Η μάχη του Σαμαρά και οι επαίτες που τα δίνουν όλα για την εξουσία
ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΟ
Της Σοφίας Βούλτεψη*
Bερολίνο, 23 Σεπτεμβρίου 2014. Μέρα βροχερή και η ελληνική αντιπροσωπεία, με επικεφαλής τον πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά, φθάνει στην καγκελαρία. Μας υποδέχεται η Άγγελα Μέρκελ, στα γραφεία της με την γνωστή ειδυλλιακή θέα και με την γερμανική πρωτεύουσα στο πιάτο.
Το πρόγραμμα προβλέπει γεύμα μετά συζητήσεως και μετά κοινή συνέντευξη Τύπου. Καθόμαστε και ο Σαμαράς ανοίγει τον χαρτοφύλακά του. Ανασύρει τα στοιχεία για την ελληνική οικονομία, καθώς έχει πια πάρει την απόφασή του για προστατευμένη (με πιστοληπτική γραμμή δηλαδή) έξοδο από τα μνημόνια. Έβλεπε, ένιωθε τις πιέσεις για την υποθήκευση της δημόσιας περιουσίας μέσω ενός υπερταμείου και για την «λύση» του Σκοπιανού.
Η καγκελάριος δεν θέλει καν να δει τα οικονομικά στοιχεία. «Τα γνωρίζω αυτά, Αντώνη, έχετε πάει πολύ καλά», του λέει. «Δεν θα μπω εμπόδιο στον δρόμο σου. Δείξε μου τώρα αυτό για το οποίο σε παρακάλεσα».
Κάθομαι απέναντι στον ομόλογό μου, κυβερνητικό εκπρόσωπο, Ζάιμπερτ και σκύβω ξαφνιασμένη. «Τι έχει ζητήσει;», ρωτάω. Βλέπω τον Σαμαρά να σκύβει και να ανασύρει άλλον φάκελο. Τον δίνει στην Μέρκελ και εκείνη αρχίζει να τον φυλλομετρά με θαυμασμό. Είναι οι φωτογραφίες από την Αμφίπολη. Οι Γερμανοί αμφιτρύωνες θαυμάζουν όλοι μαζί και κάνουν ερωτήσεις. Απέναντί μου ο Ζάιμπερτ με ρωτά διάφορα για την ανασκαφή, για τις Σέρρες, για την Μακεδονία και κρατά σημειώσεις.
«Πρόσεξε μην βγει καμιά φωτογραφία από αυτές», μου σφυρίζει ο Σαμαράς. «Γιατί;», ρωτάω πάλι ξαφνιασμένη. «Δεν καταλαβαίνεις το γιατί;», απαντά συγχυσμένος. «Ομολογώ πως όχι», απαντώ. «Αυτό θα δείξει…», συνεχίζω. «Ας δείξει ό,τι θέλει», επιμένει. «Μα είναι στοιχείο υπέρ της ελληνικότητας της Μακεδονίας», επιμένω κι’ εγώ ψιθυριστά. «Βρε παιδί μου, γιατί επιμένεις;», θυμώνει. «Δεν μου αρέσει για μένα, για την Ελλάδα. Ήλθαμε εδώ για να συζητήσουμε για τα οικονομικά. Ήθελε να μάθει για την Αμφίπολη και της τα έφερα. Οι Γερμανοί ενδιαφέρονται για την αρχαιολογία. Αλλά δεν θέλω να θεωρηθεί ότι συνδέονται αυτά τα δύο θέματα. Δεν μου αρέσει να πουλάω Ιστορία έναντι χρέους, δεν το κάνω και δεν θα το κάνω. Τι δεν καταλαβαίνεις; Τι είμαι; Κανένας επαίτης; Ζητιάνος; Δεν μου αρέσει να έχουν αυτή την εικόνα την ψοφοδεή για μας. Ότι δηλαδή είμαστε μια χώρα με μεγάλο πολιτισμό, έχουμε προσφέρει, δείξτε επιείκεια. Τα ξέρουν αυτά. Αν θέλουν ας κάνουν το σωστό. Χωρίς ανταλλάγματα και γονυκλισίες».
(Σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά καταλάβαμε πως κάποιοι άλλοι θα το έκαναν. Και μάλιστα στην πράξη)
Λίγο αργότερα κατεβαίναμε για την κοινή συνέντευξη Τύπου. Θα δίνονταν από τρεις ερωτήσεις στους Έλληνες και στους Γερμανούς δημοσιογράφους. Αλλά είχε περάσει ο καιρός που οι Γερμανοί δημοσιογράφοι μας κατέκλυζαν με ερωτήματα περί χρεοκοπίας. Μόνο δύο προσφέρθηκαν να ρωτήσουν – κάποια ανώδυνα πράγματα. Και τελικά ο Ζάιμπερτ έδωσε την τρίτη ερώτηση σε μία δημοσιογράφο από το σκοπιανό τμήμα της «Ντόιτσε Βέλλε». Η οποία ρώτησε:
«Κυρία Καγκελάριε, μετά τη Σύνοδο Κορυφής των Βαλκανίων είναι η πρώτη συνάντηση που έχετε με τον Πρωθυπουργό κ. Σαμαρά. Μιλήσατε για το θέμα του ονόματος της ονομασίας της «Μακεδονίας»; Είπατε ότι οι ευρωπαϊκές αξίες είναι σημαντικές για την Ελλάδα, κ. Πρωθυπουργέ, αλλά δεν έχετε την αίσθηση ότι «μπλοκάρετε» το ζήτημα της ονομασίας;».
Το ακουστικό του Σαμαρά είχε πρόβλημα. Το έβαζε, το έβγαζε, αλλά δεν άκουσε την μετάφραση. Απάντησε, όμως, η κυρία Μέρκελ:
«Δεν μιλήσαμε για το ζήτημα της ονομασίας αυτής της χώρας. Μιλήσαμε κυρίως για διμερή θέματα και για θέματα που αφορούν την κατάσταση της Ελλάδας».
Και ο Σαμαράς, μην έχοντας ακούσει, περιορίζεται να πει: «Δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω κι εγώ».
Με λίγα λόγια, η Σκοπιανή δημοσιογράφος είχε λάβει την απάντηση από την ίδια την καγκελάριο, η οποία προτίμησε να χρησιμοποιήσει την φράση «αυτής της χώρας»!
Καθώς φεύγαμε, ήλθε κοντά μου ο Ζάιμπερτ με κάπως απολογητικό ύφος – άλλωστε η Μέρκελ είχε ρίξει ένα άγριο βλέμμα όταν ακούστηκε η ερώτηση για τα Σκόπια. Μου λέει: «Είναι καλές και κακές ειδήσεις. Οι καλές είναι ότι σήμερα η αίθουσα ήταν σχεδόν άδεια από Γερμανούς δημοσιογράφους. Δεν υπάρχει πια εκείνο το ενδιαφέρον. Είναι απόδειξη ότι πάτε καλά. Οι κακές είναι η ερώτηση για το θέμα που σας ενοχλεί».
«Δεν υπάρχει πρόβλημα», τον καθησύχασα. «Απαντάμε σε όλα».
Ίδιες εκφράσεις από ΣΥΡΙΖΑ, Καμμένο και Χρυσή Αυγή
Προσέξτε τώρα τις ανακοινώσεις εκείνων των ημερών της τότε αντιπολίτευσης:
-21 Σεπτεμβρίου 2014: «Ως ικέτης κατευθύνεται ο κ. Σαμαράς στην κ. Μέρκελ προσβλέποντας στην επιείκειά της. Απομονωμένος πολιτικά προστρέχει στο τελευταίο του αποκούμπι, αφού προηγουμένως έχει καταστήσει σαφές μέσω του Υπουργού Οικονομικών πως η μεν διαγραφή του χρέους δεν αποτελεί επιλογή, η δε χαλάρωση της δημοσιονομικής πολιτικής συνιστά αμαρτία. Το μόνο διαπραγματευτικό χαρτί του κ. Σαμαρά προς την κ. Μέρκελ είναι η προοπτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ. Όλα δείχνουν πως η κυβέρνηση Σαμαρά δεν μπορεί να εκπροσωπήσει τα συμφέροντα της χώρας, δεν μπορεί και δεν θέλει να διαπραγματευτεί και πως έχει κλείσει τον κύκλο της ζωής της».
-22 Σεπτεμβρίου 2014, δήλωση Πάνου Καμμένου: «Ο κ. Σαμαράς έχει κάθε δικαίωμα να κάνει τον επαίτη για την προσωπική του πολιτική επιβίωση. Δεν έχει όμως κανένα δικαίωμα να ταπεινώνει έναν περήφανο λαό όπως ο ελληνικός».
Από κοντά και η Χρυσή Αυγή:
-22 Σεπτεμβρίου 2014: «Θλιβερός ο Σαμαράς πέφτει στα γόνατα απέναντι στη Μέρκελ. Θλιβερός και απελπισμένος ο Σαμαράς, βλέποντας τη Νέα Δημοκρατία να καταρρέει, εκλιπαρεί για βοήθεια την αρχιτοκογλύφο Μέρκελ. Άργησε να αντιληφθεί ότι τα αφεντικά του, αφού τον χρησιμοποίησαν για να καταστρέψουν την ελληνική οικονομία, τώρα που τελειώνει πολιτικά τον απορρίπτουν στον κάλαθο των αχρήστων».
Την επομένη, 23 Σεπτεμβρίου, τις ίδιες ακριβώς εκφράσεις με την Χρυσή Αυγή χρησιμοποιεί το Γραφείο Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ:
-23 Σεπτεμβρίου 2014: «Η θλιβερή εικόνα του πρωθυπουργού μετά την συνάντηση του με την κ. Μέρκελ εκθέτει τον ίδιο και τη χώρα. Χωρίς την παραμικρή αμφισβήτηση του μνημονιακού προγράμματος, ο κ. Σαμαράς κατέστησε σαφές πως η έννοια διαπραγμάτευση είναι ξένη προς την πολιτική του και τις προθέσεις του. Τον χωρίζει τεράστια απόσταση από την σημερινή οδυνηρή κοινωνική πραγματικότητα. Εξάλλου, η άρνησή του να απαντήσει, κατόπιν της υπόδειξης της κ. Μέρκελ, εάν είναι αρνητικός στη χαλάρωση της λιτότητας, τον κατατάσσει δικαίως ως τον πιο ένθερμο υποστηρικτή της καγκελαρίου στην Ευρώπη. Καμιά χειραψία με ξένο ηγέτη δεν μπορεί να τον σώσει».
Και την επομένη ο Π. Σκουρλέτης, εκπρόσωπος Τύπου τότε του ΣΥΡΙΖΑ, δηλώνει στον Αντέννα:
-24 Σεπτεμβρίου 2014: “Για τρίτη φορά το τελευταίο διάστημα ο κ. Σαμαράς ήταν κατώτερος των προσδοκιών, τις οποίες ο ίδιος είχε δημιουργήσει… Κι επειδή καμιά φορά ο διάβολος κρύβεται στις λεπτομέρειες, νομίζω ότι τόσο η κ. Μέρκελ όσο και ο κ. Σαμαράς ήταν απόλυτα σαφείς, σε ένα σημείο. Η μεν κ. Μέρκελ είπε ότι τα πράγματα θα κινηθούν έτσι ώστε να ολοκληρωθεί το μνημονιακό πρόγραμμα, ο κ. Σαμαράς είπε, με λίγο διαφορετικές φράσεις, ακριβώς το ίδιο. Ότι θα κινηθούμε εντός του πλαισίου του μνημονιακού προγράμματος. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι ο κ. Σαμαράς πήγε και ήρθε με άδεια χέρια. Και βεβαίως στο κρίσιμο, στρατηγικό ζήτημα σήμερα για την Ευρώπη που είναι η ανάγκη χαλάρωσης του Συμφώνου Σταθερότητας, δηλαδή η χαλάρωση των ακραίων πολιτικών λιτότητας, εκτέθηκε ανεπανόρθωτα». Φυσικά, κατηγόρησε τον Σαμαρά πως «τελικά επιβεβαίωσε ότι είναι ο πιο πιστός οπαδός του μερκελισμού στην Ευρώπη”!
Το επεισόδιο με την «μακεδονική γλώσσα»
Στρασβούργο, 2 Ιουλίου 2014. Συνέντευξη Τύπου με τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου Μάρτιν Σουλτς σχετικά με τον απολογισμό της ελληνικής προεδρίας.
Ο Σκοπιανός δημοσιογράφος Τόνι Γκλασέβσκι αυτοσυστήνεται ως εκπροσωπών διάφορα
ΜΜΕ στη «μακεδονική γλώσσα». Και ρωτά στα γαλλικά:
«Κύριε Πρωθυπουργέ, μιλήσατε για την επιτυχία που σημειώσατε κατά τη διάρκεια της Προεδρίας σχετικά με τη διεύρυνση, την επιτυχία της Σερβίας, την έναρξη των συνομιλιών με τη Σερβία, το καθεστώς υποψήφιας χώρας για την Αλβανία, όμως πού βρισκόμαστε με τη «Δημοκρατία της Μακεδονίας», πώς θα προχωρήσουμε στο ζήτημα της «Μακεδονίας» γνωρίζοντας ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα για τη χώρα αυτή είναι ακριβώς η διένεξη με την Ελλάδα και πώς θα επιλύσουμε αυτό το ζήτημα το οποίο χρονολογείται, θα έλεγα, από τις αρχές του 20ου αιώνα ως συνέπεια εκείνου του Βαλκανικού πολέμου και του πρώτου Παγκόσμιου πολέμου την 100η επέτειο του οποίου γιορτάσαμε μόλις αυτές τις ημέρες. Ευχαριστώ. (Ανεπίσημη μετάφραση από τα γαλλικά)
Ο Σαμαράς σκύβει και με ρωτά αν κατάλαβε καλά – ότι δηλαδή ο δημοσιογράφος εκπροσωπεί μέσα ενημέρωσης που γράφονται στα «μακεδονικά». «Ναι», του λέω, «αυτό είπε στα γαλλικά».
Ο Σαμαράς απαντά στα αγγλικά: «Κατ’ αρχήν δεν ήξερα ότι υπήρχε μια «μακεδονική γλώσσα». Θέλω να πω ότι ενταξιακή διαδικασία δεν καθοδηγείται από το χρονοδιάγραμμα και το ημερολόγιο αλλά κινείται βάση αξιών. Στο Ευρωπαϊκό συμβούλιο αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε διαπραγματεύσεις με τη χώρα που σε αυτό το στάδιο δεν πληροί τα καθορισμένα κριτήρια και αυτό αμετάκλητα θα υπονόμευε την ίδια την αξιοπιστία της διαδικασίας για την διεύρυνση, Αυτές είναι οι διαδικασίες της ΕΕ. Όταν υπάρχει μια αδιαλλαξία και η αδιαλλαξία αντικαθιστά τον διάλογο τότε τα πράγματα πολύ πιο δύσκολα και πολύ δυσεπίλυτα. Πιστεύω ότι η σημερινή πολιτική πραγματικότητα όσον αφορά την Ελλάδα, φανέρωνε ότι τα Σκόπια δείχνουν μεγάλη ακραία αδιαλλαξία και αυτό το μήνυμα που στέλνουν τα Σκόπια είναι αρνητικότατο όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά για όλο τον κόσμο».
Ο δημοσιογράφος επιμένει: «Συγνώμη, επιτρέψτε μου να πω ότι η «μακεδονική γλώσσα» υπάρχει, αναγνωρίζεται από σειρά μελετών αναγνωρισμένων γλωσσολόγων. Δεν είναι μια γλώσσα που επινοήθηκε, ομιλείται από τη «μακεδονική μειονότητα» στην Ελλάδα, η οποία δεν αναγνωρίζεται επίσημα από το Ελληνικό κράτος, ένα «ντοκουμέντο» της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, το Ευρωμωσαϊκό (Euro-mosaique), το επιβεβαιώνει επίσης, το οποίο είχε συνταχθεί τη δεκαετία 1990».
Ο Σαμαράς απαντά αυτή τη φορά στα γαλλικά: «Υπάρχουν τόσα πράγματα που επινόησαν τότε οι ίδιοι οι Κομμουνιστές. Δεν πρέπει να μιλήσω γι’ αυτά, αυτή τη στιγμή. Αλλά αφορούν την εποχή, την περίοδο εκείνη».
Και ο δημοσιογράφος: «Συγγνώμη, κ. Πρωθυπουργέ. Δεν με έχουν επινοήσει, υπάρχω».
«Εσείς υπάρχετε», του απαντά χαμογελώντας. «Όχι όμως η γλώσσα σας, που πάντως δεν είναι “μακεδονική”»…
Την επομένη, είχαμε την αντίδραση του αντιπροέδρου της Βουλής της γειτονικής χώρας και πρώην υπουργού των Εξωτερικών Αντόνιο Μιλόσοσκι. Είπε ότι «ο πρωθυπουργός της Ελλάδας κ. Σαμαράς, με την αναφορά του αυτή αποδεικνύει ότι όχι μόνο δεν μπορεί να επιλύσει την διαφορά μεταξύ της Ελλάδας και της ΠΓΔΜ για το θέμα του ονόματος, αλλά ως δημιουργός ο ίδιος του προβλήματος αυτού θα κάνει τα πάντα για να μην βρεθεί λύση». Και συνέχισε:
«Η δήλωση του κ. Σαμαρά μοιάζει με δήλωση πολιτικού του 19ου αιώνα που δεν μπορεί να αποδεχτεί τη διαφορετικότητα και τα δικαιώματα των μειονοτήτων… Σχετικά με τα περί μη ύπαρξης μακεδονικής γλώσσας, τον προτρέπουμε, εφόσον έχει χρόνο στη διάθεση του, να επισκεφθεί για μία εβδομάδα τη Φλώρινα, την Έδεσσα και τα χωριά της Καστοριάς για να διαπιστώσει ότι στην Ελλάδα διατηρείται και ομιλείται από την μακεδονική μειονότητα η μακεδονική γλώσσα».
Την ίδια μέρα, απάντησα ως κυβερνητική εκπρόσωπος με την εξής δήλωση:
«Μια σλαβικής προέλευσης και κατασκευής γλώσσα δεν μπορεί ποτέ να αποκαλείται «μακεδονική». Αλλά οι δηλώσεις του αντιπροέδρου της Βουλής της ΠΓΔΜ και πρώην υπουργού των Εξωτερικών κ. Αντόνιο Μιλοσόσκι, σχετικά με το σχόλιο του πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, στη διάρκεια της καθιερωμένης συνέντευξης Τύπου της προεδρίας στο Στρασβούργο, περί ανυπαρξίας λεγόμενης «μακεδονικής γλώσσας», συνοδεύθηκαν από μια επιπλέον πρόκληση.
Ο κ. Μιλοσόσκι όχι μόνο επέμεινε ότι υπάρχει «μακεδονική γλώσσα», αλλά έφθασε στο σημείο να… προτρέψει τον Έλληνα πρωθυπουργό να επισκεφθεί τις περιοχές της Φλώρινας, της Έδεσσας και της Καστοριάς, «για να διαπιστώσει ότι στην Ελλάδα διατηρείται και ομιλείται από την μακεδονική μειονότητα η μακεδονική γλώσσα».
Επομένως, κατά τον κ. Μιλοσόσκι, εκτός από «μακεδονική γλώσσα» υπάρχει και… «μακεδονική μειονότητα». Και αυτό καθιστά τη θέση της χώρας του ακόμη πιο δυσχερή. Είναι αυτές οι ακραίες, ανιστόρητες, απαράδεκτες και λαϊκίστικες κορώνες που κρατούν άλλωστε τα Σκόπια εκτός Ευρώπης και εκτός ΝΑΤΟ».
Την ίδια μέρα, 3 Ιουλίου, είχαμε και δηλώσεις του διευθυντή του Μουσείου Εθνικής Ιστορίας της Βουλγαρίας, ιστορικού Μποζιντάρ Ντιμιτρόφ. Μιλώντας στο ειδησεογραφικό πρακτορείο Focus, δήλωσε:
«Εδώ και 70 χρόνια οι παγκόσμιες και βουλγαρικές σλαβικές μελέτες λένε ότι δεν υπάρχει “μακεδονική” γλώσσα. Ο Σαμαράς δεν είπε κάτι το οποίο δεν ισχυρίζονται ήδη ομόφωνα όχι μόνο οι βουλγαρικές, αλλά και οι παγκόσμιες σλαβικές μελέτες, χωρίς εξαίρεση. Ορισμένοι ξένοι συγγραφείς μάλιστα το διακωμωδούν (σσ: δηλαδή την ύπαρξη “μακεδονικής” γλώσσας).
Ο Βούλγαρος ιστορικός μάλιστα επικαλέστηκε αναφορά του Αυστριακού καθηγητή Κρονστάινερ, σύμφωνα με τον οποίο «η “μακεδονική” γλώσσα αποτελεί μία βουλγαρική γλώσσα γραμμένη σε σερβική γραφομηχανή», αλλά και λήμμα γαλλικής εγκυκλοπαίδειας, η οποία εκδόθηκε πριν από μερικά χρόνια και αναφέρει ότι «η “μακεδονική” είναι διάλεκτος της βουλγαρικής γλώσσας».
Ο κ. Ντιμιτρόφ παρέθεσε επίσης και αναφορά της πολύτομης ρωσικής ιστορίας σλαβικής λογοτεχνίας, η οποία είχε πρόσφατα εκδοθεί, όπου -όπως είπε – «δεν έχει τμήμα, το οποίο να είναι αφιερωμένο στη “μακεδονική” λογοτεχνία. Όλοι οι συγγραφείς από τα Σκόπια, οι οποίοι θεωρούνται “Μακεδόνες” συγγραφείς, βρίσκονται στο κεφάλαιο που έχει τίτλο “βουλγαρική λογοτεχνία”».
Κατέληξε δε, ότι, πράγματι η «μακεδονική» γλώσσα κατασκευάστηκε από τους κομμουνιστές, οι οποίοι ανήλθαν στην εξουσία στη «Μακεδονία του Βαρδάρη» το 1944, διευκρινίζοντας: «Η κομμουνιστική ηγεσία της “Μακεδονίας” ανέθεσε σε μία επιτροπή από 12 φιλολόγους και ανθρώπους της λογοτεχνίας, υπό τον Μπλαγκόι Κόνεφ, να δημιουργήσει μία γραπτή “μακεδονική” γλώσσα. Η επιτροπή αποτελείτο επίσης από αρκετούς ανθρώπους, οι οποίοι αργότερα εκδιώχθηκαν ως Βούλγαροι, για παράδειγμα ο Βένκο Μάρκοβσκι».
Τα πήραν όλα κι’ έφυγαν!
Υπάρχει επομένως καμιά αμφιβολία για τους λόγους για τους οποίους δεν έκλεισαν την 5η αξιολόγηση οι δανειστές; Υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι οι λόγοι στους οποίους επισήμως αναφέρονταν ήταν γελοίοι;
Τα αποτελέσματα τα είδαμε την περασμένη εβδομάδα, που ήταν άκρως αποκαλύπτική!
Μέσα σε μια εβδομάδα τα πήραν όλα κι’ έφυγαν! Με υπογραφή Τσίπρα – Καμμένου οι δανειστές πήραν όλα όσα ζητούσαν από όλες τις ελληνικές κυβερνήσεις, χωρίς ποτέ καμιά να υποχωρήσει και να τα δώσει.
Μέσα σε μια εβδομάδα και με συνοπτικές διαδικασίες Τσίπρας και Καμμένος παραχώρησαν μέσω του υπερταμείου (που με το μεσοπρόθεσμο μπήκε ως αντισυμβαλλόμενο Μέρος στη σύμβαση για τα δάνεια του ESM) όλη τη δημόσια περιουσία.
Και με συνοπτικές επίσης διαδικασίες ψήφισαν όλοι μαζί και έβαλαν τελικά την υπογραφή τους κάτω από μια εθνικά καταστροφική συμφωνία με τα Σκόπια.
Παραχώρησαν όνομα, ιθαγένεια, γλώσσα, δικαίωμα σε «μακεδονική ομογένεια» στην Ελλάδα (όπως θα ονομαστεί πλέον αυτό που οι Σκοπιανοί αποκαλούσαν «μειονότητα»), έξοδο στη θάλασσα και δικαίωμα να μιλούν επίσημα πλέον για «Μακεδονία του Αιγαίου» και «Παιδιά του Αιγαίου», αναγνώριση ότι και η Ελλάδα επιδίδεται σε αλυτρωτισμούς, σωβινισμούς και προπαγάνδα, δικαίωμα να εξετάζουν οι Σκοπιανοί τι περιλαμβάνει το Σύνταγμά μας και τα σχολικά βιβλία μας – μαζί με τα σχολικά βοηθήματα!
Αποδεικνύονται περίτρανα πλέον οι λόγοι για τους οποίους οι δανειστές βρήκαν στα πρόσωπα των Τσίπρα – Καμμένου τους πιο βολικούς για να περάσουν ό,τι δεν μπόρεσαν να περάσουν επί Σαμαρά. Επαίτες για λίγους μήνες εξουσίας!
Με ντοκουμέντα και αποδείξεις!
*Η Σοφία Βούλτεψη είναι Βουλευτής Β΄ Αθηνών, πρώην υφυπουργός παρά τω πρωθυπουργώ και κυβερνητική εκπρόσωπος, δημοσιογράφος
Η Ευκαιρία της Γαλλίας στην Εποχή του Τράμπ!
Ανάλυση του Δημήτρη Γ. Απόκη*
Δεν θα είναι υπερβολή να πει κανείς ότι στην παρούσα φάση ο Πρόεδρος της Γαλλίας, Εμμανουέλ Μακρόν, περνάει δύσκολα αυτή την εποχή.
Από την πρώτη στιγμή της εκλογής του στην προεδρία της Γαλλίας, έκανε μεγάλη προσπάθεια να δημιουργήσει μια καλή προσωπική σχέση με τον Αμερικανό Πρόεδρο, Ντόναλντ Τράμπ, με την ελπίδα ότι θα μπορούσε να επηρεάσει τη διαφαινόμενη νέα αμερικανική εξωτερική πολιτική. Μεταξύ της απόσυρσης των ΗΠΑ, από τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν, την απόσυρση από τη συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή, τους δασμούς σε χάλυβα και αλουμίνιο, και το ξύλο στη Σύνοδο του G7 στον Καναδά, ο κ. Μακρόν, άργησε αλλά πήρε το μήνυμα. Τα όμορφα photo op στην διεθνή πολιτική είναι ευχάριστα και σε κάποιες περιπτώσεις έχουν τη σημασία τους, αλλά σπάνια επηρεάζουν την ουσιαστική πολιτική και το εθνικό συμφέρον. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν ανεπιστρεπτί πάρει το δρόμο απομάκρυνσης από την εξωτερική πολιτική της πληρωμένης συμμαχίας και έχουν περάσει στην εφαρμογή της εξωτερικής πολιτικής του δολαρίου. Είναι καιρός να γίνει κατανοητό ότι μια όμορφη παρέλαση, ένα ωραίο δείπνο, χειραψίες και αγκαλιές, δεν είναι αρκετά ισχυρό νόμισμα.
Ας δούμε λοιπόν την ουσία και ποια είναι η στρατηγική θέση της Γαλλίας, στο υπό διαμόρφωση νέο διεθνές σύστημα.
Η Γαλλία θεωρεί την Ευρωπαϊκή Ένωση, δικό της μαγαζί, και έχει καλούς λόγους για αυτό. Στο κάτω, κάτω, οι Γάλλοι είναι αυτοί που τη δημιούργησαν, όταν μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, βρέθηκαν σε ισχυρή θέση και έκαναν μαζί με Γερμανία, Ιταλία, Ολλανδία, Βέλγιο, Ιταλία, και Λουξεμβούργο, την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Χάλυβα και Άνθρακα.
Παρόλα αυτά για τη Γαλλία, η οικονομία δεν ήταν ποτέ στο κέντρο. Στη Γαλλία υπάρχει πλούτος, και τρομερή αγροτική παραγωγή. Ποτάμια, σύστημα μεταφορών, και βιομηχανία. Ο πληθυσμός της είναι νεανικός και γερνάει με πολύ πιο αργούς ρυθμούς από αυτούς της υπόλοιπης Ευρώπης. Η γαλλική οικονομία ανέκαθεν στηρίζονταν εσωτερικά, ακόμα και στην εποχή του Ψυχρού Πολέμου. Η Γαλλία έχει εύκολη πρόσβαση στην Βόρεια Θάλασσα, τον Ατλαντικό Ωκεανό, τη Μεσόγειο Θάλασσα, με αποτέλεσμα η Γαλλία να είναι η μόνη με πάτημα σε κάθε σημείο που μετρά για την Ευρώπη.
Επίσης, η για χρόνια, στρατηγική απομόνωση της Γαλλίας, της έδωσε την ελευθερία να κάνει ένα αμυντικό σχεδιασμό μακράς πνοής, και απόδειξη αυτού είναι το πυρηνικό αεροπλανοφόρο Ντε Γκώλ, και οι πυρηνικοί πύραυλοι. Μόνη από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, η Γαλλία δεν χρειάζεται κάποιον άλλο να την υπερασπιστεί. Η Γαλλία ποτέ δεν είχε σαγηνευτεί από το σύστημα Bretton Woods των ΗΠΑ.
Το Παρίσι γνωρίζει πολύ καλά ότι με την απομάκρυνση της Ουάσιγκτον από το Bretton Woods, το σύστημα παγκόσμιας ασφάλειας που δίνει τη δυνατότητα στην ΕΕ, μια ένωση εξαγωγών που εξαρτάται από την παγκόσμια πρόσβαση, δεν θα είναι πλέον δυνατόν. Αυτό δημιουργεί εκνευρισμό τον κ. Μακρόν, αλλά στην ουσία δεν πλήττει τη Γαλλία. Όπως οι ΗΠΑ σχεδίασαν για στρατηγικούς λόγους, το Bretton Woods, και δεν συνέδεσαν την οικονομία τους σε αυτό, έτσι και οι Γάλλοι σχεδίασαν την ΕΕ, και δεν συνέδεσαν την οικονομία τους σε αυτή.
Ακόμα και στην περίπτωση παγκόσμιας κατάρρευσης ή ευρωπαϊκής κατάρρευσης, η Γαλλία μπορεί να επιβιώσει, χωρίς καταστροφικές, πολιτικές, οικονομικές, πολιτιστικές, και στρατηγικές επιπτώσεις, οι οποίες θα πλήξουν τους υπόλοιπους.
Την ίδια στιγμή η Γαλλία δεν αντιμετωπίζει καμία στρατηγική πρόκληση βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα. Βρίσκεται πολύ μακριά από τη Ρωσία και την Τουρκία, για να αποφύγει την εμπλοκή και τις επιπλοκές από τις αναθεωρητικές – επεκτατικές στρατηγικές τους. Η θέση της Γαλλίας στο μεταναστευτικό είναι τόσο σκληρές που λίγοι είναι αυτοί που επιλέγουν να πάνε εκεί. Οι γείτονές της έχουν προβλήματα σε επίπεδο ενόπλων δυνάμεων, δημογραφικά βρίσκονται σε δεινή θέση, και εξαρτώνται από τη στρατηγική των ΗΠΑ για διεθνές εμπόριο και ασφάλεια. Η Γαλλία, μαζί με τις ΗΠΑ και την Μεγάλη Βρετανία, είναι η μόνη με εμπειρία σε στρατιωτικές επεμβάσεις, και οι γαλλικές ένοπλες δυνάμεις είναι ικανές, έμπειρες, με επαγγελματισμό, και καθόλου σκουριασμένες.
Με βάση τα παραπάνω η Γαλλία είναι η μόνη χώρα, μετά τις ΗΠΑ, που στο νέο σκηνικό, μπορεί να χαράξει μια ανεξάρτητη πορεία. Το ότι ο κ. Μακρόν, έχει αρχίσει να περιοδεύει σε όλο τον πλανήτη δεν έχει να κάνει με μεγαλομανία, αλλά με το γεγονός ότι εκπροσωπεί μια εν δυνάμει υπερδύναμη η οποία στο νέο διεθνές σύστημα θα παίζει σημαντικό ρόλο. Δεν είναι τυχαίο που είναι τόσο μαχητικός απέναντι στον Πρόεδρο Τράμπ. Η χώρα του έχει τη μεγαλύτερη ανοσία, σε μια εμπορική σύγκρουση και στην καλύτερη θέση να επιβιώσει σε ένα κόσμο που θα καταρρεύσει.
Ένα από τα καλά του να έχεις σοβαρό εθνικό σύστημα χωρίς διεθνείς εξαρτήσεις, σημαίνει ότι μπορείς να επιλέξεις τις μάχες σου, και όχι να τις επιλέξουν οι άλλοι για σένα. Η Γαλλία είναι σε πορεία να γίνει ανεξάρτητος παίκτης, αλλά υπάρχουν τρία μέτωπα που πρέπει να διαμορφώσει στρατηγική.
Πρώτον, η Γαλλία πρέπει να διαμορφώσει στρατηγική έναντι της Γερμανίας. Ιστορικά οι Γάλλοι, έχουν πολεμήσει αρκετές φορές με τους Γερμανούς, και τα αποτελέσματα δεν ήταν και τόσο καλά. Ο συνδυασμός Bretton Woods και ΕΕ, έδωσαν τη δυνατότητα στη Γαλλία, να περιθωριοποιήσει το γερμανικό στρατό και να χρησιμοποιήσει την γερμανική οικονομία, για να υπηρετήσουν τα γαλλικά στρατηγικά συμφέροντα. Αυτό με τις νέες εξελίξεις τελειώνει, με αποτέλεσμα το Παρίσι να χρειάζεται να βρει τρόπο να το επαναλάβει ή να σπρώξει τη Γερμανία σε μια άλλη εντελώς κατεύθυνση. Μια λαβωμένη Ρωσία που αποσκοπεί στην εξασφάλιση της εξωτερικής της περιφέρειας πριν από τη δημογραφική κατάρρευση, αποτελεί ένα εύθραυστο παίκτη που παρέχει ευκαιρίες για κάτι τέτοιο.
Δεύτερον, η Γαλλία χρειάζεται μια στρατηγική για τη Δυτική Μεσόγειο. Ως η μόνη βόρεια ευρωπαϊκή χώρα με έξοδο στη νότια Ευρώπη, οι Γάλλοι έχουν τη μοναδική δυνατότητα να χρησιμοποιήσουν το κεφάλαιο, τη βιομηχανία, και τη δυναμικότητα του πληθυσμού της Βόρειας Ευρώπης, σε μια περιοχή που δεν έχει αρκετό κεφάλαιο, βιομηχανία, και δυναμικό πληθυσμό.
Υπάρχει μεγάλη ευκαιρία και λιγότερος κίνδυνος για τη Γαλλία, εδώ. Η Ιταλία, η Πορτογαλία, και η Ισπανία, μπορεί να είναι ευρωπαϊκές χώρες, αλλά δεν είναι χώρες που μπορούν να εκπνεύσουν δύναμη. Με την ΕΕ να οδηγείται σύντομα σε διάλυση, η Γαλλία εξελίσσεται σε πρώτη μεταξύ όχι ίσων, και θα είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει τα πλεονεκτήματά της, για να οδηγήσει τους τρείς νοτιοευρωπαίους, σε οποιαδήποτε πορεία επιθυμεί. Το Παρίσι έχει ήδη ισχυρές σχέσεις με την Τυνησία, και το Μαρόκο, και παρά το γεγονός ότι οι σχέσεις με την Αλγερία αποτελούν πρόκληση, σε ένα νέο διεθνές σύστημα με την απουσία των ΗΠΑ, το Αλγέρι δεν θα έχει άλλη επιλογή από αυτή της Γαλλίας. Η Λιβύη, αποτελεί μια ευκαιρία οικοδόμησης κράτους για τη Γαλλία, η οποία λόγω της παρουσίας του λιβυκού πετρελαίου, δεν θα έχει και κόστος.
Η επιτυχία στις δυο πρώτες στρατηγικές, απαιτεί μια τρίτη στρατηγική. Μια στρατηγική προσωρινής συμμαχίας. Θα υπάρξουν συγκρούσεις συμφερόντων συχνά με τη Γερμανία και την Αλγερία, αλλά και με χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία, η Τουρκία, η Αίγυπτος, το Ισραήλ, η Σουηδία, η Ρωσία, και ακόμη με τις ΗΠΑ. Όλοι έχουν τη δυνατότητα να δημιουργήσουν προβλήματα στη Γαλλία, αλλά όλοι μπορούν να αποτελέσουν και κατά περίπτωση συμμάχους, ανάλογα με το θέμα. Αυτές οι περιστασιακές συμμαχίες αποτελούν, παραδοσιακά, ειδικότητα των Γάλλων, αλλά τίποτα δεν είναι δεδομένο.
Η επιβολή δύναμης μακριά από το σπίτι σου, απαιτεί δυνατότητα πρόσβασης, μόνωση και δύναμη. Η Γαλλία αυτά τα διαθέτει, αλλά μόνο για να εξασφαλίσει το σπίτι της και την άμεση περιφέρεια της. Η μεταφορά στην Ανατολική Μεσόγειο, την ΥποΣαχάρια Αφρική, και τη Μέση Ανατολή, λιγότερο στην Ασία και το Δυτικό Ημισφαίριο, απαιτεί πλεόνασμα δυνατοτήτων που η Γαλλία δεν μπορεί να παράγει παρά μόνο εάν απλοποιήσει τη γειτονιά της.
Αυτό θα μπορούσε να πάρει πολλές μορφές. Το ξεπέρασμα του προβλήματος με την Αλγερία, θα καθιστούσε τη Δυτική Μεσόγειο μια γαλλική λίμνη. Μια συμφωνία με το Λονδίνο θα μπορούσε φυσικά να οδηγήσει σε συγκυριαρχία στη Βόρεια Θάλασσα. Μια ουσιαστική συμμαχία με την απελπισμένη Ρωσία ή τη νεο-αυτοκρατορική Τουρκία θα έκλινε τη Γερμανία σε ένα κουτί που θα έδινε στη Γαλλία ελεύθερο χέρι στη Δυτική Ευρώπη. Μια κατανόηση με την Ουάσιγκτον θα πήγαινε πολύ μακριά σε όλα αυτά.
Όλα όμως τα παραπάνω, απαιτούν από τους Γάλλους να κάνουν κάτι που παραδοσιακά δεν κάνουν καλά. Να δράσουν με αξιοπιστία και ειλικρίνεια. Δυστυχώς, οι Γάλλοι δεν λειτουργούν έτσι. Η Γαλλία είναι εύκαμπτη. Η Γαλλία αλλάζει εύκολα πλευρές. Η Γαλλία εγκαταλείπει ότι θεωρεί χαμένη υπόθεση. Η Γαλλία πουλάει τους συμμάχους. Η Γαλλία παίρνει ότι μπορεί, όταν μπορεί να το κάνει, με οποιοδήποτε τρόπο μπορεί να το κάνει, επειδή οι Γάλλοι γνωρίζουν ότι δεν θα εμπλακούν σε κάποια συγκεκριμένη κατάσταση για πολύ. Η Γαλλία είναι επιτυχημένος παίκτης επειδή η Γαλλία είναι παίκτης. Όπως λένε οι ίδιοι οι Γάλλοι, «η Γαλλία δεν έχει εχθρούς ή συμμάχους, μόνο συμφέροντα».
Αυτή η νοοτροπία του αλλάζω παιχνίδι ανά περίσταση, έχει εξυπηρετήσει τη Γαλλία για αιώνες και η συνέχεια της λογικής μόνο τα συμφέροντα μας, θα επιτρέψει στη Γαλλία να ανακτήσει τη θέση της ως πρώτη δύναμη της περιοχής της. Όμως, το συνεχές μπρος – πίσω εμποδίζει τη Γαλλία να γίνει κάτι περισσότερο.
Είναι εύκολο για ένα ισχυρό, ενωμένο έθνος να χαράξει μια προσωρινή σφαίρα επιρροής σε μια εποχή παγκόσμιας αναταραχής. Αλλά η οικοδόμηση κάτι μεγαλύτερου, που θα έχει διάρκεια, απαιτεί ένα ξεκάθαρο σχέδιο – και αυτό είναι κάτι που η Γαλλία δεν μπορεί να κάνει εκτός αν έχει συμμάχους που την εμπιστεύονται πραγματικά.
Οι στιγμές διεθνούς χάους είναι υπέροχες ευκαιρίες για τον επαναπροσδιορισμό των πολιτιστικών κανόνων. Η άνοδος στην εξουσία του Εμμανουήλ Μακρόν διέλυσε την παραδοσιακή γαλλική πολιτική ελίτ, δημιουργώντας έτσι μια ευκαιρία αλλαγής της γαλλικής νοοτροπίας αναφορικά με το τι σημαίνει η λέξη “συμμαχία”.
Είναι στο χέρι του το πως θα την αξιοποιήσει.
*Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.