Μέχρι που μπορεί να φτάσει η ξεφτίλα;

Βλέποντας το φετινό τηλεοπτικό τοπίο, δεν γίνεται να μην αναρωτηθεί κανείς, μέχρι που μπορεί να φτάσει η ξεφτίλα. Κατηφόρα ανθρώπων, παραγωγών, καναλιών και τηλεθεατών που επιλέγουν να πλασάρουν ή να παρακολουθήσουν όλα όσα υπάρχουν φέτος στην μικρή οθόνη. Η επέλαση των ριάλιτι είχε επανεκκινήσει δειλά – δειλά τα τελευταία χρόνια, αλλά έκανε το μπαμ φέτος, με το ένα σκουπίδι να διαδέχεται το άλλο, σε μία σχεδόν πλέον σοκαριστική τηλεοπτική πραγματικότητα.

Της Αλίκης Τσίκα

Ένα πάρτι σεξισμού, δήθεν απελευθέρωσης, τρας “κουλτούρας” που συνοδεύονται από τον εθελοντικό εξευτελισμό ανθρώπων και καταστάσεων. Ξεκίνησε με το Big Brother, σε ένα κανάλι που μας είχε συνηθίσει αν μη τι άλλο σε μία πιο ενημερωτική – ποιοτική τηλεόραση, αλλά εξελίχθηκε σε οχετό ριάλιτι. Το εν λόγω πρόγραμμα ευτυχώς είχε εξαφανιστεί από την ελληνική τηλεόραση, δυστυχώς όμως ξαναήρθε για να μας θυμίσει πόσο αηδιαστικά μπορεί κάποιος να εκμεταλλευτεί ανθρώπους, των οποίων τη νοημοσύνη και την ποιότητα, μάλλον δεν μπορεί κανείς να σχολιάσει. Ένα κράμα προσωπικοτήτων που δέχονται να γίνουν βορά των διαφημιστικών εταιρειών, μόνο και μόνο για να κερδίσουν λίγη εξευτελιστική δημοσιότητα.

Στην αντίπερα τηλεοπτική όχθη, παρουσιάστηκε φέτος “Ο Εργένης”, για να μας υπενθυμίσει με βαρύ και ασήκωτο τρόπο, ότι μάλλον ζούμε στην Ελλάδα του 1950, που ο μόνος στόχος της γυναίκας, ήταν να βρει άντρα για να την θρέφει και να την ποτίζει σαν τη γλάστρα. Πληθώρα κορασίδων επιπέδου γλάστρας, πήγαν με μεγάλη ευχαρίστηση να ξεκατινιαστούν δημοσίως, φτιασιδωμένες με δύο τρία κιλά πλαστικού και μέικ απ πάνω τους και ντυμένες σαν λατέρνες, για να κερδίσουν το πολυπόθητο αρσενικό. Στην πλειοψηφία τους λειτουργούν σαν μία άμορφη μάζα που άντε να χαρακτηριστεί ως αγέλη, προσβάλλοντας κάθε είδος ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ήθους και αρχής.

Τα περσινά ριάλιτι από την άλλη για να μπορέσουν να ανταγωνιστούν τα νεοφερμένα φιντάνια, βάλθηκαν να κατεβάσουν ακόμη περισσότερο το ήδη χαμηλό τους επίπεδο, για να ανεβάσουν νούμερα και έσοδα και κάπως έτσι μείναμε να αναρωτιόμαστε πόσο πιο χαμηλά μπορεί να πέσει το λεγόμενο τηλεοπτικό προϊόν. Βεβαίως για να λέμε και του στραβού το δίκιο, δεν φταίνε μόνο τα κανάλια και οι παραγωγοί, καθώς ως γνωστόν αυτοί επιλέγουν αυτό που πουλάει περισσότερο.

Μένουμε λοιπόν να αναλογιστούμε γιατί και πως έφτασε μια ολόκληρη κοινωνία να ταυτίζεται και να παρακολουθεί τέτοια προγράμματα. Που ήταν όλοι αυτοί κρυμμένοι τόσα χρόνια που η τηλεόραση είχε άλλο περιεχόμενο; Βεβαίως στην αιώνια συζήτηση του αν έκανε η τηλεόραση, τον τηλεθεατή, ή ο τηλεθεατής την τηλεόραση, κανείς δεν έχει ακόμα καταφέρει να βρει την απάντηση. Για να αναλύσει κάποιος βαθιά και ορθά το τηλεοπτικό τοπίο, πρέπει πρώτα να ξεκινήσει από την κοινωνική, παιδαγωγική και οικονομική πραγματικότητα μιας χώρας και αν αυτό συμβεί, μάλλον θα πρέπει να κλαίμε.

Η τηλεόραση όμως παλαιότερα χρησιμοποιούσε τη δυναμική της με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο, που ναι μεν και πάλι κατασκεύαζε πρότυπα και συμπεριφορές πολλές φορές λανθασμένα, είχε όμως την ευθιξία να συμπεριλαμβάνει και προγράμματα επιπέδου, αφήνοντας την επιλογή στον τηλεθεατή. Δυστυχώς στις πενιχρές οικονομικά μέρες μας όμως, που τα πάντα γίνονται με μόνο στόχο την αύξηση του κέρδους, οι επιλογές χάθηκαν και άφησαν πίσω τους τηλεοπτικούς σκουπιδοτενεκέδες.

Στη ρητορική λοιπόν ερώτηση του μέχρι που μπορεί να φτάσει πλέον η ξεφτίλα, φοβάμαι ότι ακόμα δεν έχουμε δει τον πάτο.