Στις 20 Απριλίου συμπληρώνονται 80 χρόνια από τη μοναδική εκείνη στιγμή, όπου ο Έλληνας μαραθωνοδρόμος Στέλιος Κυριακίδης έγραψε Ιστορία, κερδίζοντας τον πιο φημισμένο Μαραθώνιο της εποχής, το διεθνή Μαραθώνιο της Βοστώνης. Υποσιτισμένος, φτωχός, απροπόνητος, παρά τις επίμονες συστάσεις των γιατρών να μην αγωνιστεί γιατί η υγεία του θα διέτρεχε άμεσο κίνδυνο, ο Κυριακίδης πέτυχε τη συγκλονιστική εκείνη νίκη, η οποία πέρα από την αδιαμφισβήτητη αθλητική της αξία, υπήρξε μια υπέρτατη πράξη εθνικής αλληλεγγύης. Αξιοποίησε τον αθλητικό του θρίαμβο για να βοηθήσει την Ελλάδα, που εκείνη την εποχή σπαρασσόταν από τη δίνη του εμφυλίου, ενώ ο λαός υπέφερε ακόμη από την ανέχεια. Γιατί ο Κυριακίδης ήταν ο πρώτος που συνειδητοποίησε, ότι όταν οι συνθήκες το απαιτούν, ο αθλητισμός πρέπει να μπαίνει στην υπηρεσία της κοινωνίας.
Του Γιώργου Σταμάτη*

Το 1934 εγκαθίσταται στην Αθήνα και δύο χρόνια αργότερα προσλαμβάνεται ως εισπράκτορας από την Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών – Πειραιώς. Παράλληλα, εντάσσεται στην εθνική ομάδα στίβου και τα επόμενα χρόνια θα αναδειχθεί ως ένας από τους καλύτερους αθλητές μεγάλων αποστάσεων στον κόσμο. Μέχρι το ξέσπασμα του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου λαμβάνει μέρος αποσπώντας κορυφαίες διακρίσεις σε όλους τους Βαλκανικούς Αγώνες και σε πολλές ευρωπαϊκές και διεθνείς διοργανώσεις.
Τα χρόνια που ακολούθησαν, τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής καταλαμβάνουν την Ελλάδα και ο ελληνικός λαός αποδεκατίζεται από την πείνα, τα βασανιστήρια, τις εκτελέσεις. Το αντιστασιακό κίνημα οργανώνεται και ο Κυριακίδης αποτελεί μέρος του συλλογικού αυτού αγώνα για ελευθερία, εθνική ανεξαρτησία, αξιοπρέπεια. Ως εισπράκτορας της Ηλεκτρικής Εταιρείας είχε την ευκαιρία να περνάει από τα γερμανικά μπλόκα και μετέφερε κρυφά τα μηνύματα μεταξύ των αντιστασιακών ομάδων.
Το 1943 συλλαμβάνεται από τις ναζιστικές δυνάμεις μαζί με άλλους 49 Έλληνες πολίτες, με τη διαταγή να εκτελεστούν όλοι, ως αντίποινα για το θάνατο ενός Γερμανού αξιωματικού. Η προηγούμενη όμως συμμετοχή του Κυριακίδη στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Βερολίνου το 1936, του σώζει τη ζωή. Όταν ο Γερμανός αξιωματικός, μαραθωνοδρόμος κι εκείνος, βλέπει την κάρτα διαπίστευσης των αγώνων στο πορτοφόλι του Κυριακίδη, τον αφήνει ελεύθερο.
Ο Κυριακίδης, αντί να φοβηθεί, συνεχίζει να προσφέρει βοήθεια στον αγώνα, κρύβοντας στο υπόγειο του σπιτιού του τους συμμάχους που έπεφταν με τα αλεξίπτωτα, μέχρι να διαφύγουν στη Μέση Ανατολή.
Μετά τη λήξη του πολέμου, την ώρα που η Ευρώπη προσπαθεί να επουλώσει τις πληγές της, η Ελλάδα βυθίζεται στο βαθύ σκοτάδι του εμφυλίου, ενώ ο λαός δοκιμάζεται από το σπαραγμό, την πείνα, την ανέχεια. Τότε, το 1946, ο Κυριακίδης παίρνει τη μεγάλη απόφαση. Να ακολουθήσει το ηθικό του χρέος και να λάβει μέρος στο Διεθνή Μαραθώνιο της Βοστώνης. Δεν τρέχει για χρήματα, ούτε για τη δόξα, ούτε καν για το μετάλλιο. Μοναδικός του σκοπός είναι να στηρίξει την καθημαγμένη πατρίδα του και τα 7000000 των Ελλήνων που πεινούν. Όπως χαρακτηριστικά τόνιζε: «Έχω ένα όραμα. Θέλω να πάω στην Αμερική και να συμμετάσχω ξανά στο μαραθώνιο της Βοστώνης, έτσι ώστε να κάνω γνωστά σε όλο τον κόσμο τα δεινά που περνάει ο ελληνικός λαός.»
Μόλις φτάνει στη Βοστώνη, κατά τον προβλεπόμενο ιατρικό έλεγχο, οι γιατροί των συμβουλεύουν να μην αγωνιστεί, γιατί μπορεί να θέσει σε κίνδυνο και τη ζωή του, έτσι αδύναμος και απροπόνητος που ήταν. Όμως εκείνος ρισκάρει και στις 20 Απριλίου του 1946 βρίσκεται στη γραμμή εκκίνησης, να αγωνίζεται εκείνος μόνος για έναν δοκιμαζόμενο ολόκληρο λαό.
Κόντρα σε όλες τις προβλέψεις, τις επιφυλάξεις των γιατρών, την κοινή λογική, ο Στέλιος Κυριακίδης καταφέρνει να κατακτήσει τη νίκη, τερματίζοντας σε χρόνο 2 ώρες 29 λεπτά και 27 δευτερόλεπτα, κερδίζοντας ακόμη και τον κορυφαίο Μαραθωνοδρόμο και φίλο του, Johnny Kelly.
Όταν ο Πρόεδρος Truman ρώτησε τον Κυριακίδη, τί θα ήθελε να κάνει ο Πρόεδρος για εκείνον, έδωσε την απάντηση που θα μείνει στην Ιστορία. «Κύριε Πρόεδρε δε ζητώ τίποτα για Εμένα. Το μόνο που ζητώ είναι να στείλετε ρούχα και τρόφιμα στα 7 εκατομμύρια Έλληνες που λιμοκτονούν».
Ο Στέλιος Κυριακίδης κατέκτησε αυτή τη νίκη, χωρίς να έχει ούτε την απαιτούμενη προετοιμασία, ούτε τους πόρους. Είχε όμως έναν σπουδαίο σκοπό που υπερέβαινε την προσωπική φιλοδοξία. Να βοηθήσει τους Έλληνες να βγουν από τη φτώχεια και να ζήσουν ειρηνικά με αξιοπρέπεια. Αξιοποιώντας την αναγνώριση που του έδωσε η απροσδόκητη νίκη του, κατάφερε να ευαισθητοποιήσει την κυβέρνηση των ΗΠΑ, την ελληνική ομογένεια και την αμερικανική κοινωνία, με αποτέλεσμα να συγκεντρωθούν τόνοι από τρόφιμα, ρούχα και φάρμακα, καθώς και το ποσό των 250000
Δολαρίων, το επονομαζόμενο «πακέτο Κυριακίδη», τα οποία εστάλησαν στην Ελλάδα.
Έναν μήνα αργότερα, επιστρέφει στην Αθήνα, όπου η Χώρα τον υποδέχεται με τιμές ήρωα. Και εκείνος συνεχίζει τον αγώνα του για την ενότητα, την εθνική συμφιλίωση, τη συλλογική ευημερία του λαού του και την πρόοδο μέσω του αθλητισμού. Σε αυτό το πλαίσιο, με δική του πρωτοβουλία διοργανώνεται και ο πρώτος Μαραθώνιος της Αθήνας το 1955. Πεθαίνει στην Αθήνα στις 10 Δεκεμβρίου του 1987.
Σήμερα, 80 χρόνια μετά, το μήνυμα του Κυριακίδη παραμένει επίκαιρο. Σε μια εποχή που κυριαρχεί η ανάγκη για προσωπική εξέλιξη και ευημερία, η ιστορία του μας υπενθυμίζει την ακατάβλητη δύναμη ενός μεγάλου, ενός συλλογικού σκοπού. Μας δείχνει ότι η ατομική διάκριση αποκτά πραγματική αξία όταν συνδέεται με την κοινωνική ευθύνη. Σε μια εποχή που αναζητούμε πρότυπα και στον αθλητισμό, η ιστορία του Κυριακίδη πρέπει να διδάσκεται στα σχολεία μαζί με το παράδειγμα του Σπύρου Λούη, γιατί είναι σημαντικό οι νέοι μας να μαθαίνουν, ότι όταν πετυχαίνει κανείς τέτοιες νίκες είναι κυρίως για την πατρίδα μας και όχι για προσωπικό όφελος. Ο Κυριακίδης αποτελεί πρότυπο έμπνευσης για όλους μας, γιατί μας δείχνει με το παράδειγμα του, ότι πρέπει να αξιοποιούμε τα όποια ταλέντα και δυνατότητες έχουμε, για το κοινό καλό, τη στήριξη των πιο ευάλωτων και τη συλλογική πρόοδο.
* Ο Γιώργος Σταμάτης είναι Βουλευτή Επικρατείας της ΝΔ
Διαβάστε επίσης
Θεσσαλονίκη Άουσβιτς: Η μνήμη που δεν πρέπει να σβήσει – Γράφει ο Γιώργος Σταμάτης
Η σφαγή του Διστόμου: 81 χρόνια μετά τη ναζιστική φρίκη – Γράφει ο Γιώργος Σταμάτης


