Το μερίδιο των ανθρώπων που χρησιμοποιούν το διαδίκτυο ή κατέχουν ένα smartphone συνεχίζει να επεκτείνεται στον αναπτυσσόμενο κόσμο, ενώ παραμένει υψηλό στις ανεπτυγμένες χώρες.
Την ίδια ώρα, οι άνθρωποι στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες αγορές προσεγγίζουν γρήγορα τα επίπεδα που παρατηρούνται σε πιο προηγμένες οικονομίες ως προς τη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Επιπλέον, καθώς οι άνθρωποι στις προηγμένες οικονομίες φτάνουν στα ανώτερα όρια της διείσδυσης του Διαδικτύου, το ψηφιακό χάσμα συνεχίζει να περιορίζεται ανάμεσα σε πλούσιες και αναπτυσσόμενες χώρες.
Όπως προκύπτει από έρευνα του PEW Research Center, τα τελευταία πέντε χρόνια σημειώθηκε σταθερή αύξηση στη χρήση του Διαδικτύου μεταξύ των αναδυόμενων και αναπτυσσόμενων οικονομιών, ενώ μεταξύ των ανεπτυγμένων παρέμεινε σχετικά σταθερή. Παρόμοια είναι η τάση τόσο στην κατοχή smartphone, όσο και στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Παρά την αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου και την ιδιοκτησία smartphone, ο κόσμος παραμένει ψηφιακά διαιρεμένος. Εξακολουθεί να ισχύει, για παράδειγμα, ότι οι άνθρωποι στις πλουσιότερες χώρες έχουν υψηλότερα ποσοστά χρήσης του διαδικτύου και ιδιοκτησίας smartphone. Ωστόσο, μεταξύ των ανθρώπων που χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο, οι χρήστες σε αναπτυσσόμενες χώρες συχνά αποδεικνύεται πιο πιθανό να δικτυωθούν μέσω πλατφορμών όπως το Facebook και το Twitter.
Και εντός των χωρών, οι ψηφιακές διαιρέσεις παραμένουν. Η ηλικία, η εκπαίδευση, το εισόδημα και σε ορισμένες περιπτώσεις το φύλο εξακολουθεί να διαφοροποιεί το ποιος χρησιμοποιεί το διαδίκτυο και ποιος δεν το κάνει, ποιος είναι ενεργός στα κοινωνικά μέσα και ποιος είναι ανενεργός.
Η έρευνα του Pew Research Center διεξήχθη σε 37 χώρες από τις 16 Φεβρουαρίου έως τις 8 Μαΐου 2017, μεταξύ 40.448 ερωτηθέντων. Περιλαμβάνει επίσης ανάλυση από τις έρευνες του ίδιου Κέντρου που διεξήχθησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μεταξύ 2.002 ατόμων το 2018 και στην Κίνα μεταξύ 3.154 ατόμων το 2016.
Διαδίκτυο
Ενώ το χάσμα στη χρήση του Διαδικτύου μεταξύ αναδυόμενων και προηγμένων οικονομιών έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια, εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλος αριθμός ανθρώπων που δεν το χρησιμοποιούν.
Τα ποσοστά διείσδυσης του Διαδικτύου -όπως μετράται από τη χρήση του ή την ιδιοκτησία smartphone- παραμένουν υψηλά στη Βόρεια Αμερική και σε μεγάλο μέρος της Ευρώπης, καθώς και σε μέρη της Ασίας- Ειρηνικού. Μεταξύ των χωρών που ερωτήθηκαν (μέσος όρος 75%), η Νότια Κορέα ξεχωρίζει ως η πλέον συνδεδεμένη κοινωνία, με χρήση από το 96% των ενηλίκων. Ακολουθούν η Ολλανδία και η Αυστραλία (από 93%), η Σουηδία (92%), ο Καναδάς (91%), οι ΗΠΑ (89%), το Ισραήλ και η Βρετανία (88%), η Γαλλία, η Γερμανία και η Ισπανία (από 87%). Στον αντίποδα, η Ινδία και η Τανζανία, με 25% των ενηλίκων να δηλώνουν ότι χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο, βρίσκονται στην τελευταία θέση και ακολουθούν η Κένια και η Γκάνα (από 39%), η Νιγηρία (42%), η Τυνησία (44%), η Σενεγάλη (46%), οι Φιλιππίνες (56%), η Νότια Αφρική (59%), το Βιετνάμ και το Περού (από 64%).

Το παγκόσμιο ψηφιακό χάσμα είναι σε μεγάλο βαθμό ζήτημα οικονομικό. Οι πλουσιότερες χώρες, μετρούμενες βάσει του κατά κεφαλήν Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος, τείνουν να έχουν υψηλότερα ποσοστά χρήσης του Διαδικτύου, ενώ οι φτωχότερες χώρες τείνουν να έχουν χαμηλότερα ποσοστά. Αυτό το πρότυπο είναι συνεπές σε προηγούμενες έρευνες και παραμένει σήμερα τόσο για τη χρήση του Διαδικτύου όσο και για την ιδιοκτησία smartphone.
Smartphones
Τα smartphones -τα κινητά τηλέφωνα που μπορούν να χρησιμοποιούν το διαδίκτυο και τις εφαρμογές πρόσβασης σε αυτό- είναι πολύ κοινά σε όλο τον κόσμο. Από όλους τους ερωτηθέντες και στις 39 χώρες της έρευνας, 59% ανέφεραν ότι διαθέτουν ένα smartphone. Μόνον 8% αναφέρουν ότι δεν έχουν καθόλου συσκευή κινητής τηλεφωνίας.
Το πρότυπο της ιδιοκτησίας smartphone είναι παρόμοιο με τη χρήση του Διαδικτύου, καθώς οι άνθρωποι σε πλουσιότερες χώρες παρουσιάζουν υψηλότερα ποσοστά ιδιοκτησίας. Αλλά το χάσμα στην ιδιοκτησία smartphone είναι μικρότερο από ό,τι στο παρελθόν, καθώς πολλοί, ειδικά στις αναπτυσσόμενες χώρες, παραλείπουν τα σταθερά τηλέφωνα και επιλέγουν να αποκτήσουν, απευθείας, συσκευή κινητής τηλεφωνίας.
Από τις χώρες που ρωτήθηκαν, τους περισσότερους ενήλικες που δηλώνουν ότι κατέχουν smartphone έχει η Νότια Κορέα, με ποσοστό που φθάνει το 94%. Ακολουθούν το Ισραήλ (83%), η Αυστραλία (82%), η Ολλανδία, η Σουηδία και ο Λίβανος (από 80%), η Ισπανία (79%), οι ΗΠΑ (77%) και η Ιορδανία (76%). Τους λιγότερους ενήλικες που δηλώνουν ότι κατέχουν smartphone, έχουν η Τανζανία (13%), η Ινδία (22%), η Ινδονησία (27%), η Κένυα (30%), η Σενεγάλη (34%), η Γκάνα (35%), η Βενεζουέλα (38%), το Περού (41%) και το Μεξικό (42%).
Μέσα κοινωνικής δικτύωσης
Τα social media είναι δημοφιλή μεταξύ πολλών χρηστών του Διαδικτύου και τα ποσοστά χρήσης είναι υψηλά τόσο σε πολλές από τις εξελιγμένες οικονομίες, όσο και σε αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες, όπως προκύπτει από την έρευνα του Κέντρου PEW. Για παράδειγμα, με παγκόσμιο μέσο όρο στο 53%, 75% των ενήλικων Ιορδανών λένε ότι χρησιμοποιούν τα social media. Αυτό σημαίνει ότι από τους οκτώ στους δέκα Ιορδανούς που χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο, 94% δραστηριοποιούνται σε πλατφόρμες μέσων κοινωνικής δικτύωσης.

Αντίθετα, σε ορισμένες χώρες με υψηλά ποσοστά χρήσης του Διαδικτύου, σχετικά μικρά μερίδια ενηλίκων αναφέρουν ότι χρησιμοποιούν τα social media. Στη Γερμανία, για παράδειγμα, όπου 87% των ανθρώπων χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο, λιγότερο από το ήμισυ λένε ότι χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Έτσι, η Ιορδανία με 75% των ενηλίκων να δηλώνουν ότι χρησιμοποιούν τα social media βρίσκεται πρώτη στην κατάταξη των χωρών που καλύπτει η έρευνα. Ακολουθούν ο Λίβανος (72%), οι ΗΠΑ, η Ν. Κορέα και η Αυστραλία (από 69%), το Ισραήλ και ο Καναδάς (από 68%), η Σουηδία (67%), η Ρωσία (66%) και η Αργεντινή (65%). Οι λιγότεροι ενήλικες που χρησιμοποιούν πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης καταγράφηκαν σε Τανζανία και Ινδία (από 20%), Ινδονησία (26%), Κένυα (30%), Γκάνα (32%), Σενεγάλη και Νιγηρία (από 35%), Τυνησία (38%), Ιαπωνία (39%) και Γερμανία (40%).
Ελλάδα
Στην Ελλάδα, σύμφωνα με την έρευνα, 66% των ενηλίκων δήλωσαν ότι χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο (παγκόσμιος μέσος όρος 75%), 53% ότι κατέχουν smartphone (παγκόσμιος μέσος όρος 59%) και 45% ότι χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (παγκόσμιος μέσος όρος 53%).
Ωστόσο, το ποσοστό μεταξύ των νέων ηλικίας 18- 36 ετών που δήλωσαν ότι χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο ή έχουν smartphone, εκτινάσσεται σε 99%, δημιουργώντας ένα χάσμα της τάξης του 47% από τους πολίτες ηλικίας 37 ετών και άνω. Επίσης, μεγάλες διαφορές καταγράφονται και ως προς το επίπεδο εκπαίδευσης. Έτσι, όσοι έχουν λίγη εκπαίδευση χρησιμοποιούν σε ποσοστό 54% το Διαδίκτυο, ενώ όσοι έχουν περισσότερη σε ποσοστό 95%, μια διαφορά 41 ποσοστιαίων μονάδων.
(AΠΕ-ΜΠΕ)

















Στέρεψε το Ποτάμι από ιδέες;
Του Θοδωρη Βαμβακάρη
Η ίδρυση του Ποταμιού ήταν μια ευφυής αλλά και συγχρόνως ριψοκίνδυνη κίνηση.
Ευφυής γιατί ήλθε σε μια περίοδο όπου ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας αναζητούσε εναγωνίως την κανονικότητα. Το πολιτικά αυτονόητο. Τους πολιτικούς που θα εκτόνωναν το δυναμιτισμένο από τα μνημόνια κοινωνικό σκηνικό. Το σοκ του καινούργιου.
Αυτή την ανάγκη προσπάθησε να καλύψει ο Σταύρος Θεοδωράκης με το Ποτάμι. Συστήνοντας στο κοινό νέους και άφθαρτους, πολιτικά, ανθρώπους που εν δυνάμει θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην πρόσπάθεια ανόρθωσης του τόπου.
Όμως η πολιτική δεν είναι ένας αγγελικός κόσμος, ειδικά σε μια χώρα που μαστίζεται από οικονομική κρίση.
Ο διψασμένος δεν θέλει χλιαρό νερό αλλά όσο πιο δροσερό γίνεται για να ξεδιψάσει.
Όσο μεγαλύτερη και αν είναι η ανάγκη για την κανονικότητα, τόσο μεγαλύτερες είναι και οι προσδοκίες αλλά και τόσο μικρότερη η ανοχή στα λάθη και ιδιαίτερα στα στοιχεία που παραπέμπουν σε παλιές πολιτικές νοοτροπίες.
Η πικρή αλήθεια είναι ότι από τη μεταπολίτευση και μετά, πέραν των παραδοσιακών συντηρητικών, σοσιαλιστικών και αριστερών-κομμουνιστικών κομμάτων, κανένα καινούργιο κόμμα δεν μπόρεσε να παίξει καθοριστικό ρόλο στο πολιτικό σκηνικό. Απολύτως κανένα. Ακόμα και η άλλοτε κραταιά Ένωση Κέντρου διαλύθηκε στη μέγγενη της πόλωσης των γαλάζιων και των πράσινων.
Και φυσικά ο (κυβερνητικός) ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι παράδειγμα νέου κόμματος αλλά ένα μόρφωμα που αναπτύχθηκε στην κρίση και θα εξαϋλωθεί όταν αυτή τελειώσει.
Κάπου εδώ άρχισε το ρίσκο του Ποταμιού.
Το στοίχημα ήταν μεγάλο. Η εξίσωση ήταν δύσκολη. Μέσα στην αναζήτηση της κανονικότητας, έπρεπε να ανατρέψει και τη δυσμενή παράδοση για τα νέα κόμματα.
Η αλήθεια είναι ότι το επαγγελματικό παρελθόν του Σταύρου Θεοδωράκη ήταν κακός οδηγός. Ως δημοσιογράφος αναζήτησε από την αρχή τους τίτλους των ειδήσεων που θα «έβγαζαν» οι πρωτοβουλίες του, με αποτέλεσμα να δίνει λιγότερο βάρος στο περιεχόμενο. Από την αρχή μιλούσε για όρια-κόφτες που έβαζε στα ποσοστά του, χωρίς ακόμα να έχει καταλάβει ο κόσμος από πού πηγάζει το Ποτάμι και πού θα εκβάλλει. Από την αρχή αναζητούσε τις λεζάντες των φωτογραφιών του, δίνοντας λιγότερη σημασία στο ότι, ιδιαίτερα εκείνη την εποχή, ο κόσμος δεν είχε ανάγκη έναν πολιτικό που θα φωτογραφιζόταν με γαλότσες αλλά έναν πολιτικό που θα του αποδείκνυε ότι πριν του μιλήσει, θα είχε σηκώσει ήδη τα μανίκια.
Με άλλα λόγια, οι αμερικάνικες εκστρατείες ποτέ δεν έπιασαν στην Ελλάδα όπως δεν έπιασαν τα αμερικάνικα fast food.
Και εκεί ήταν που το Ποτάμι έχασε το δάσος.
Μπροστά στην προσπάθεια να πουλήσει το καλό του χαρτί που ήταν ο ηγέτης του, αμέλησε (αγνόησε, σνόμπαρε, όπως θέλετε πείτε το) να ξεκαθαρίσει την ιδεολογική του ταυτότητα.
Και αυτό δεν έχει σχέση, βέβαια, με το γεγονός ότι ήταν-και είναι-ένα ακραιφνώς προσωποκεντρικό κόμμα γιατί, ίσα ίσα, αυτά τα κόμματα είναι που καθορίζουν πιο εύκολα το ιδεολογικό τους στίγμα.
Και εκεί άρχισε σιγά σιγά να επιβεβαιώνεται η αρνητική παράδοση των κομμάτων που πέρναγαν ως διάττοντες αστέρες στο ελληνικό πολιτικό σκηνικό από το 1974.
Πόσω μάλλον που τα περισσότερα από αυτά τα κόμματα είχαν ξεκάθαρη ιδεολογική τοποθέτηση.
Φάνηκε, ξεκάθαρα το ότι το «έχουμε έναν καλό ηγέτη» ή το «είμαστε οι κανονικοί που θα σώσουμε την κατάσταση», δεν αρκούσαν.
Ένα κόμμα πρέπει να ξεκινάει από το ιδεολογικό positioning το οποίο διαμορφώνει τους δεσμούς συνοχής μεταξύ των στελεχών και των ψηφοφόρων του. Γιατί αυτοί είναι που θα το διατηρήσουν στη ζωή.
Αντίθετα, στο Ποτάμι είδαμε πολλά ετερόκλητα, ιδεολογικά στοιχεία. Υπήρχε το κεντροαριστερό παρελθόν του Σταύρου Θεοδωράκη, στη συνέχεια εμφανίστηκαν και μεταρρυθμιστικές- Σημιτικές νότες ενώ κάποια στιγμή έκαναν τη βαρκάδα τους στο Ποτάμι και στελέχη της φιλελεύθερης Δράσης του Στέφανου Μάνου. Και λίγο αργότερα ήλθε και η συνεργασία στο ΚΙΝΑΛ, με το βαθύ ΠΑΣΟΚ της Φώφης Γεννηματά.
Αλλά τα είχε πει όλα από την αρχή ο Σταύρος Θεοδωράκης, στη συνέντευξη Τύπου για την ίδρυση του κόμματος του: «Το Ποτάμι “κλέβει” ιδέες από την αριστερά και από την φιλελεύθερη παράταξη».
(Αυτή η ανταλλαγή ιδεών ήταν κάτι στο οποίο, στο παρελθόν, αναφερόταν μεταξύ σοβαρού και αστείου, στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις του μόνο ο αείμνηστος Μιχάλης Παπαγιαννάκης, αλλά το έκανε όταν είχε φιλελεύθερους συνομιλητές που διαμόρφωναν την πολιτική της χώρας).
Αυτή η ανυπαρξία ιδεολογικού στίγματος και δεσμών συνοχής, έκαναν το Ποτάμι ελκυστικό για μια μερίδα στελεχών του, μόνο για την εν δυνάμει πολιτική επιτυχία του. Και όταν αυτή η επιτυχία μετά τα πρόσκαιρα καλά εκλογικά ποσοστά, άρχισε να γίνεται μια αχνή προοπτική, τα στελέχη αυτά άρχισαν να αποχωρούν μαζί με αυτούς που διαπίστωναν ότι «κάτι λείπει το οποίο δεν ψάχνουμε».
Από την άλλη πλευρά αυτό το έλλειμμα ιδεολογίας ήταν που βοηθούσε την πολιτική ώσμωση του Ποταμιού με πρόσωπα και πολιτικούς χώρους. Αυτό εν δυνάμει είναι και το άλλοθι μιας πιθανής συνεργασίας του Σταύρου Θεοδωράκη με την κυβέρνηση.
Και κάπου εκεί έρχεται το «όραμα» της κεντροαριστεράς και του ΚΙΝΑΛ. Μια λανθασμένη από την αρχή της, προσέγγιση που έγινε ακόμα πιο λανθασμένη με την υποψηφιότητα του Σταύρου Θεοδωράκη για την ηγεσία του Κινήματος. Ποια κεντροαριστερά και ποιο κομμάτι της θα εκπροσωπούσε το Ποτάμι; Αυτό που κλέβει ιδέες από τη φιλελεύθερη παράταξη;
Τι κοινό είχαν ο Θεοδωράκης με τη Γεννηματά και τον Ραγκούση; Και τους υπόλοιπους που κρύβονταν στο βάθος του ΠΑΣΟΚ;
Η Φώφη τελικά επικράτησε άνετα στις εκλογές και μόλις έδωσε στη δημοσιότητα τη θριαμβευτική (και συνάμα ανατριχιαστική) φωτογραφία της με τους Λαλιώτη, Σκανδαλίδη και Κακλαμάνη, όλοι οι υπόλοιποι καταλάβαμε ότι στην εκλογική διαδικασία, όλοι αυτοί τον Σταύρο τον είχαν για «πρωινό».
Δεν χρειάστηκε να περάσουν πολλοί μήνες για να καταλάβει ο Σταύρος Θεοδωράκης ότι δεν μπορούσε να προωθήσει τη δική του ατζέντα στο ΚΙΝΑΛ γιατί, άλλωστε, οι δημοσιογραφικοί τίτλοι βγαίνουν μόνο από τον αρχηγό και όχι από τον υπαρχηγό.
Έτσι πήρε την απόφαση να αποχωρήσει. Κίνηση που δεν ήταν «κωλοτούμπα» όπως έσπευσαν πολλοί να τη χαρακτηρίσουν, καθώς το Ποτάμι από την αρχή δεν υποσχέθηκε κάτι στο ΚΙΝΑΛ πέρα από τη διάθεση «να πάμε όλοι μαζί για να είμαστε πιο δυνατοί». Και φυσικά τα περί κεντροαριστεράς, είναι αστείοι ισχυρισμοί που καταρρίφθηκαν από μόνοι τους όταν βγήκαν τα μαχαίρια για τους υποψήφιους ηγέτες και τον τρόπο εκλογής τους.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι «Σώζεται το Ποτάμι;»
Η αλήθεια είναι πλέον πολλοί του καταλογίζουν «συμπεριφορά φθαρμένου κόμματος» παρά την τόσο νεαρή ηλικία του. Κάτι στο οποίο συνέβαλαν και όλες αυτές οι συζητήσεις περί συνεργασιών του Ποταμιού με την κυβέρνηση, με την Φώφη ή με τον Μητσοτάκη. Πριν ακόμα μάθουμε τι είναι το Ποτάμι αρχίσαμε να συζητάμε με ποιον θα συνεργαστεί.
Η φιλοδοξία κάθε νέου κόμματος θα πρέπει να είναι να αποτελέσει ρυθμιστικό παράγοντα στους όρους του παιχνιδιού και όχι να τους ακολουθεί και να «κολλάει» παντού.
Γι αυτό και το Ποτάμι, αν θέλει να αφήσει εποχή, θα πρέπει να αναζητήσει μια στέρεη ιδεολογική ταυτότητα. Ακόμα και να μην καταφέρει να περάσει το εκλογικό όριο και να μείνει εκτός Βουλής, θα πρέπει να επιμείνει και να φτιάξει ομάδα για να έχει μια αξιόλογη συμμετοχή στο μεθεπόμενο πρωτάθλημα.