Πότε επιτέλους θα τιμωρήσουμε αυστηρά το έγκλημα; Γράφει η Αλίκη Τσίκα

Κάθε μέρα γινόμαστε μάρτυρες και σε ένα νέο έγκλημα. Η σκληρότητα και η βαναυσότητα, ολοένα και αυξάνεται και κάθε φορά αναρωτιόμαστε πόσο ακόμα. Το επόμενο έγκλημα, έρχεται για να μας αποδείξει ότι το προηγούμενο δεν ήταν το τέλος και υπάρχουν πάντα χειρότερα.

Σχεδόν έναν χρόνο πριν κοιτούσαμε όλοι αποσβολωμένοι στις οθόνες μας, μια κοπέλα να επιτίθεται σε μια άλλη χωρίς ουσιαστικό λόγο και αιτία με βιτριόλι και αφού ευτυχώς δεν την σκότωσε, την άφησε όμως σημαδεμένη για μια ζωή, να ζει ένα μαρτύριο. Τότε είχαμε πει ότι αυτό είναι από τα σκληρότερα εγκλήματα που έχουν συγκλονίσει την ελληνική κοινωνία.

Τώρα ακούμε για μια μάνα που δολοφονείται δίπλα στο παιδί και τον σύζυγο της για ένα χρηματικό ποσό (όσο μεγάλο ή μικρό και να ήταν αυτό, δε θα άλλαζε την ουσία του εγκλήματος) και αναρωτιόμαστε αν αυτό είναι το σκληρότερο πρόσωπο του εγκλήματος που θα συναντήσουμε. Κάθε μέρα και μια νέα μαρτυρία για εγκλήματα «μικρά ή μεγάλα». Κάποιος μαχαιρώνει κάποιον για μια παρατήρηση, άλλως σκοτώνει για έναν λογαριασμό τηλεφώνου. Φόνοι, βιασμοί, παρενοχλήσεις, έγκλημα!

Θα πει κανείς, πρώτη φορά είναι ή τελευταία; Ούτε πρώτη, ούτε τελευταία, όμως ο ολοένα και αυξανόμενος αριθμός εγκλημάτων, καθώς και η αντίστοιχα αυξανόμενη βιαιότητά τους, οφείλουν επιτέλους να κρούσουν τον κώδωνα του κινδύνου, για να μην πούμε να ηχήσουν τις σειρήνες πολέμου, σε όλους τους αρμόδιους φορείς.

Από τις αστυνομικές αρχές, το δικαστικό σύστημα, τον ποινικό κώδικα, μέχρι τους μικρότερους ή μεγαλύτερους φορείς κοινωνικοποίησης και διαπαιδαγώγησης, όπως την οικογένεια, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, σε όλους αναλογεί και ένα λιθαράκι ευθύνης.

Σαφώς παράγοντες όπως η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών, η μεταναστευτική κρίση, η υγειονομική κρίση και η έλλειψη επαρκούς νομικού και σωφρονιστικού πλαισίου, συνδράμουν τα μέγιστα ώστε να γιγαντωθεί και εν τελεί να καταλήξει ανεξέλεγκτη η εγκληματικότητα. Για να μην συνυπολογίσουμε και πολλές λαϊκίστικες «πολιτικές» φωνές που ενισχύουν το έγκλημα, δίνοντας φθηνές αγωνιστικές δικαιολογίες σε αυτό, παράλληλα με τη νομιμοποίηση εγκληματιών, την ελάφρυνση ποινών και τη στοχοποίηση της αστυνομίας ως απολυταρχικού εργαλείου.

Βέβαια οι ίδιες φωνές που ακούγονται να φωνάζουν «μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι» είναι και αυτές που αποθεώνουν μετά την αστυνομία όταν εμφανίζεται να επιτελεί σωστά το έργο της (βλ. φωτογραφία με το μωράκι). Αυτή δυστυχώς είναι η κατάρα της ελληνικής κοινωνίας, που δεν ξέρει τι θέλει και πού πάνε τα τέσσερα και στην πλειοψηφία άγεται και φέρεται και αλλάζει γνώμη κάθε τρεις και λίγο.

Πρώτα μας βρωμάει η αστυνομία, μετά την αγαπάμε. Πρώτα κάνουμε δήθεν επανάσταση και στηρίζουμε εγκληματίες και αλλάζουμε ποινικούς κώδικες και μετά ζητάμε αυστηρότερες ποινές. Πρώτα μας ενοχλεί ο νόμος γιατί είναι μέσο καταστολής και μετά θέλουμε να μας προστατεύσει. Πρώτα τρία πουλάκια κάθονταν και μετά τρεχάτε ποδαράκια μου.

Έτσι όμως δουλειά δε γίνεται και κράτος δε στήνεται. Πρέπει κάποιος επιτέλους να πάρει αποφάσεις που θα «σπάσουν αυγά» και ας μην αρέσουν σε κάποιους (έτσι και αλλιώς αυτοί οι κάποιοι θα αλλάξουν γνώμη μετά). Αυστηρότεροι νόμοι, νόμοι που να εφαρμόζονται και όχι να σφυρίζουμε αδιάφορα, αυστηρότερες ποινές, οργανωμένο σωφρονιστικό σύστημα. Και σε όποιον αρέσει!