Πλησιάζουν και φέτος εκείνες οι σιωπηλές ώρες, που, αγκιστρωμένες στα λαμπιόνια του χριστουγεννιάτικου δένδρου, σού επιτρέπουν να ονειρευτείς. Και να ταξιδέψεις. Με μια ακίνητη κίνηση, που χαϊδεύει την ψυχή. Πλησιάζουν οι στιγμές που, φιλήδονα, αναζητάς τη μοναχικότητά σου, αγκαλιά με το βιβλίο. Να διαχέεται η μυρωδιά των εγκλωβισμένων – ίσως άκοπων – σελίδων, όσο ιχνηλατείς τις ταξιδιάρικες διόδους, που γνέφει το μελάνι.
Γράφει η Βασιλική Τζότζολα
Θεωρητική στο νου και στα μάτια, εντυπωσιάζομαι σαν ιθαγενής που του χαρίζουν μπιχλιμπίδια, όταν διαβάζω κάτι για την κβαντομηχανική ή τη σωματιδιακή φυσική. Από το 2012, φλερτάρω με «το σωματίδιο του Θεού». Σε κάθε ένα τρισεκατομμύριο συμπαντικών συγκρούσεων σωματιδίων, εμφανίζεται ένα μποζόνιο. Το «ουδέν ενικώτερον» της ενέργειας. Που επιβεβαιώνει την ύπαρξη της μάζας. Το μποζόνιο. Βίαιες ελεγχόμενες συγκρούσεις. Θραύσματα ενέργειας, που η ταχύτητά τους λίγο απέχει από αυτήν του φωτός. Συντρίβονται, όταν το ένα αγκαλιάζει το άλλο. Λάμψεις φευγαλέες, μιας αρχέγονης έκρηξης. Όταν η Μεγάλη Έκρηξη, το Big Bang, γέννησε το Σύμπαν. «Το σωματίδιο του Θεού». Αυτό θα διαβάσω τα Χριστούγεννα! Και θα νιώσω ένα πανίσχυρο μποζόνιο, με πλήρη συναίσθηση της ελαχιστότητάς του.
Το πείσμα του μποζονίου, να ανακαλυφθεί και να κατακτήσει μια ξεχωριστή θέση στην καταγεγραμμένη Ιστορία, συναντώ στο βιβλίο της πρώην πρώτης κυρίας των ΗΠΑ, της Μισέλ Ομπάμα. Ο τίτλος του μού θυμίζει εκείνον του βιβλίου του Παύλου Ιωαννίδη, στενού συνεργάτη του Αριστοτέλη Ωνάση, «κι αν δεν είσαι, θα γίνεις». Μάθημα ζωής. “Becoming”. Με όλο το φως και το σκοτάδι που κρύβει και, τελικά, αποκαλύπτει να ξεκινάς από το “be”, να οδεύεις την πορεία του “coming” και, κάποτε, υψαύχην[1], σε ενεστώτα χρόνο, διαρκή, να στεφανώνεσαι το “becoming”. Πείσμα, νίκες, ήττες και πάλι πείσμα. Και να σε συνοδεύει η κινεζική παρότρυνση: «επτά φορές κι αν πέσεις, οκτώ να σηκωθείς». Το “Becoming” της Μισέλ θα διαβάσω! Σαν μποζόνιο που, κι αν δεν ήταν, έγινε! Κι ας προσθέσει κατηγορηματικά στην πρόταση αυτή ο καθένας μας, όποιο κατηγορούμενο επιθυμεί! 
Λατρεμένες οι εκρήξεις των Big Bang – εντός ή εκτός ενός προσωπικού μικρόκοσμου – και δελεαστική η συμπόρευση με το πλήθος των ρόλων μια γυναίκας σκληρής, προσηλωμένης, φερέλπιδος. Αλλά, αν δεν εξασφαλίσεις στη γυναικεία σου βιοτή και μια «jour fixe[2]», εκλείπει η χρυσόσκονη από το πριγκιπικό – της καθεμιάς – παραμύθι! Και ζωή χωρίς λίγο από “Sex and the City”, δε λέει! Το «Ζουρ Φιξ» της φίλης μου, της Λώρης Κέζα, θα διαβάσω!
Και θα το δωρίσω! Για γούρι από χέρι! Σε κάποιο τραπέζι του Zonars, θα παραγγείλω ένα αφέψημα με μπαχαρικά και θα παραδοθώ εις τας αγκάλας του Ιωσήφ Ρεμούνδου. Ή μήπως να προτιμήσω «το διπλανό τραπέζι, εκεί που κάθονται οι πέντε φίλες»; Σελίδες μοσχομυριστές από συνήθειες παλιομοδίτικες. Και ένας άνδρας «παλαιάς κοπής».
Αναλογίζομαι το κοριτσάκι με τα σπίρτα. Και ύστερα το ενδύομαι. Ένα μποζόνιο ελάχιστο αλλά δυνατό, να πασχίζει να «γίνει» και να καταφέρει «να συμβεί», με έναν τρόπο καινουργό, που αναπολεί παραμυθητικές νοσταλγίες. Ανάβω ακόμη ένα σπίρτο. Μέχρι να καεί.. «Καλά Χριστούγεννα»!
[1] Υψαύχην: κορδωμένος, καμαρωτός
[2] Jour Fixe: ημέρα προσδιορισμένη, «φιξαρισμένη» σε τόπο και χρόνο για συνάντηση, χωρίς άλλη συνεννόηση
















Εικόνες της δεκαετίας του ’30
*του Guillermo Altares
Η επιστροφή στη δεκαετία του 1930 έχει μετατραπεί σε ένα σύνθημα το οποίο επαναλαμβάνουν ιστορικοί και πολιτικοί, μεταξύ των οποίων και ο πρόεδρος Μακρόν, για να επισημανθούν οι κίνδυνοι που αντιμετωπίζουν οι δυτικές δημοκρατίες από τους λαϊκιστές. Όταν γίνεται αναφορά σε εκείνη την εποχή, υπενθυμίζονται οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης του 1929, αλλά κυρίως η καταστροφή των δημοκρατιών που ανέκυψαν μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η σημαντικότερη αναφορά είναι η 30ή Ιανουαρίου του 1933, όταν ο πρόεδρος Πάουλ φον Χίντενμπουργκ όρισε καγκελάριο τον Αδόλφο Χίτλερ. Ηταν μια απόφαση που θα οδηγούσε στη μεγαλύτερη καταστροφή της ιστορίας.
«Με έχει σοκάρει η ομοιότητα ανάμεσα στις στιγμές που ζούμε και την περίοδο του μεσοπολέμου», είπε στις αρχές Νοεμβρίου ο πρόεδρος Μακρόν. Ο πρώην ηγέτης των βρετανών Φιλελευθέρων Πάντι Ασντάουν ήταν ακόμη πιο κατηγορηματικός. Εκφράζοντας τη φρίκη του για τις ομοιότητες με τη δεκαετία του ’30, είπε πως «όλα καταρρέουν».
Η συζήτηση έχει φουντώσει και μεταξύ των ερευνητών. Υπάρχουν εκείνοι που διαφωνούν με τον παραλληλισμό, όπως ο Σερζ Μπερνστάιν, συγγραφέας του βιβλίου «Η Γαλλία της δεκαετίας του ‘30». Όπως έγραψε στη Monde, «η ιστορία δεν αποτελεί μια θετική επιστήμη όπου τα ίδια αίτια προκαλούν τα ίδια αποτελέσματα». Οι περισσότεροι ερευνητές όμως ανησυχούν, αν και αναγνωρίζουν ότι τα περισσότερα από όσα έγιναν τότε οφείλονταν στον Α’Παγκόσμιο Πόλεμο – και τώρα δεν υπάρχει τίποτα που να μοιάζει με εκείνο τον κατακλυσμό.
Μεγάλο θόρυβο προκάλεσε ένα άρθρο του ιστορικού Κρίστοφερ Μπράουνινγκ στην επιθεώρηση New York Review of Books. Ο Μπράουνινγκ δεν είναι ένας οποιοσδήποτε ιστορικός: είναι ένας από τους μεγαλύτερους ειδικούς του Ολοκαυτώματος, συγγραφέας του βιβλίου «Συνηθισμένοι Ανθρωποι» που τη δεκαετία του 1990 έκανε πάταγο καθώς αναφερόταν στη συμμετοχή των καθημερινών Γερμανών στις ναζιστικές θηριωδίες. Και δεν κρύβει ότι βλέπει ομοιότητες ανάμεσα στη δεκαετία του ’30 και στον απομονωτισμό των ΗΠΑ, για παράδειγμα, ή τον νέο αυταρχισμό που κρύβεται πίσω από τη θεωρία του Ορμπαν για τις «αντιφιλελεύθερες δημοκρατίες». Υπάρχει όμως μια σημαντική διαφορά: πως λείπει οτιδήποτε που να μοιάζει με τη ναζιστική βαρβαρότητα.
Ο Μπράουνινγκ και άλλοι ιστορικοί βλέπουν έναν καθαρό και ανησυχητικό παραλληλισμό: τη συνεργασία ορισμένων κομμάτων της παραδοσιακής Δεξιάς με αντιδημοκρατικές δυνάμεις που καταλήγουν να τα απορροφήσουν. «Ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ έφτασαν στην εξουσία χάρις στη συμμαχία ανάμεσα σε φασίστες και συντηρητικούς απέναντι στη διαίρεση και τον διχασμό της Αριστεράς», τονίζει. Ανάλογη θέση εκφράζει και ο Τίμοθι Σνάιντερ, που το τελευταίο του βιβλίο τιτλοφορείται «Ο δρόμος προς την ανελευθερία». Το συμπέρασμα που μπορούν να βγάλουν οι σημερινοί συντηρητικοί είναι σαφές, έγραψε στους New York Times: μην παραβιάζετε τους κανόνες που κρατούν τη δημοκρατία ενωμένη, γιατί μια μέρα θα χρειαστείτε την τάξη. Και μην καταστρέφετε τους αντιπάλους που σέβονται αυτούς τους κανόνες, γιατί μια μέρα θα σας λείψουν.
Ο Σνάιντερ έγραψε αυτή τη φράση σε μια παρουσίαση του βιβλίου του ιστορικού Μπέντζαμιν Κάρτερ Χετ για τον «Θάνατο της δημοκρατίας». Για να λειτουργήσει μια δημοκρατία, τόνισε, πρέπει όλα τα κόμματα να διέπονται από ορισμένες αρχές και να πιστεύουν ότι οι συμβιβασμοί είναι δυνατοί και αναγκαίοι. Στη δεκαετία του ’30, το πνεύμα αυτό είχε εξαφανιστεί και η γερμανική κοινωνία ήταν διχασμένη.
Το συμπέρασμά του είναι ενθαρρυντικό και ανησυχητικό. «Λίγοι Γερμανοί μπορούσαν να φανταστούν το 1933 την Τρεμπλίνκα ή το Αουσβιτς. Είναι δύσκολο να τους επιρρίψουμε ευθύνη επειδή δεν προέβλεψαν το αδιανόητο. Παρ’όλα αυτά, το λάθος τους ήταν καταστροφικό. Εμείς έχουμε ένα μεγάλο πλεονέκτημα απέναντί τους: έχουμε το παράδειγμά τους μπροστά μας».
* Ο Γκιγιέρμο Αλτάρες είναι αρθρογράφος της El Pais