13.2 C
Athens

Ποια «διαπραγμάτευση» στην Χάγη ρε παιδιά; – Γράφει ο Βαγγέλης Μωυσής

Νομικός δεν είμαι. Στη διάρκεια όμως μιας υπερτριακονταετούς δημοσιογραφικής διαδρομής, κάποια λίγα «κιλά» νομικών τα μελέτησα.

Σε κανένα από αυτά τα λίγα νομικά που διάβασα, κανένα Δικαστήριο (δίκη) δεν θεωρείται διαδικασία διαπραγμάτευσης. Η ακροαματική διαδικασία σε ένα δικαστήριο, αποτελεί διαδικασία κρίσης και απόφασης!

Του Βαγγέλη Μωυσή

Ομοίως, το Δικαστήριο της Χάγης, δεν αποτελεί έναν «διαιτητή». Αποτελεί δικαστήριο που κρίνει και αποφασίζει. Γι` αυτό, κάποιες διατυπώσεις που ακούγονται και κάποιες θεωρίες που αναπτύσσονται τις τελευταίες μέρες τηλεοπτικά panels και μη, μου ακούγονται ελαφρώς… τερατώδεις!

Για ποια «διαπραγμάτευση» στη Χάγη μιλάμε ρε παιδιά;

Από που κι ως που «πρέπει να θεωρούμε δεδομένο» πως η προσφυγή στη Χάγη σημαίνει πως «δεν θα κερδίσεις το 100% των διεκδικήσεών σου»; 

Όταν πας σε ένα Δικαστήριο, είσαι έτοιμος για κάθε κρίση, ναι! Μπορεί να κερδίσεις, μπορεί να χάσεις. Μπορεί να κερδίσεις πολλά, λίγα, ακόμα και τα πάντα, όμως, δηλαδή και το 100% των διεκδικήσεών σου. Μπορεί αντίστοιχα να χάσεις λιγότερα, ή περισσότερα, ή ακόμα και τα πάντα!

Γι’ αυτό όταν πας κατ’ επιλογή σου σε μια δίκη, πας καλά προετοιμασμένος και με την πεποίθηση πως τα επιχειρήματά σου είναι πανίσχυρα και πως το δίκιο είναι με το μέρος σου.

Το ίδιο δικαιούται να πιστεύει και ο αντίδικος.

Και στο τέλος θα φανεί ποιος θα δικαιωθεί και ποιος θα αποδειχτεί αιθεροβάμων.

Όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορείς να θεωρείς δεδομένο ότι «δεν θα κερδίσεις το 100%» (ούτε πως «δεν θα χάσεις το 100%»).

Αλλιώς δεν θα ήταν Δικαστήριο, θα ήταν Διαιτησία.

Μήπως κάτι άλλο συμβαίνει λοιπόν; Διότι, επειδή κανένας από όσους τα λένε αυτά δεν είναι «χθεσινός» και κανένας δεν είναι «αδαής», το μόνο που μπορεί να σκεφτεί κάποιος υποψιασμένος, είναι πως διαφαίνονται προθέσεις συμβιβασμού.

Ο συμβιβασμός όμως δεν είναι προϊόν δικαστικής κρίσης, αλλά προϊόν μιας προηγούμενης (ενίοτε και παράλληλης) εξωδικαστικής διαπραγμάτευσης. 

Το δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί και να επικυρώσει τον εξωδικαστικό συμβιβασμό. Δεν μπορεί όμως να μετατραπεί από δικαστικό όργανο σε πολιτικό ή διπλωματικό όργανο, παράγοντας μια συμβιβαστική πρόταση προς τους αντίδικους.

Αυτό επαναλαμβάνω, δεν θα ήταν διαδικασία δικαστηρίου, αλλά διαδικασία διαιτησίας.

Η Χάγη όμως είναι Δικαστήριο και όχι διαιτητικό όργανο. Προφανώς η επιβολή των αποφάσεών του Διεθνούς Δικαστηρίου, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Γι` αυτό και τίθεται ως προϋπόθεση η αποδοχή της αρμοδιότητας και της δεσμευτικότητας της κρίσης του Δικαστηρίου της Χάγης, από όλους τους αντίδικους, πριν φτάσει η υπόθεση προς εκδίκαση από την Χάγη.

Γι` αυτό επίσης, η επιβολή των αποφάσεων του Δικαστηρίου της Χάγης, προς αντίδικο (κράτος) που δεν συμμορφώνεται, εναπόκειται στα όργανα του ΟΗΕ (με κυρώσεις, με διπλωματικές πιέσεις, αλλά όχι με στρατιωτική επέμβαση).

Κατανοητά ως εδώ; Ωραία. Πάμε παρακάτω.

Η αποδοχή της αρμοδιότητας της Χάγης από την Τουρκία, είναι μια άλλη υπόθεση. Εκεί και μόνο εκεί, χωράει ο όρος «διαπραγμάτευση».

Για να αποδεχτεί η Τουρκία την αρμοδιότητα και την απόφαση του Δικαστηρίου, προφανώς διεκδικεί εγγυήσεις ότι από την απόφαση αυτή, θα έχει κάτι να κερδίσει. Άρα αυτό που διεκδικεί η Τουρκία με νομικούς όρους, είναι να υπάρξει ένας προηγούμενος εξωδικαστικός συμβιβασμός, που θα επικυρωθεί από το Δικαστήριο της Χάγης.

Μήπως αυτό που συζητιέται τις τελευταίες μέρες, είναι το ενδεχόμενο αποδοχής ενός τέτοιου σεναρίου;

Το αν θα είναι ένα τέτοιο σενάριο, καλό ή κακό, είναι επίσης μια συζήτηση άλλης τάξεως. Υπό προϋποθέσεις, ακόμα και ένας συμβιβασμός, θα μπορούσε να είναι ταυτόσημος με το εθνικό συμφέρον. Έναν κουβά προϋποθέσεις τουλάχιστον…

Ενδεχομένως, για κάποιους, να θεωρείται βάσιμα θετικός ένας τέτοιος συμβιβασμός, που να παραχωρεί κάτι στην Τουρκία, με αντάλλαγμα μια μόνιμη ειρήνη πάνω από το Αιγαίο.

Για άλλους, σημαντικότερη είναι η αμφιβολία για το κατά πόσον είναι αξία εμπιστοσύνης οποιαδήποτε δέσμευση από μια Τουρκία, που μας έχει συνηθίσει μετά από κάθε μπουκιά, να βλέπει το πιάτο μεγαλύτερο…

Το βέβαιον είναι, πως σε σωστά και ακριβή ελληνικά, «συμβατές» με το ελληνικό εθνικό συμφέρον, μπορεί να είναι μόνο οι ενέργειες τρίτων. 

Οι ελληνικές ενέργειες σε σχέση με το ελληνικό εθνικό συμφέρον, μπορούν και πρέπει να είναι μόνο «ταυτόσημες».

Αν συζητάμε ως πιθανό το ενδεχόμενο, να βρεθούμε κάποια στιγμή ως χώρα και κυβέρνηση σε θέση να είμαστε πρόθυμοι για έναν τέτοιο συμβιβασμό, θα πρέπει προφανώς, αυτό να ειπωθεί ξεκάθαρα.

Και πριν λάβει χώρα μια τέτοια διαπραγμάτευση, θα πρέπει ο διαπραγματευτής αφενός να έχει ειλικρινώς ενημερώσει τον λαό για την πρόθεση αυτή και αφετέρου να έχει εξασφαλίσει τη συναίνεση του ελληνικού λαού. Όχι προφανώς ως προέγκριση για το περιεχόμενο και το αποτέλεσμά της (γιατί κάτι τέτοιο θα ήταν και παράλογο και τεχνικά αδύνατο), αλλά ως εξουσιοδότηση και εμπιστοσύνη στην ικανότητά του του διαπραγματευτή για τη διεξαγωγή της διαπραγμάτευσης.

Σε μια τέτοια περίπτωση, ο διαπραγματευτής θα έχει αποδεχτεί εκ των προτέρων ότι ο λαός μπορεί εκ του αποτελέσματος να τον θεωρήσει επιτυχημένο και να τον επιβραβεύσει ή αποτυχημένο και να τον καταδικάσει σε ιστορική απαξία!

Ο δε ο λαός θα έχει εκ των προτέρων συμφωνήσει (με δημοψήφισμα; με εκλογές; ) ότι το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης, καλό ή κακό, θα το αποδεχτεί και η όποια αντίδρασή του (θετική ή αρνητική) θα μπορεί να είναι η επιβράβευση ή η καταδίκη του διαπραγματευτή (κυβέρνηση), στις επόμενες εκλογές.

Το λιγότερο από αυτό, το «λουστήκαμε» από τον ΣΥΡΙΖΑ στις Πρέσπες…

Και όχι, το πρόσφατο πολύ καθαρό εκλογικό αποτέλεσμα δεν θα πρέπει να θεωρηθεί πως ισούται με εξουσιοδότηση για μια τέτοια διαπραγμάτευση, διότι πολύ απλά, δεν είχε τεθεί προεκλογικά (ούτε έχει τεθεί ακόμα ξεκάθαρα, εδώ που τα λέμε), στο τραπέζι της δημόσιας συζήτησης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ