Δυσοίωνες εκτιμήσεις για τον ρόλο της Τουρκίας στην περιοχή, τις σχέσεις της με την Ελλάδα και τον δυτικό κόσμο γενικότερα, αλλά και για την διακυβέρνηση Ερντογάν κάνει σε συνέντευξή του ο Νίκος Μιχαηλίδης διδάκτορας ανθρωπολογίας στο Πανεπιστήμιο Πρίνστον των ΗΠΑ με έρευνα στην Τουρκία για θέματα μειονοτήτων.
Αναλύοντας τα δεδομένα από την στάση και τις διακηρύξεις του Τούρκου προέδρου, πριν και μετά τις εκλογές, ο κ. Μιχαηλίδης πιστεύει ότι η Τουρκία θα γίνεται όλο και πιο εθνικιστική, ότι τα οικονομικά της προβλήματα είναι σοβαρά, ενώ η οικονομία της μετατρέπεται σταδιακά σε οικονομία πολέμου, ενώ προβλέπει ότι ο απολυταρχικός τρόπος διακυβέρνησης του Ερντογάν θα ενταθεί και οι διώξεις θα γίνουν ακόμη περισσότερες.
Σχέσεις με Ελλάδα
Για τις σχέσεις Τουρκίας -Ελλάδας, ο κ. Μιχαηλίδης εκτιμά ότι η Άγκυρα «θα συνεχίσει τις διεκδικήσεις της και μάλιστα πιο έντονα έναντι της Ελλάδας». Αυτό, προσθέτει, «μαρτυρούν οι δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων αλλά και τα εξοπλιστικά προγράμματα τα οποία ανακοινώνονται και γίνεται προσπάθεια να υλοποιηθούν. Το αν θα υλοποιηθούν θα εξαρτηθεί και από τις οικονομικές εξελίξεις».
Η Τουρκία, εκτιμά ο κ. Μιχαηλίδης, «θέλει να είναι η ίδια κέντρο διαμετακόμισης ενέργειας προς την Δύση και δεν επιθυμεί καμιά γειτονική της χώρα να έχει τέτοιο ρόλο γιατί το θεωρεί απειλή στα κακώς εννοούμενα εθνικά της συμφέροντα. Το καθεστώς θα συνεχίσει να προπαγανδίσει τον εαυτό του ως την πλευρά που επιθυμεί λύση στο κυπριακό και στις σχέσεις με την Ελλάδα και να κατηγορεί Κύπρο και Ελλάδα για αδιαλλαξία. Αυτή η προπαγάνδα πρέπει να αντιμετωπιστεί με άλλου τύπου πολιτικές. Οι τουρκικές ελίτ βλέπουν ότι το γεωπολιτικό τους περιβάλλον ρευστοποιείται και θα κάνουν κάθε τι δυνατό για να υποβιβάσουν Ελλάδα και Κύπρο και να τις υποτάξουν σε μια τουρκική ηγεμονία. Η τουρκική κρατική ελίτ έχει ακόμα την κακή συνήθεια να θεωρεί τον εαυτό της κληρονόμο αυτοκρατορίας και αυτό είναι το κεντρικό πρόβλημα που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε και να επιλύσουμε. Αυτή είναι η καρδιά των λεγόμενων ελληνοτουρκικών προβλημάτων, ο τουρκοσουνιτικός μεγαλοϊδεατισμός».
Σχέσεις με ΕΕ -Δύση
«Οι σχέσεις με την ΕΕ θα δοκιμασθούν περισσότερο», υπογραμμίζει ο κ. Μιχαηλίδης και ως αιτία θεωρεί ότι «το καθεστώς καλλιεργεί αντιδυτική υστερία και σοβινισμό στην κοινωνία κατηγορώντας τους δυτικούς για τα δεινά της χώρας, συσκοτίζοντας έτσι την μία και πραγματική αιτία όλων των προβλημάτων, την παντελή έλλειψη δημοκρατίας και την απόλυτη διαφθορά του συστήματος». Ταυτόχρονα, προσθέτει, «η Τουρκία θα συνεχίσει να απειλεί την ΕΕ με αποστολή χιλιάδων προσφύγων προκειμένου να κερδίζει χρόνο και χρήμα αλλά και να προπαγανδίζει τον εαυτό της ως χρήσιμο και αναντικατάστατο εταίρο της Δύσης στην περιοχή».
Αναφορικά με δηλώσεις Τούρκων αξιωματούχων ότι επιθυμούν συνέχιση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, ο κ. Μιχαηλίδης πιστεύει ότι «αποτελούν προπαγάνδα που στόχο έχει να νομιμοποιήσει το καθεστώς στα μάτια της διεθνούς κοινής γνώμης αλλά και να κερδίσει χρόνο να ανασυνταχθεί μετά τις αναταράξεις στην κρατική γραφειοκρατία. Η εμμονή της Τουρκίας να καταργηθεί η βίζα για τους πολίτες της που ταξιδεύουν στην ΕΕ είναι κομμάτι μιας στρατηγικής για να εκκενωθεί η χώρα από όλες τις φιλελεύθερες φιλοδυτικές δυνάμεις και από μειονότητες, οι οποίες βεβαίως θα μεταναστεύσουν άμεσα, λόγω πίεσης στο εσωτερικό», τονίζει ο κ. Μιχαηλίδης και προσθέτει: «Στόχος είναι να αλλάξουν οι δημογραφικές ισορροπίες στο εσωτερικό, να ανακοπεί η δημογραφική άνοδος Κούρδων και αλεβιτών και να ενισχυθούν οι σουνίτες μουσουλμάνοι, πιστοί στον Ερντογάν και στο καθεστώς».
Επισημαίνει ακόμα ότι «η Τουρκία επιδιώκει, επίσης, σε συνεργασία με την Ρωσία, να καταστεί κόμβος διαμετακόμισης φυσικού αερίου προς την Δύση. Κάτι τέτοιο θα αποτελούσε αυτοκτονία για τις βιομηχανικές υποδομές της ΕΕ γιατί η Τουρκία πρόκειται να χρησιμοποιήσει και αυτό το εργαλείο εκβιαστικά για να κερδίσει σε άλλα μέτωπα. Η ΕΕ δεν έχει λόγο να δώσει τα κλειδιά της ενεργειακής της ασφάλειας σε ένα αναξιόπιστο κράτος που ενισχύει ισλαμιστές τρομοκράτες και απειλεί μέλη της αλλά και ολόκληρη την Ευρώπη».
Ο κ. Μιχαηλίδης λέει πως «επιπλέον πρέπει όλοι να καταλάβουν ότι οι τουρκικές κρατικές ελίτ δεν επιθυμούν η χώρα τους να γίνει μέλος της ΕΕ, προτιμούν να είναι ένας αυτόνομος διεθνής παίκτης, μια παγκόσμια δύναμη όπως οι ίδιοι θέλουν να πιστεύουν, που θα διαμεσολαβεί μεταξύ ισλαμικού κόσμο και Δύσης. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι εφικτό και θα ήταν πολύ επικίνδυνο για τα συμφέροντα της Δύσης. Η ΕΕ δεν έχει ανάγκη την Τουρκία. Το αντίθετο συμβαίνει, μιας και η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της Τουρκίας. Το καθεστώς της Άγκυρας φοβάται την Δύση και αυτό που εκπροσωπεί, την δημοκρατία και την ελευθερία».
Το νέο σύστημα διακυβέρνησης
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι επισημάνσεις του κ. Μιχαηλίδη για το νέο σύστημα διακυβέρνησης, υπογραμμίζοντας ότι «το νέο σύστημα παρέχει τρομακτικές υπερεξουσίες στον επικεφαλής του κράτους τις οποίες κανένας ηγέτης της Τουρκίας μέχρι σήμερα δεν διέθετε. Ούτε και ο ιδρυτής της χώρας, ο δικτάτορας αξιωματικός του οθωμανικού στρατού Μουσταφά Κεμάλ».
Στο νέο σύστημα, προσθέτει, «δεν υπάρχει πρωθυπουργός και ο ρόλος του υπουργικού συμβουλίου στη διακυβέρνηση της χώρας αλλάζει και υποβιβάζεται. Ο Τ. Ερντογάν θα είναι επικεφαλής της εκτελεστικής εξουσίας και θα διορίζει τα μέλη του νέου υπουργικού συμβουλίου όπως επιθυμεί και με ανθρώπους εκτός βουλής. Θα έχει την αποκλειστική αρμοδιότητα έκδοσης προεδρικών διαταγμάτων τα οποία έχουν ισχύ νόμου, ενώ ο ίδιος θα μπορεί να επιλέγει και να διορίζει την ηγεσία του δικαστικού σώματος».
Επίσης, λέει ότι «ο διορισμός ανωτάτων στελεχών της κρατικής γραφειοκρατίας θα γίνεται και πάλι αποκλειστικά από τον Τ. Ερντογάν. Η χώρα θα διοικείται από τον ίδιο με την βοήθεια 16 υπουργείων, 9 επιτροπών και 4 ειδικών γραφείων που ιδρύονται με το νέο σύστημα».
«Θα έλεγα πως στην ουσία καταργείται το σύνταγμα!,», τονίζει ο κ. Μιχαηλίδης. Για παράδειγμα, σημειώνει, «με διάταγμά του ο Ερντογάν πριν από λίγες ημέρες κατήργησε και έκλεισε μέχρι και τα κρατικά θέατρα!». Ευρύτερος στόχος του όμως είναι «να ανασυγκροτήσει την γραφειοκρατία και να την εκκαθαρίσει από δημοκρατικές και φιλελεύθερες φωνές. Γίνεται ένα format στο κράτος. Είναι εντυπωσιακό ότι όλα έγιναν πολύ γρήγορα και η κοινωνία, ακόμα και αυτοί που ψήφισαν Ερντογάν, αλλά και ο ακαδημαϊκός κόσμος, δεν γνωρίζουν πως θα λειτουργήσει στην πράξη αυτό το σύστημα. Υπάρχει τεράστια σύγχυση και σοβαρό έλλειμμα πληροφόρησης καθώς και μεγάλος φόβος. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το σύστημα αυτό επιβλήθηκε διά της βίας, της νοθείας και εν μέσω απειλών και καλλιέργειας κλίματος φόβου και σοβινιστικού παροξυσμού.
Το σύστημα αυτό καταργεί την διάκριση των εξουσιών και δεν υπάρχει κανένας θεσμικός έλεγχος στις πράξεις και στις εξουσίες του υπερπροέδρου. Για αυτό και δεν μοιάζει με τα συστήματα των ΗΠΑ και της Γαλλίας παρά το ότι επιχειρείται να προπαγανδισθεί ως παρόμοιο με αυτά. Πρόκειται ξεκάθαρα για μια δικτατορικού τύπου εξουσία και διοίκηση η οποία καλύπτεται από έναν μανδύα δημοκρατικοφάνειας που στηρίζεται σε μια αμφιλεγόμενη εκλογική πλειοψηφία».
Ο διχασμός θα ενταθεί
Σύμφωνα με τον κ. Μιχαηλίδη «η Τουρκία γίνεται πολύ πιο εθνικιστική. Αντί να κάνει βήματα μπροστά με περισσότερη διοικητική αποκέντρωση όπως πολλά τμήματα της κοινωνίας επιθυμούσαν, η χώρα αυτή έκανε βήματα πίσω επιβάλλοντας μεγαλύτερο συγκεντρωτισμό. Πήγε πολλά χρόνια πίσω. Όποιες θετικές αλλαγές έγιναν και η όποια φιλελευθεροποίηση λόγω διαπραγματεύσεων με την ΕΕ, καταργούνται. Οι πολιτικές ελίτ και ο στρατός πιστεύουν ότι η δημοκρατία οδηγεί σταδιακά στην ανάπτυξη φυγόκεντρων δυνάμεων. Με λίγα λόγια, το βαθύ κράτος πάτησε φρένο. Η καταπίεση και οι διώξεις στο εσωτερικό θα συνεχιστούν με μεγαλύτερη ένταση. Το σύστημα αυτό αποκλείει το κοινοβούλιο, ουσιαστικά το καθιστά διακοσμητικό, επομένως αποκλείει και την επιρροή της κοινωνίας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων».
Όπως διαμορφώνεται το σύστημα, λέει ο κ. Μιχαηλίδης παρέχει την δυνατότητα στη σουνιτική πλειοψηφία να κυριαρχεί εσαεί έναντι άλλων κοινοτήτων και δυνάμεων όπως οι αλεβίτες, οι κούρδοι και άλλοι οι οποίοι επιθυμούν ουσιαστικό εκδημοκρατισμό. Οι εσωτερικοί κοινωνικοί διχασμοί και το πολιτικό σχίσμα μεγαλώνουν.
Το κουρδικό ζήτημα
Απαντώντας στο ερώτημα για το κουρδικό ζήτημα ο κ. Μιχαηλίδης εκτιμά ότι στο θέμα αυτό, αντί του διαλόγου και της ειρηνικής επίλυσης, το τουρκικό κράτος επέλεξε την οδό της βίας και της καταστολής, καθώς στόχος είναι «να εξουδετερώσει όλους τους θύλακες του ΡΚΚ εντός και εκτός της χώρας και να απονευρώσει την πολιτική έκφραση του κουρδικού κινήματος με χιλιάδες φυλακίσεις, καθαιρέσεις εκλεγμένων δημάρχων κλπ».
Το κράτος, προσθέτει, «καταργεί όλα τα κεκτημένα της κουρδικής κοινότητας και επιστρέφει σε μια πολιτική βίαιης αφομοίωσης και καταστολής. Το ίδιο ισχύει και για άλλες μεγάλες κοινότητες όπως οι αλεβίτες, μια πραγματική καταπιεσμένη θρησκευτική κοινότητα που αριθμεί περισσότερα από 20 εκατομμύρια μέλη. Πρόκειται για μια τραγική εξέλιξη. Το τουρκικό κράτος θα επιχειρήσει να συνεχίσει, για όσο του επιτραπεί, στρατιωτικές επιχειρήσεις εντός Συρίας και Ιράκ και θα επιδιώξει να ελέγξει αυτά τα εδάφη εγκαθιστώντας εκεί σουνίτες Άραβες. Στρατηγική επιδίωξη της Τουρκίας είναι η αλλοίωση των δημογραφικών ισορροπιών στην περιοχή εις βάρος των εκκοσμικευμένων και φιλοδυτικών Κούρδων και υπέρ των σουνιτών μουσουλμάνων, τους οποίους βέβαια πιστεύει ότι θα ελέγχει ευκολότερα».
Η Οικονομία
Ως προς την πορεία της οικονομίας τέλος, ο κ. Μιχαηλίδης κάνει λόγο για ύπαρξη τοξικού κλίματος, κυρίως όμως εκτιμά ότι η τουρκική οικονομία μετατρέπεται σε οικονομία πολέμου. Ειδικότερα, αναφέρει: «Η πτώση της τουρκικής λίρας, η διαρκής άνοδος του πληθωρισμού και η διαφυγή κεφαλαίων από τη χώρα δημιουργούν ένα τοξικό κλίμα που όμως δεν θεωρώ ότι θα έχει πολιτικές συνέπειες. Το αυταρχικό καθεστώς είναι σε θέση διά της βίας να αντιμετωπίσει τις όποιες κοινωνικές διαμαρτυρίες προκύψουν λόγων της οικονομικής κρίσης στην οποία εισέρχεται. Τα πράγματα δυσκολεύουν πολύ για την τουρκική οικονομία η οποία στηριζόταν στα δάνεια και στην εισροή ξένου κεφαλαίου. Επιπλέον, η οικονομία της χώρας μετατρέπεται σε σημαντικό βαθμό σε οικονομία πολέμου με τις πολεμικές βιομηχανίες και την οικονομική ενίσχυση του στρατού να έχουν κεντρικό ρόλο».























Γιατί είναι δύσκολο να κατανοηθεί ο Τράμπ;
Του Δημήτρη Γ. Απόκη*
Ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών ξεκουράζεται με τη σύζυγό του Μελάνια, στο θέρετρο του – γκολφ στη Σκωτία, όπου προετοιμάζεται για την αυριανή πρώτη επίσημη συνάντηση κορυφής με τον Πρόεδρο της Ρωσίας, Βλαντιμίρ Πούτιν. Την ίδια στιγμή η Ευρώπη, προσπαθεί ακόμη να συνέλθει από το πέρασμα του τυφώνα Τράμπ, μετά την επεισοδιακή Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, και τη θυελλώδη επίσκεψη του Αμερικανού Προέδρου, στη Μεγάλη Βρετανία.
Ο Πρόεδρος Τράμπ, βρίσκεται για 18 μήνες στο Λευκό Οίκο, και η εξωτερική του πολιτική συνεχίζει να αποτελεί μια δισεπίλυτη εξίσωση για ξένους ηγέτες, ξένες κυβερνήσεις, και αναλυτές εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας. Οι υποστηρικτές του το αποδίδουν στο γεγονός ότι ο Πρόεδρος Τράμπ, εφαρμόζει ένα σύνθετο στρατηγικό σχέδιο που οι επικριτές τους δεν μπορούν να κατανοήσουν, ενώ την ίδια στιγμή οι επικριτές του, το αποδίδουν στο ότι στην ουσία δεν έχει κανένα σχέδιο, και είναι απλά μια απρόβλεπτη και ανίκανη προσωπικότητα που δυστυχώς κατάφερε να βρεθείς την προεδρία των ΗΠΑ.
Η πλειοψηφία διεθνώς επιθυμεί διακαώς να το δει να αποτυγχάνει. Αλλά η πραγματικότητα είναι ότι ο Ντόναλντ Τράμπ, έχει ένα πλήρως διαμορφωμένο δόγμα στην εξωτερική πολιτική, το οποίο υποστηρικτές και επικριτές δεν μπορούν να συνεχίσουν να αγνοούν.
Ο βασικός λόγος που είναι πολύ δύσκολο να γίνει κατανοητός ο Πρόεδρος Τράμπ, δεν είναι ότι είναι πολύπλοκος, απρόβλεπτος, και άσχετος. Ο λόγος είναι ότι είναι απλά διαφορετικός. Από την ολοκλήρωση του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και μετά, όλοι οι Πρόεδροι των ΗΠΑ, είχαν ως μοναδικό στόχο τη διατήρηση του μεταπολεμικού συστήματος. Ο Πρόεδρος Τράμπ, αντιθέτως, είναι ένας αναθεωρητής που θέλει να αλλάξει τους κανόνες του παγκοσμίου συστήματος προς όφελος των ΗΠΑ. Θεωρεί την στρατιωτική ισχύ και το εμπορικό έλλειμα των ΗΠΑ, πλεονεκτήματα που αποτελούν ευκαιρία στην διεθνή πολιτική. Θέλει να ενισχύσει τη στρατιωτική υπεροχή της Αμερικής, χρησιμοποιώντας στρατιωτικά και οικονομικά μέσα για να πείσει άλλες δυνάμεις να αποδεχθούν τις αλλαγές που επιδιώκει στο παγκόσμιο σύστημα.
Αύριο συναντιέται με τον Πούτιν στο Ελσίνκι και κόντρα στην επικρατούσα, ακόμη και στο εσωτερικό της Αμερικής, άποψη, δεν βλέπει τη Ρωσία ως σοβαρή στρατιωτική και οικονομική απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα. Και αυτός είναι ο λόγος που δεν θεωρεί ότι η αποτροπή της Ρωσίας πρέπει να βρίσκεται στο κέντρο της ευρωπαϊκής στρατηγικής της Ουάσιγκτον. Ως θιασώτης της ρεαλιστικής σχολής σκέψης, δεν πιστεύει ότι οι ιδεολογικές διαφορές και οι ανθρωπιστικές ανησυχίες γύρω από το καθεστώς Πούτιν, πρέπει να εμποδίσουν, μια προσοδοφόρα συνεργασία με τη Ρωσία. Επιδιώκει συνεργασία με τη Ρωσία στη Μέση Ανατολή και θέλει να αποτρέψει ένα κοινό μέτωπο Μόσχας – Πεκίνου.
Την Κίνα τη σέβεται και τη θεωρεί μακροπρόθεσμο αντίπαλο, που η οικονομία της βασίζεται στο εμπόριο με τις ΗΠΑ, περισσότερο από ότι βασίζεται σε αυτό η αμερικανική οικονομία. Είναι πεπεισμένος ότι το παρόν εμπορικό έλλειμα των ΗΠΑ με την Κίνα, ευνοεί το Πεκίνο, και ότι η Κίνα δεν μπορεί να αντέξει μια αναταραχή στη σχέση με την Ουάσιγκτον. Η σημερινή ανισορροπία στη σχέση, σύμφωνα με τον Πρόεδρο Τράμπ, είναι ο βασικός λόγος της μετεωρικής ανόδου της Κίνας στο διεθνές σύστημα, και, όπως πιστεύει, μια αναθεώρηση αυτής της κατάστασης θα περιορίσει την Κίνα γεωπολιτικά και ταυτόχρονα θα ενισχύσει την δύναμη των ΗΠΑ.
Προωθώντας αυτή τη στρατηγική, επιδιώκει να καθησυχάσει τους γείτονες της Κίνας, δηλαδή Ιαπωνία, Νότια Κορέα, και Βιετνάμ, σε θέματα ασφάλειας, ενώ την ίδια στιγμή επιδιώκει βελτίωση των εμπορικών σχέσεων μαζί τους και σε όλη την Ασία. Εάν αυτό το πετύχει, και βρίσκεται σε καλό δρόμο, θα ενισχυθεί σημαντικά η οικονομία των ΗΠΑ, και θα ελεγχθεί η άνοδος των αντιπάλων. Ο Πρόεδρος Τράμπ, επιδεικνύει ευελιξία, παρόλα αυτά, έναντι του Πεκίνου για να έχει την υποστήριξη της Κίνας στο θέμα της Βόρειας Κορέας.
Στην Ευρώπη, ο Αμερικανός Πρόεδρος, έχει αποφασίσει να ανατρέψει για τα καλά το σύστημα που επικρατεί. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι στο σαρωτικό πέρασμά του από τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ και τη Μεγάλη Βρετανία, στοχοποίησε τη Γερμανία. Ο Πρόεδρος Τράμπ, πιστεύει, και σωστά, ότι η παρούσα σχέση μεταξύ των δύο πλευρών του Ατλαντικού, είναι πιο κερδοφόρα για το Βερολίνο από ότι για την Ουάσιγκτον. Ταυτόχρονα γνωρίζει ότι οι Γερμανία γνωρίζει το πόσο έχει ανάγκη αυτή τη σχέση. Σαν αποτέλεσμα γνωρίζει ότι στο τέλος το Βερολίνο θα προσέλθει στο τραπέζι, για ένα νέο μοντέλο σχέσης που θα είναι πολύ πιο συμφέρον για την Ουάσιγκτον. Στην προσπάθεια αυτή μικρότερες ευρωπαϊκές χώρες που θα στηρίξουν την Αμερική, θα τύχουν της προσοχής και της στήριξης των ΗΠΑ.
Στη Μέση Ανατολή ο στόχος του Αμερικανού Προέδρου είναι το Ιράν, το οποίου το καθεστώς θεωρεί εχθρικό προς τις ΗΠΑ, αλλά την ίδια στιγμή και ευάλωτο σε οικονομική, διπλωματική και στρατιωτική πίεση. Σίγουρα, στην περίπτωση που η Τεχεράνη αναβιώσει το πρόγραμμα πυρηνικών όπλων ο Αμερικανό Πρόεδρος θα δώσει το πράσινο φως και θα υποστηρίξει μια στρατιωτική επέμβαση του Ισραήλ. Ταυτόχρονα προωθεί συνεργασία με Αραβικές χώρες, με αντάλλαγμα την υποστήριξη των οικονομικών συμφερόντων των ΗΠΑ, και τη συνεργασία στο θέμα της τρομοκρατίας.
Η παρουσία Τράμπ στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, η επίσκεψη στη Μεγάλη Βρετανία, και η αυριανή συνάντηση με τον Πρόεδρο της Ρωσίας, δείχνει ότι ο Αμερικανός Πρόεδρος, αισθάνεται πλέον έτοιμος να αποκοπεί από τα δεσμά της καθοδήγησης του συστήματος εξωτερικής πολιτικής της Ουάσιγκτον, για το οποίο δεν τρέφει κανένα ιδιαίτερο σεβασμό. Δεν ανησυχεί και απέρριψε την αντίθεση του συστήματος αυτού στους εμπορικούς πολέμους, διότι γνωρίζει ότι όλες οι χώρες έχουν ανάγκη την αγορά της Αμερικής και αργά ή γρήγορα θα προσέλθουν στο τραπέζι για καλύτερες και πιο προσοδοφόρες, για τις ΗΠΑ, εμπορικές συμφωνίες.
Είναι πλέον ξεκάθαρο, ότι ο Πρόεδρος Τράμπ, μετά από 18 μήνες στο Οβάλ Γραφείο, έχει ζυγίσει καλά τους ηγέτες που έχει να αντιμετωπίσει, και δεν τους αντιμετωπίζει με φόβο και δέος. Πλέον δρα με αυτοπεποίθηση στη διεθνή σκηνή, παίρνει ρίσκα, και φέρνει στο τραπέζι την επιχειρηματική εμπειρία του, ως εργαλείο γεωπολιτικής.
Όσοι πιστεύουν ότι με κραυγές και αφορισμούς, θα τον αποτρέψουν από το σχέδιο αναθεώρησης του συστήματος, πλανώνται οικτρά και καλά θα κάνουν να ετοιμαστούν για μια πτήση με έντονες αναταραχές. Και αυτό ισχύει ιδιαίτερα για την Ευρώπη, η οποία έχει σοβαρά προβλήματα και ελλιπέστατη ηγεσία.
*Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.