Κατατρέχω και κατατρύχω

239

Το κατατρέχω είναι σύνθετη λέξη, με συνθετικά την πρόθεση κατά και το ρήμα τρέχω. Σημαίνει προσπαθώ να βλάψω κάποιον, επειδή διάκειμαι εχθρικά απέναντί του. Στη γλώσσα μας, η πρόθεση κατά ως πρώτο συνθετικό επιτείνει, κάνει πιο έντονη τη σημασία του δεύτερου συνθετικού. Συνεπώς, όταν κατατρέχω, όχι απλώς τρέχω, αλλά τρέχω διαρκώς πίσω από κάποιον, τον κυνηγώ, για να τον βλάψω. 

Γράφει η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα

Συνήθως μας κατατρέχουν πρόσωπα ή νομίζουμε ότι κατατρεχόμαστε από αυτά. Μερικοί συνάδελφοι κατατρέχουν άλλους, οι γονείς από ενδιαφέρον κατατρέχουν (μεταφορικά) τα παιδιά τους. Κάποιες φορές νομίζουμε ότι κατατρεχόμαστε από άτομα του περιβάλλοντός μας. Οι υφιστάμενοι πιστεύουν ότι τους κατατρέχει ο προϊστάμενος ή – λιγότερο κομψά – δεν τους αφήνει σε χλωρό κλαρί. Ο στρατηγός Μακρυγιάννης στον επίλογο των Απομνημονευμάτων του έγραφε: Όσοι είναι τίμιοι κατατρέχονται ως ανάξιοι της κοινωνίας και της πολιτείας.

Αυτός που κατατρέχεται είναι κατατρεγμένος. Βέβαια, η λέξη κατατρεγμένος είναι έντονα φορτισμένη συναισθηματικά και δηλώνει περισσότερο αυτόν που έχει κυνηγηθεί από την μοίρα και είναι άτυχος. Και ο κατατρεγμός είναι οι διώξεις που υφίσταται ο κατατρεγμένος από τις συγκυρίες της ζωής. Οι πρόσφυγες, για παράδειγμα, διωγμένοι από τις πατρίδες τους και κυνηγημένοι από τους συμπατριώτες τους βίωσαν τον κατατρεγμό. 

Το κατατρύχω από την άλλη είναι και αυτό σύνθετο με πρώτο συνθετικό την πρόθεση κατά και το τρύχω (= ερειπώνω, καταπονώ, κουράζω). Το τρύχω ανάγεται στην ινδοευρωπαϊκή ρίζα *tru-, που με την σειρά της είναι συγγενής με την *tere- με τη σημασία του σχίζω, διαπερνώ, τρυπώ.

Το κατατρύχω έχει την έννοια του βασανίζω, ταλαιπωρώ. Μας κατατρύχουν οι αρρώστιες, οι συμφορές, τα βάσανα, Τα τελευταία χρόνια μας κατατρύχουν οι φόροι και οι έκτακτες εισφορές. Κάποιοι κατατρύχονται από αμφιβολίες, από εμμονές, από φοβίες. Τους νέους κατατρύχει η ανεργία και η κοινωνία κατατρύχεται από θλίψη, όταν συνειδητοποιεί τι έχει να αντιμετωπίσει.

Το κατατρύχω δηλώνει μία διαρκή ταλαιπωρία, μια πληγή. Με βάση το δεύτερο συνθετικό του (τρύχω) είναι ετυμολογικά συγγενές με τις λέξεις τραύμα, τρωτός, τερηδόνα, τρυπάνι, διάτρητος.

Αισιοδοξείτε! Κανένας δεν σας κατατρέχει! Είθε από τίποτα να μην κατατρύχεστε!

Η Σοφία Μουρούτη – Γεωργάνα είναι φιλόλογος και διδάσκει στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδας