*Του Κώστα Κωτούλα
Στις 24 Ιουλίου 1980 κατέρρευσε οριστικά, μετά από πλήθος προειδοποιητικών προσβολών σε διάρκεια 18 ετών, η καρδιά του καλύτερου James Bond που γνώρισε (μέχρι σήμερα τουλάχιστο) ο κινηματογράφος: του Peter Sellers.
Βέβαια, στο Καζίνο Ρουαγιάλ (1967) ο Sellers δεν ήταν ο μοναδικός Bond, ούτε καν ήταν ο αυθεντικός Bond. Αντίθετα, ήταν μάλλον μια από τις βασικές πηγές δυσκολιών και προβλημάτων στο γύρισμα και την παραγωγή της ταινίας. Πάντως δεν υπήρξε -και δύσκολα μπορεί να υπάρξει στο μέλλον- ηθοποιός που να σπάσει τόσο πολύ το στυλιζαρισμένο καλούπι των απαιτήσεων από έναν τέτοιο ρόλο.
Για την κηδεία του, επέλεξε να παιχτεί το τραγούδι “in the mood”, το οποίο αντιπαθούσε όσο ζούσε. Λέγεται μάλιστα ότι είχε πει στο γιο του ότι το συγκεκριμένο κομμάτι είναι «θαυμάσια ακατάλληλο -και συνακόλουθα θαυμάσια κατάλληλο- για περιστάσεις που απαιτούν σοβαρότητα».
Ο Peter Sellers ήταν ηθοποιός. Ραδιοφωνικός ηθοποιός αρχικά, με τεράστιο ταλέντο στις μιμήσεις, κινηματογραφικός ηθοποιός στη συνέχεια, με τεράστιο ταλέντο στα πάντα. Κάποιοι μάλιστα από τους ρόλους του είχαν κι αυτοί τεράστιο ταλέντο στις μιμήσεις, ιδίως όταν αυτές περιλάμβαναν και μεταμφιέσεις. Και θα μπορούσε κανείς να πει ξερά ότι ήταν κωμικός ηθοποιός, αν ανάμεσα στους πρώτους κύριους ρόλους του δεν ήταν εκείνος του Clare Quilty στη Lolita του Kubrick (1962). Εδώ ο Quilty μεταμφιέζεται και ξαναμεταμφιέζεται προκειμένου να βρίσκεται πάντα κοντά στη Λολίτα και να την κατευθύνει (αυτή αλλά και όλους τους περιστρεφόμενους γύρω της σα χούλα χουπ) προς τους δικούς του σκοπούς.
Δύο χρόνια μετά τη Lolita, ο Sellers συνεργάστηκε ξανά με τον Kubrick. Αυτή τη φορά όχι σε δραματική ταινία, αλλά προκειμένου να γυρίσουν μια από τις καλύτερες κωμωδίες και να επανακαθιερώσουν το Sellers ως έναν από τους καλύτερους κωμικούς όλων των εποχών. Στην ταινία “Dr. Strangelove or: How I Learned to Stop Worrying and Love the Bomb” (του τίτλου της οποίας την ελληνική εκδοχή απαξιώ ακόμα και να αναφέρω), o Sellers δεν υποδύεται χαρακτήρα που μεταμφιέζεται, αλλά μεταμφιέζεται σε περισσότερους χαρακτήρες, εν προκειμένω τρεις, κάτι που θα το επαναλάβει σε αρκετές άλλες ταινίες του. Το περιεχόμενο της ταινίας δεν είναι της παρούσης, ωστόσο πρέπει οπωσδήποτε να σημειωθεί πως όποιος δεν έχει δει την ταινία κάνει τεράστια παράλειψη την οποία πρέπει να διορθώσει αμέσως.
Τη συνήθεια της ενσάρκωσης περισσότερων ρόλων στην ίδια ταινία την εμφάνισε για πρώτη φορά (σε ό,τι αφορά σε ταινίες μεγάλου μήκους) ο Sellers στο «Ποντίκι που Βρυχάται» (1959), όπου υποδύεται τον στρατιώτη Tully Bascombe, τον Πρωθυπουργό Κόμη Rupert Mountjoy και τη Μεγάλη Δούκισσα Gloriana XII του Δουκάτου του Grand Fenwick, το οποίο κηρύσσει τον πόλεμο στις ΗΠΑ, πραγματοποιεί απόβαση σε αυτές και τελικώς νικά. Επίσης, στον Αιχμάλωτο της Ζέντα υποδύθηκε τρεις ρόλους, ωστόσο οι δύο από αυτούς ήταν του απαχθέντος Βασιλιά Rudolf V και του σωσία του Syd Frewin, ο δε τρίτος, ο μακαρίτης Βασιλιάς Rudolf IV πεθαίνει από την αρχή της ταινίας. οπότε ίσως να είναι σωστό να μετρηθούν ως ένας.
Ο βασικός ρόλος όμως του Sellers ήταν αυτός του Επιθεωρητή Ζακ Κλουζώ. Τον Κλουζώ τον πρωτογνώρισε ο κόσμος το 1963 στην ταινία Ροζ Πάνθηρας και από τότε καθιερώθηκε ως το αρχέτυπο του επίμονου και προσηλωμένου στο καθήκον, ανίκανου, γκαφατζή, τυχερού αστυνομικού. Είναι χαρακτηριστικό ότι στη δική μας γωνία των Βαλκανίων, τείνουμε να αποδίδουμε το χαρακτηρισμό «Κλουζώ», επικεντρώνοντας όμως μόνο στην ροπή στις γκάφες και την αυτογελοιοποίηση, σε Υπουργούς Δημόσιας Τάξης ή Αξιωματικούς της Αστυνομίας μετά από μεγάλες αποτυχίες. Τελευταία μάλιστα, ο χαρακτηρισμός αποδίδεται και σε Ευρωβουλευτές οι οποίοι μέσω του Τουίτερ αποκαλύπτουν κάτι πιο βαθύ από μια επιδερμική ομοιότητα (στην εξαγωγή πρόχειρων, αφελών συμπερασμάτων και στην καλλιέργεια μουστακιού) με το θρυλικό Επιθεωρητή. Ως Κλουζώ, ο Sellers κλόνισε ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη του παγκοσμίου κοινού στη Γαλλική Αστυνομία πέντε φορές, σε πέντε ταινίες.
Ο Sellers έχει επίσης συμπρωταγωνιστήσει στην πρώτη ταινία του Woody Allen, το “What’s New Pussycat?” (1965), όπου υποδύεται τον ψυχοαναλυτή Δρ. Φριτζ Φασσμπίντερ. Η ταινία σήμερα θα απαγορευόταν από τις νέες τάσεις στον κόσμο του θεάματος ως εξόχως σεξιστική και αυτό, μαζί με τις ερμηνείες των πρωταγωνιστών και τη φωνή του Tom Jones στο τραγούδι των τίτλων, είναι σοβαρός λόγος για να τη δει κανείς άμεσα.
Το 1965 ο Sellers πρωταγωνίστησε στο Πάρτυ. Θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει slapstick κωμωδία, όμως δεν ήταν slapstick, ούτε κατά προσέγγιση. Ήταν όμως γεμάτο γκάφες που σε κάνουν να αισθάνεσαι άβολα με τον ήρωα Hrundi V. Bakshi, ο οποίος κατά λάθος προσκαλείται σε ένα πάρτυ, στο οποίο δεν ξέρει τι να κάνει. Πρόκειται για άλλη μία ταινία που σήμερα θα θαβόταν από κριτικούς επειδή προβαίνει σε “cultural appropriation”, όμως έλα που η Ίντιρα Γκάντι την έβλεπε με μεγάλη ευχαρίστηση.
Ανάμεσα στις καλύτερες ταινίες του Sellers ήταν η προ-τελευταία του. Στο “Being There” (1979) βλέπουμε έναν Sellers που προκαλεί όχι γέλια, αλλά πικρά χαμόγελα με την απάθεια, τη σιωπή ή τις άσχετες ατάκες. Η ταινία είναι μελαγχολική και εξαιρετική, αντίστοιχη του μεγέθους του πρωταγωνιστή της, ο οποίος, μαζί με τη φάρσα του “in the mood”, πριν φύγει μας άφησε το 1980 και τη φάρσα των «Σατανικών Κόλπων του Φου-Μαντσού». Δικαίωμά του.
Δεν έχει νόημα να αναφερθούμε στα προβλήματα ψυχικής υγείας, στις ανασφάλειες και την κατάθλιψη, στην προβληματική οικογενειακή ζωή, στο άδειασμα του εαυτού του μέσα από τους ρόλους του. Αν μιλούμε για έναν από τους μεγαλύτερους κωμικούς όλων των εποχών, δεν είναι πρέπον να αφήνουμε σκιές στο γέλιο που προκαλούσε.


