Ο Πούτιν σφυρίζει και ο Μπάιντεν με τη Δύση χορεύουν στο ρυθμό του.

Η συνεχιζόμενη κρίση στην Ουκρανία και το σκληρό πόκερ το οποίο παίζει απέναντι στη Δύση και κυρίως απέναντι στον Αμερικανό Πρόεδρο, Τζο Μπάιντεν, ο Πρόεδρος της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν, δίνει τη δυνατότητα να εξαχθούν χρήσιμα συμπεράσματα, όσο αφορά τα νέα δεδομένα που διαμορφώνονται στη διεθνή σκακιέρα.

Αργά αλλά σταθερά, αν και κάποιοι το γράφουμε χρόνια, πολλοί συστημικοί αναλυτές, αρχίζουν να παραδέχονται ότι το πουλόβερ του διεθνούς συστήματος, το οποίο προέκυψε με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έχει αρχίσει να ξηλώνεται και είναι πλέον παρωχημένο.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη *

Πολλά είναι αυτά που μπορεί να πει κανείς για το Ρώσο Πρόεδρο, αλλά εκείνο στο οποίο δεν μπορεί να διαφωνήσει κανείς είναι ότι ως παίκτης στρατηγικής στη διεθνή σκακιέρα, είναι μια κατηγορία μόνος του.

Αυτό το διαπιστώνει κανείς στην παρούσα κρίση στην Ουκρανία, όπου ο Πούτιν, την αξιοποιεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Χωρίς να έχει πατήσει σε ουκρανικό έδαφος, ένας Ρώσος στρατιώτης, ο Ρώσος Πρόεδρος, έχει ενισχύσει πολιτικά τη θέση του διεθνώς, και έχει προωθήσει την ατζέντα του στο εσωτερικό της Ρωσίας. Και όλα αυτά με ελάχιστο κόστος.

Το θέμα της Ουκρανίας, είναι αρκετά δημοφιλές στο εσωτερικό της Ρωσίας. Η Ουκρανία ήταν αναπόσπαστο μέρος της ρωσικής αυτοκρατορίας και της Σοβιετικής Ένωσης για περισσότερα από 300 χρόνια, και πολλοί Ρώσοι το θεωρούν το λίκνο του ρωσικού πολιτισμού. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια, ότι η ρωσική κοινή γνώμη, θα επιθυμούσε και θα στήριζε μια παρατεταμένη στρατιωτική σύγκρουση στην Ουκρανία. Η σκληρή, όμως, ρητορική, του κ. Πούτιν στο θέμα της Ουκρανίας, είναι κάτι που οι Ρώσοι, καλωσορίζουν και πιστεύουν ότι πρέπει να γίνεται.

Η κρίση, ενισχύει το προφίλ της Ρωσίας και δημιουργεί ένα αίσθημα ευεξίας και ανάτασης στη ρωσική κοινή γνώμη. Όσο και να ακούγεται παράξενο, πολλοί είναι εκείνοι, στη Ρωσία, που νοσταλγούν την εποχή της Αυτοκρατορίας. Αρέσει το να είναι η Ρωσία στο προσκήνιο των διεθνών εξελίξεων.

Η Μόσχα, χωρίς κανένα ιδιαίτερο κόστος, λόγω της ουκρανικής κρίσης βρίσκεται στο προσκήνιο. Όχι μόνο μονοπώλησε την Σύνοδο Κορυφής του G-7, αλλά εξαφάνισε από το προσκήνιο της δημοσιότητας την Σύνοδο Κορυφής για τη Δημοκρατία, που οργάνωσε ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, και στην οποία είχε επενδύσει πολλά ο κ. Μπάιντεν.

Ο Πούτιν κυριαρχεί στα διεθνή μέσα μαζικής ενημέρωσης και η τηλεδιάσκεψη που είχε με τον κ. Μπάιντεν, ενίσχυσε σημαντικά το προφίλ του στη διεθνή σκακιέρα. Εάν μάλιστα προσθέσει κανείς σε αυτό το γεγονός ότι η κρίση στην Ουκρανία, δημιουργεί σημαντικό πρόβλημα στο εσωτερικό των ΗΠΑ, για τον Αμερικανό Πρόεδρο, το κέρδος είναι ακόμη μεγαλύτερο για το Ρώσο ομόλογό του.

Η Ουκρανία, έχει αναγκάσει την κυβέρνηση Μπάιντεν, να αποσπάσει την προσοχή της από το μεγάλο στόχο που είναι η Κίνα, με αποτέλεσμα ο Αμερικανός Πρόεδρος να δέχεται πυρά από όλες τις πλευρές στο εσωτερικό.

Εκτός της Ουκρανίας, ο Πρόεδρος της Ρωσίας στρίβει το μαχαίρι στα πλευρά της Ουάσιγκτον και σε άλλα σημαντικά μέτωπα.

Η καταστρεπτικός τρόπος με τον οποίο αποχώρησε ο κ. Μπάιντεν από το Αφγανιστάν, προκάλεσε μεγάλη απογοήτευση σε μια πολύ σημαντική για την πολιτική της Ουάσιγκτον στον Ειρηνικό, χώρα, την Ινδία.

Την τελευταία διετία η Μόσχα έχει επανέλθει στο ρόλο της ως βασικός προμηθευτής όπλων για το Νέο Δελχί. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πούτιν, ο οποίος αποφεύγει τα συχνά ταξίδια στο εξωτερικό, έκανε εξαίρεση και επισκέφθηκε τον Ινδό Πρωθυπουργό, Ναρέντα Μόντι, στο Νέο Δελχί.

Αποτέλεσμα αυτού του ταξιδιού, ήταν ένας μεγάλος πονοκέφαλος για την αμερικανική διπλωματία, η απόφαση της Ινδίας να προχωρήσει στην προμήθεια πυραύλων S-400, από τη Ρωσία, όπως έκανε και ο Ταγίπ Ερντογάν.

Στην περίπτωση του Ερντογάν, η Αμερική τιμώρησε μέσω του νόμου CATSA, την Τουρκία, με βαρύτατες κυρώσεις, όπως η εκδίωξη από το πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35. Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν θα πράξει το ίδιο, όπως προβλέπεται, με την Ινδία.

Εάν επιβάλει κυρώσεις στο Νέο Δελχί, θα χάσει ένα τρομακτικά χρήσιμο σύμμαχο στη στρατηγικά βαρύνουσας σημασίας περιοχή του Ινδο- Ειρηνικού και στον ανταγωνισμό με την Κίνα. Εάν πάλι, σφυρίξει κλέφτικα και απαλλάξει την Ινδία, δεν είναι λίγοι εκείνοι που θα μιλήσουν για δυο μέτρα και δυο σταθμά όσο αφορά τη μεταχείριση της Άγκυρας.

Όλο αυτό το πρεσάρισμα, έναντι της Ουάσιγκτον, το έχει επιτύχει ο Πούτιν, με ουσιαστικά ανύπαρκτο κόστος. Και όχι μόνο αυτό, αλλά εάν η κυβέρνηση Μπάιντεν δώσει συγχωροχάρτι στην Ινδία ή την Τουρκία, όσο αφορά κυρώσεις λόγω των σχέσεων τους με τη Ρωσία, πως είναι δυνατόν να απαιτεί από τους Ευρωπαίους να προχωρήσουν σε κυρώσεις εναντίον της Μόσχας, με αφορμή την Ουκρανία, χωρίς να δώσει μια εικόνα έλλειψης σοβαρότητας και αδυναμίας. Είναι δυνατόν να πιέζει η Ουάσιγκτον τη Γερμανία για τον Nord Stream 2, την ώρα που κάνει τα στραβά μάτια σε μαζικές πωλήσεις ρωσικών οπλικών συστημάτων σε βασικούς της συμμάχους.

Η Ουκρανία, μέχρι στιγμής, μόνο κέρδη έχει αποφέρει για τον Ρώσο Πρόεδρο. Αυτό που κανείς δεν γνωρίζει, είναι οι επόμενες κινήσεις του κ. Πούτιν στην κρίση της Ουκρανίας. Θα επιλέξει να αφήσει το θέμα να οδηγηθεί σε μια εκτόνωση ή θα συνεχίζει να κάνει πόλεμο νεύρων έναντι της Ουάσιγκτον και της Δύσης; Είναι άραγε πιθανό να προχωρήσει σε καμία κίνηση κατοχής ουκρανικών εδαφών, πέραν της Κριμαίας, γεγονός που θα φέρει τον Αμερικανό Πρόεδρο ενός μοιραίου διλήμματος, όπου, όποια απόφαση και να πάρει θα είναι χαμένος.

Οι προθέσεις του Προέδρου της Ρωσίας είναι άγνωστες. Ο φετινός χειμώνας εξελίσσεται δύσκολος για την Ευρώπη. Θα συνεχίσει την πίεση προς τους Ευρωπαίους με το φυσικό αέριο; Θα διακινδυνεύσουν οι Ευρωπαίοι ένα μποϊκοτάζ της Μόσχας, στηρίζοντας την Ουάσιγκτον για επιβολή κυρώσεων; Και τι θα γίνει στην περίπτωση που το Ιράν, ανεβάσει και πάλι το θερμόμετρο της έντασης στην Μέση Ανατολή και η Κίνα κάνει, ταυτόχρονα, το ίδιο με την Ταιβάν, την ώρα που ο Πούτιν αυξήσει την πίεση στην Ουκρανία;

Χωρίς κανένα ιδιαίτερο κόστος ο κ. Πούτιν έχει καταφέρει να χορεύει στο ταψί τη Δύση και κάθε ημέρα που περνάει ο Λευκός Οίκος του κ. Μπάιντεν, να δείχνει όλο και πιο αδύναμος και αναξιόπιστος. Εάν αυτό, δεν βρεθεί σύντομα μια στρατηγική για να αντιμετωπιστεί και να αλλάξει, οι εξελίξεις προδιαγράφονται δυσμενείς σε πολλά μέτωπα.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Αναλυτής Διεθνών Σχέσεων, Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, Μέλος του The International Institute for Strategic Studies, και επί σειρά ετών Ανταποκριτής στην Washington DC, διαπιστευμένος στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο.