκή πορεία, και ειδικά αυτή της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Κάποιοι, εδώ και χρόνια γράφουμε και επισημάνουμε τον αρνητικό ρόλο του Βερολίνου, σε μια σειρά μείζονων ζητημάτων για το μέλλον της Ευρώπης, αλλά και της Ελλάδας (βλέπε Τουρκία). Η κρίση μεταξύ της Ρωσίας και της Δύσης, με αφορμή την Ουκρανία, έρχεται πλέον να αναδείξει πανηγυρικά το γεγονός, ότι σε αντίθεση με το τι πιστεύουν πολλοί η Γερμανία, αποτελεί τροχοπέδη σε κρίσιμα για το μέλλον της Ευρώπης θέματα, και σίγουρα δεν αποτελεί έναν αξιόπιστο, όπως λανθασμένα πιστεύουν πολλοί σύμμαχο για τη Δύση.

Η εξάρτηση του Βερολίνου, από το ρωσικό φυσικό αέριο έχει αφήσει την Ευρώπη χωρίς επιλογές επιβολής κυρώσεων στη Μόσχα, στην περίπτωση που ο Βλαντιμίρ Πούτιν, αποφασίσει να εισβάλει στην Ουκρανία.

Οι τραγικές αποφάσεις του Βερολίνου τις τελευταίες δυο δεκαετίες, για σταδιακή κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας και οι πιο πρόσφατες κινήσεις για μείωση της εξάρτησης από τον άνθρακα σε μια προσπάθεια μείωσης των εκπομπών CO2, έχουν καταστήσει τη Γερμανία, να εξαρτάται όλο και περισσότερο από το ρωσικό φυσικό αέριο σε σχέση με τους περισσότερους γείτονές της, όχι μόνο για θέρμανση αλλά και για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.

Μέσα στο 2022, οι τρεις τελευταίοι πυρηνικοί σταθμοί της Γερμανίας θα κλείσουν, την ίδια στιγμή που οι τιμές ενέργειας στη χώρα βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά, ενώ πρόκειται να κλείσουν και όλα τα γερμανικά εργοστάσια άνθρακα μέχρι το 2038.

Αυτή η πολιτική έχει κάνει τη Γερμανία το μεγαλύτερο αγοραστή ρωσικού φυσικού αερίου στον κόσμο. Αντλεί περισσότερες από τις μισές εισαγωγές φυσικού αερίου από τη Ρωσία έναντι περίπου 40% κατά μέσο όρο για την Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με τη Eurostat.

Με δεδομένη τη σταδιακή κατάργηση της πυρηνικής ενέργειας και την έξοδο από τον άνθρακα, το ποσοστό ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα, θα αυξηθεί δραματικά. Ο αγωγός Nord Stream 2, που ολοκληρώθηκε πρόσφατα, αναμένει τώρα επίσημη έγκριση από τις γερμανικές ρυθμιστικές αρχές, και θα διπλασιάσει τη δυναμικότητα για εξαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου στη Γερμανία, που διοχετεύεται επί του παρόντος μέσω του παράλληλου αγωγού Nord Stream 1.

Η κυβέρνηση του Καγκελάριου Όλαφ Σόλτς – το κόμμα του οποίου, οι Σοσιαλδημοκράτες, παραδοσιακά τάσσονται υπέρ των στενών σχέσεων με τη Ρωσία – δηλώνει παρασκηνιακά ότι θα παγώσει τον Αγωγό Nord Stream 2, σε περίπτωση ρωσικής επίθεσης στην Ουκρανία. Αποφεύγει να το κάνει δημόσια, παρά την αφόρητη πίεση που δέχεται από την Ουάσιγκτον, και άλλους δυτικούς συμμάχους. Ο κ. Σόλτς, συνεχίζει την πολιτική της προκατόχου του, Άγκελα Μέρκελ, η οποία επέβλεψε την κατασκευή του Νord Stream 2, και τόνιζε ότι ο αγωγός, είναι ένα καθαρά ιδιωτικό έργο που πρέπει να διαχωριστεί από τις πολιτικές συζητήσεις.

Η Μόσχα, ενώ έχει μειώσει την προμήθεια φυσικού αερίου σε χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, δεν έχει κάνει το ίδιο με τη Γερμανία. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας, αναφέρει ότι η Ρωσία είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη για την έλλειψη φυσικού αερίου στην Ευρώπη.

Μεγάλο μέρος των ρωσικών αποστολών φυσικού αερίου στην Ευρώπη διοχετεύονται μέσω αγωγών που διασχίζουν την Ουκρανία. Η δυνατότητα αντικατάστασής τους με άμεσες εξαγωγές φυσικού αερίου στη Γερμανία θα μπορούσε να επιτρέψει στη Ρωσία να διεξαγάγει πόλεμο στην Ουκρανία χωρίς να χρειάζεται να ανησυχεί για ζητήματα διαμετακόμισης.

Η ρωσική Gazprom, ελέγχει μια σειρά εγκαταστάσεων αποθήκευσης φυσικού αερίου διάσπαρτες σε ολόκληρη τη Γερμανία, μεταξύ των μεγαλύτερων τέτοιων εγκαταστάσεων στην Ευρώπη. Αυτό δίνει στη Μόσχα πρόσβαση σε ένα σημαντικό ρυθμιστικό σύστημα σε περίπτωση αύξησης της ζήτησης και μείωσης της προσφοράς.

Οι γερμανικές τιμές ενέργειας έχουν ήδη αυξηθεί ως αποτέλεσμα της έλλειψης φυσικού αερίου στην Ευρώπη, με την γερμανική Ομοσπονδιακή Στατιστική Υπηρεσία, να αναφέρει ότι αυξήθηκαν κατά 69% τον Δεκέμβριο σε σύγκριση με τον ίδιο μήνα το 2020.

Η Γερμανία έχει πραγματοποιήσει σημαντικές επενδύσεις στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αλλά η μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα ήταν αργή και άνιση. Το φυσικό αέριο αντιπροσωπεύει περίπου το 25% της συνολικής κατανάλωσης ενέργειας της Γερμανίας και αυτό θα αυξηθεί καθώς η χώρα κλείνει περισσότερες πυρηνικές εγκαταστάσεις και εργοστάσια άνθρακα. Η χρήση φυσικού αερίου για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας το 2021 ήταν ήδη υψηλότερη από ότι το 1990, σύμφωνα με την γερμανική Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Περιβάλλοντος.

Ακόμη και οι ενεργειακές υποδομές της Γερμανίας είναι προσανατολισμένες προς τις ρωσικές εξαγωγές. Το 2018, η κυβέρνηση της κ. Μέρκελ συμφώνησε να υποστηρίξει την κατασκευή τουλάχιστον ενός μεγάλου τερματικού σταθμού ΥΦΑ στις ακτές της Βόρειας Θάλασσας της χώρας, μετά από πιέσεις του τότε Προέδρου, Ντόναλντ Τράμπ, ο οποίος απείλησε το Βερολίνο με καταστροφικές κυρώσεις λόγω του Nord Stream 2.

Η κυβέρνηση της Μέρκελ δεσμεύθηκε να επιδοτεί το έργο και συνέταξε νόμο για να αναγκάσει τις εταιρείες υποδομής φυσικού αερίου να κατασκευάσουν συνδέσμους προς το μελλοντικό τερματικό σταθμό. Αλλά, όλη η προσπάθεια εγκαταλείφθηκε όταν ο Τράμπ έχασε τις εκλογές.

Μια μελέτη του 2015, που ανατέθηκε από το γερμανικό Υπουργείο Οικονομίας, προσομοιώνει μια απότομη διακοπή των παραδόσεων ρωσικού φυσικού αερίου, διαπιστώνει, ότι οι γερμανικές εγκαταστάσεις αποθήκευσης φυσικού αερίου θα πρέπει να είναι τουλάχιστον 60% πλήρεις, για να συνεχίσουν να ικανοποιούν τη ζήτηση. Σήμερα σύμφωνα με τα στοιχεία, οι δεξαμενές είναι 44% γεμάτες.

Από αυτό και μόνο καταλαβαίνει κανείς πόσο εξαρτημένη είναι η Γερμανία από τη Ρωσία, και μπορεί να αντιληφθεί το ανασταλτικό ρόλο που παίζει σε μια συνολική αντιμετώπιση του εκβιασμού του Πούτιν, όσο αφορά την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Την ώρα που η Δύση στηρίζει την Ουκρανία, και καθησυχάζει τα μέλη του Οργανισμού Βορειοατλαντικού Συμφώνου, το Βερολίνο, ακολουθεί διαφορετική προσέγγιση, θέτοντας τα ρωσικά συμφέροντα πάνω από αυτά της Δύσης, με αποτέλεσμα να αποδεικνύει ότι σε καμία περίπτωση δεν είναι αξιόπιστος δυτικός σύμμαχος στην αντιμετώπιση τις δύο πιο σοβαρές απειλές για την ασφάλεια της Δύσης και της δημοκρατικής διεθνούς τάξης μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, τη Ρωσία αλλά και την Κίνα.

Για το Βερολίνο, το φθηνό φυσικό αέριο, οι εξαγωγές αυτοκινήτων στην Κίνα και το να μη δυσαρεστήσει τον κ. Πούτιν φαίνεται να είναι πιο σημαντικό από τη συμμαχική αλληλεγγύη και την ευρωπαϊκή ασφάλεια.

Το Βερολίνο αρνείται να προμηθεύσει την Ουκρανία με όπλα, και εμποδίζει ενεργά και άλλες χώρες, όπως π.χ. η Εσθονία, να το πράξουν. Τα τελευταία εικοσιτετράωρα η Μεγάλη Βρετανία, έχει προχωρήσει σε μεταφορά αντιαρματικών όπλων στην Ουκρανία, και διεξήγαγε πτήσεις συλλογής πληροφοριών που σχετίζονται με την Ουκρανία. Οι πτήσεις πληροφοριών έχουν περάσει από τον γερμανικό εναέριο χώρο, την πιο άμεση διαδρομή μεταξύ Βρετανίας και Ουκρανίας, αλλά οι πτήσεις όπλων κάνουν παράκαμψη, γύρω από τη Γερμανία.

Η Γερμανία έχει, επίσης, εγκαταλείψει τον στόχο αμυντικών δαπανών του ΝΑΤΟ που προβλέπει το 2% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, δαπανώντας μόνο το 1,5%.

Ο νέος Καγκελάριος της Γερμανίας, Όλαφ Σόλτς, δεσμεύτηκε επίσης, να συνεχίσει το καθεστώς παρατηρητή, στη Συνθήκη για την Απαγόρευση των  Πυρηνικών Όπλων  και μόνο αόριστα να υποστηρίξει την πυρηνική αποτροπή του ΝΑΤΟ. Αυτή η παραχώρηση έχει από καιρό ζητηθεί από τον κ. Πούτιν.

Υπάρχει και η στάση του Βερολίνου, απέναντι στην Κίνα. Λίγο πριν την ανάληψη των καθηκόντων της, η κυβέρνηση Μπάιντεν, ζήτησε από την τότε Καγκελάριο, Άγκελα Μέρκελ, να καθυστερήσει μια εμπορική συμφωνία Ευρωπαϊκής Ένωσης – Κίνας. Το Βερολίνο, απάντησε επιταχύνοντας τις διαπραγματεύσεις για την επίτευξη συμφωνίας πριν από την ανάληψη των καθηκόντων του κ. Μπάιντεν.

Ο κ. Σόλτς φαίνεται αποφασισμένος να διατηρήσει τις εξαγωγές της Γερμανίας ύψους 150 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως στην Κίνα με κάθε κόστος. Αυτό κατέστη σαφές πρόσφατα στη Λιθουανία, η οποία πιέζεται από το Πεκίνο, με εμπορικό πόλεμο, έτσι ώστε να μην επιτρέψει στην Ταϊβάν, να ανοίξει ένα γραφείο αντιπροσωπείας. Οι γερμανικές επιχειρήσεις, αντί να στηρίζουν τον δημοκρατικό γείτονά τους, πιέζουν τη Λιθουανία, απειλώντας με αναστολή γερμανικών επενδύσεων, να υποκύψει στα αιτήματα της Κίνας ή να δει τις γερμανικές επενδύσεις να αναστέλλονται.

Την ώρα, λοιπόν, που η Δύση, έχοντας και μια αδύναμη και χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική αμερικανική κυβέρνηση, συγκρούεται με Μόσχα και Πεκίνο, και ανάμεσα στα κρίσιμα διακυβεύματα είναι και η ευρωπαϊκή ασφάλεια, η Γερμανία, όχι μόνο δεν βρίσκεται, όπως θα έπρεπε, στην πρώτη γραμμή της υπεράσπισης των δυτικών και κυρίως, των ευρωπαϊκών, συμφερόντων, αλλά αποτελεί τροχοπέδη στην προώθησή τους.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Αναλυτής Διεθνών Σχέσεων, Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, Μέλος του The International Institute for Strategic Studies, και επί σειρά ετών Ανταποκριτής στην Washington DC, διαπιστευμένος στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο

Διαβάστε επίσης