Η Γερμανία έχει συνομιλίες με τη Ρωσία και την Κίνα για την πυρηνική συμφωνία του Ιράν, ύστερα από την απόφαση των ΗΠΑ να αποχωρήσουν από αυτή, αλλά αποκλείεται η δημιουργία ενός ενιαίου μετώπου κατά της Ουάσινγκτον, δήλωσε σήμερα ο Γερμανός υπουργός Οικονομίας Πέτερ Αλτμάιερ.
«Διαπραγματευόμαστε με τη Ρωσία, διαπραγματευόμαστε με την Κίνα, περιττό να αναφερθεί, μεταξύ άλλων για το θέμα της συμφωνίας. Αλλά νομίζω ότι είναι λάθος…να ενωθούμε απέναντι στις ΗΠΑ με τη Ρωσία και την Κίνα. Οι ΗΠΑ παραμένουν εταίρος μας στο ΝΑΤΟ, έχουμε πολύ στενές και πολύ καλές οικονομικές σχέσεις μεταξύ των ΗΠΑ, της Ευρώπης και της Γερμανίας», δήλωσε ο υπουργός στο δίκτυο DLF.
Ο υπουργός σημείωσε τον αρνητικό αντίκτυπο για την παγκόσμια οικονομία από τις πιθανές αμερικανικές κυρώσεις σε βάρος του Ιράν.
«(Οι κυρώσεις σε βάρος του Ιράν θα οδηγήσουν) σε εντάσεις και αβεβαιότητα, οι αρνητικές επιπτώσεις δεν θα είναι μόνο πολιτικής φύσης αλλά και (αρνητικές) στην ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας», προειδοποίησε ο Αλτμάιερ.
Ο υπουργός δεσμεύθηκε να συνεχίσει τις ανοικτές και ειλικρινείς διαπραγματεύσεις με τις ΗΠΑ αναφορικά με τη διατήρηση της πυρηνικής συμφωνίας, προσθέτοντας ότι θα συμφωνηθούν περαιτέρω βήματα με τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρωπαϊκή Ένωση συνολικά.
Η αποχώρηση των ΗΠΑ από την πυρηνική συμφωνία του 2015 και η σχεδιαζόμενη επιβολή νέων κυρώσεων σε βάρος του Ιράν συνοδεύθηκαν από την απειλή κυρώσεων σε βάρος των ξένων εταιριών που δραστηριοποιούνται στη χώρα.
Η Γερμανία είναι έτοιμη να βοηθήσει τις εταιρίες της να συνεχίσουν να δραστηριοποιούνται στο Ιράν, δήλωσε ο Γερμανός υπουργός.
«Είμαστε έτοιμοι να μιλήσουμε σε όλες τις εμπλεκόμενες εταιρίες για το τι μπορούμε να κάνουμε για να ελαχιστοποιήσουμε τις αρνητικές επιπτώσεις» δήλωσε ο Αλτμάιερ στο DLF (Deutschlandfunk). «Αυτό σημαίνει ότι αφορά συγκεκριμένα τον περιορισμό της ζημιάς» και περιλαμβάνει την παροχή νομικών συμβουλών, δήλωσε.
Περίπου 120 γερμανικές εταιρίες δραστηριοποιούνται με το δικό τους προσωπικό στο Ιράν, περιλαμβανομένης της Siemens, ενώ περίπου 10.000 γερμανικές εταιρίες έχουν εμπορικές συναλλαγές με το Ιράν.
Πέρυσι, οι εξαγωγές γερμανικών προϊόντων προς το Ιράν αυξήθηκαν κατά περίπου 400 εκατ. ευρώ στα 3 δισεκ. ευρώ περίπου – οριακά πάνω από το 0,2% όλων των γερμανικών εξαγωγών αλλά υψηλότερα από αυτές της Βρετανίας και της Γαλλίας.
Οι γαλλικές εξαγωγές στο Ιράν διπλασιάστηκαν στο 1,5 δισεκ. ευρώ πέρυσι, χάρη στις εξαγωγές τζετ και εξαρτημάτων αεροσκαφών, καθώς και εξαρτημάτων αυτοκινήτων, σύμφωνα με στοιχεία από τα τελωνεία. Η Βρετανία είχε εξαγωγές προϊόντων αξίας 167 εκατ. λιρών (225 εκατ. δολ.) και υπηρεσιών αξίας 95 εκατ. λιρών στο Ιράν το 2016.
ΜΠΙΖΝΕΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΜΟΥΛΑΔΕΣ
Ωστόσο, ο Αμερικανός πρεσβευτής στο Βερολίνο Ρίτσαρντ Γκρένελ δήλωσε ότι οι επιχειρήσεις θα πρέπει να σκεφθούν την ηθική διάσταση του να έχουν εμπορικές σχέσεις με το Ιράν, όπου η οικονομία ελέγχεται σε μεγάλο βαθμό από τις θρησκευτικές αρχές.
«Κάθε χώρα είναι κυρίαρχη και μπορεί να αποφασίσει μόνη της για κυρώσεις, Αλλά η Γερμανία, η Γαλλία και η Βρετανία, οι «ΕΕ3», λένε οι ίδιες ότι το Ιράν αποτελεί απειλή. Θέλουν να έχουν συναλλαγές με μια απειλή;», δήλωσε ο Γκρένελ στην εφημερίδα Bild. «Εάν ναι, τότε όλοι οι επικεφαλής εταιριών που το θέλουν αυτό πρέπει να βγουν και να πουν: ‘Θέλουμε να κάνουμε μπίζνες με τους μουλάδες’».
Ο Αλτμάιερ δήλωσε ότι η Γερμανία δεν έχει νομικά μέσα για να προστατεύσει τις γερμανικές εταιρίες που δραστηριοποιούνται στις ΗΠΑ, αλλά θέλει να αποφύγει τον αρνητικό αντίκτυπο για αυτές που δραστηριοποιούνται στο Ιράν.
Σε ό,τι αφορά τις εντάσεις μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ για το θέμα του Ιράν, ο Αλτμάιερ δήλωσε: «Είναι μάλλον σαν την εμπορική διαμάχη αναφορικά με τους ανακοινωθέντες δασμούς για τον χάλυβα και το αλουμίνιο…Πρέπει να αποφύγουμε να μπούμε σε ένα σπιράλ κλιμάκωσης».
Ο Κώστας Τσιάρας γράφει στο ThePresident
«Εις άτοπον απαγωγή»
του Κώστα Τσιάρα, Βουλευτή Καρδίτσας και Γενικού Γραμματέα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας
Κλείνοντας 3 χρόνια στην διακυβέρνηση του τόπου, η κυβέρνηση οφείλει να εγκαταλείψει τις αμφίσημες δηλώσεις και να πάψει να πολιτεύεται με «ήξεις, αφήξεις». Λίγους μήνες πριν από την ψευδεπίγραφη «καθαρή έξοδο», τα κυβερνητικά στελέχη και ο Πρωθυπουργός οφείλουν να αποσαφηνίσουν, επιτέλους, τι προτίθενται να κάνουν με τα μέτρα για το 2019, που οι ίδιοι ψήφισαν. Να πουν ευθαρσώς στους πολίτες αν αυτά τα μέτρα, που αφορούν την βίαιη περικοπή των συντάξεων, χρειάζονται πραγματικά ή όχι.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό ζήτημα για το οποίο ο ΣΥΡΙΖΑ είναι υπόλογος. Γιατί εάν, όπως ισχυρίζεται ο Πρωθυπουργός, πραγματικά η οικονομία υπεραποδίδει, η ανεργία μειώνεται δίνοντας χώρο στην αύξηση της απασχόλησης και επομένως παρέχει ανάσες βιωσιμότητας στο ασφαλιστικό μας σύστημα, τότε αυτά τα μέτρα είναι, προφανώς, αχρείαστα. Οπότε εύλογα κάνεις αναρωτιέται για τους λόγους, που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ έσπευσε να προνομοθετήσει, ήδη από το 2017, τόσο βαριά μέτρα, που οδηγούν σε ασφυξία τους πλέον αδύναμους συμπολίτες μας, τους συνταξιούχους.
Αν από την άλλη η κυβέρνηση διατείνεται ότι τα νέα μέτρα είναι απαραίτητα, τότε οφείλει με παρρησία να απαντήσει, τι συνέβη μεταξύ του Μαΐου του 2016, όταν υποτίθεται θα λυνόταν το ασφαλιστικό με τον νόμο Κατρούγκαλου, μέχρι τον Μάιο του 2017 και την ημέρα που η κα Αχτσιόγλου καταργούσε την προσωπική διαφορά. Η κυβέρνηση οφείλει να εξηγήσει τι πραγματικά μεσολάβησε ανάμεσα στην «οριστική λύση του ασφαλιστικού», για την οποία υπερθεμάτιζαν οι «κυβερνητικοί σύντροφοι» των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ στη Βουλή τον Μάιο του 2016, μέχρι την ψήφιση τον Μάιο του 2017 των επιπλέον περικοπών στις συντάξεις ύψους 18%, που θα κάνουν ποδαρικό από τον την 1η Ιανουάριου του 2019.
Το μόνο που πραγματικά μεσολάβησε είναι ένας ακόμα χρόνος της ανερμάτιστης πολιτικής της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. Ένας επιπλέον χρόνος στον οποίο διατηρήθηκε η οικονομική και επενδυτική αβεβαιότητα, συρρικνώθηκαν έτι περεταίρω οι παραγωγικές δυνατότητες της χώρας λόγω της υπερφορολόγησης και υπονομευθήκαν ευθέως οι σταθερές θέσεις απασχόλησης έναντι των εναλλακτικών μορφών και των ευέλικτων σχέσεων εργασίας.
Μετά από όλα αυτά, επομένως, είναι να αναρωτιέται κάνεις γιατί ακόμα απορούν και αποδίδουν σε σκοτεινά κέντρα το γεγονός, πως η κοινωνία και οι πολίτες τους γυρνούν εκκωφαντικά την πλάτη. Εάν θέλουν να ανακαλύψουν τους υπαίτιους της δημοσκοπικής τους κατάρρευσης, που έχει παραλύσει κάθε ελπίδα εκλογικής τους ανάκαμψης, ίσως ήρθε η ώρα να κοιτάξουν στον καθρέφτη.