«Καλοτυχίζαμε τους πεθαμένους μας» ένα βιβλίο για τις Κυδωνίες και το Αϊβαλί

Eurokinissi

«Μας φώναζαν προ-σφιγγες, τουρκόσπορους, ακρίδες, συμμαζώματα. Μας πετούσαν τα παιδιά τους πέτρες και μας γάβγιζαν τα σκυλιά τους στα στενοσόκακα»…

«Δεν είχαμε πού να μείνουμε. Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Μαζευόμαστε όλοι μαζί και κλαίγαμε. Καλοτυχίζαμε τους πεθαμένους μας»…

Μια ρόδα η ζωή μας, ένας κύκλος που τα γυρίσματά του ανεβοκατεβαίνουν, όπως θα έλεγε κι ο ποιητής. Απ’ τα ψηλά, μπορεί να βρεθείς μέσα σε δευτερόλεπτα στα πιο χαμηλά. Στη λάσπη. Στα συντρίμμια. Στη φωτιά και στην τρικυμισμένη θάλασσα. Και τι  κάνεις τότε; Από αυτή την απάντηση εξαρτάται το μέλλον σου. Από το αν θα σηκώσεις το κεφάλι να δεις στο βάθος της σκοτεινιάς τα άστρα να τρεμοπαίζουν, ή από το αν θα το κρατήσεις σκυμμένο και θα βυθιστείς.

«Όταν οι αστοί έγιναν πρόσφυγες. Κυδωνιάτες και Αϊβαλιώτες» επιγράφεται το τελευταίο βιβλίο της Αννας Παναγιωταρέα, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Μίλητος». Το ρέον κείμενο, δεν είναι παρά η διδακτορική διατριβή της, στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Η εξαιρετική αυτή έκδοση, περιέχει φωτογραφίες και σχεδιαγράμματα, πλούσιο οπτικό υλικό, που βοηθά στην αναπαράσταση της εποχής. Της κρίσιμης εκείνης περιόδου, που οι άνθρωποι, με τη μικρασιατική καταστροφή, βρέθηκαν στα Τάρταρα και έγιναν Σίσυφοι προκειμένου να ανέβουν και πάλι, να δουν τον ήλιο.

«Ενας ισχυρός λόγος που η κοινωνία των Κυδωνιατών ή  Αϊβαλιωτών προσφερόταν για τη μελέτη της δημιουργίας της εθνικής συνείδησης και στη συνέχεια της προσφυγικής, ήταν ότι η πόλη τους από κτίσεώς της ως το 1915, τελώντας υπό ιδιότυπο καθεστώς διοικητικής ανοχής, απέκλειε την παρουσία- εντός των ορίων της- οθωμανικών διοικητικών αρχών, αντί καταβολής φόρου» γράφει η συγγραφέας στον πρόλογο. «Ετσι, συγκροτούσε μια πόλη- κράτος, μια μικρή Ελλάδα, στον κορμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι αφηγήσεις της πρώτης και δεύτερης γενιάς των προσφύγων, ως μαρτυρίες προφορικής ιστορίας, ήρθαν και φώτισαν ανθρώπινα, εκείνα τα γεγονότα, καταγράφοντας μια ολοκληρωμένη άποψη της πραγματικότητας, που είχαν βιώσει από κτίσεως της πόλης τους ως την οριστική έξοδό τους.»

Η δραματική περιπέτεια του Ελληνισμού, από τη στιγμή που κατορθώνει να αποτινάξει την οθωμανική κυριαρχία από το νότιο τμήμα του ελλαδικού χώρου και να δημιουργήσει ανεξάρτητη εθνική-κρατική εστία (ενώ μένει έξω από τα σύνορα του ελληνικού κράτους ένα μεγάλο μέρος Ελλήνων με αναπτυγμένη τη συνείδηση της εθνικής τους ταυτότητας), εξακολουθεί να είναι και σήμερα βίωμα και όχι παρελθόν. Οι Έλληνες πρόσφυγες από την Τουρκία, από τη Βουλγαρία, την Αίγυπτο, από τη Ρωσία και τη Γεωργία, από την Κύπρο, από την Αλβανία αποτελούν ένα φλέγον θέμα της πολιτικής και κοινωνικής ζωής του τόπου. Παρά τη διαφορετική τους προέλευση, οι ομάδες των προσφύγων παρουσιάζουν αρκετά κοινά σημεία.

Ωστόσο, κάθε προσφυγική κοινωνία έχει τα ιδιαίτερά της χαρακτηριστικά, όχι μόνον επειδή η έξοδος υπαγορεύτηκε από ποικίλες πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές και διεθνείς συγκυρίες, αλλά και γιατί αναπτύχθηκε κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Η περίπτωση των Κυδωνιατών- Αϊβαλιωτών είναι εντελώς ιδιόμορφη, αφού οι Κυδωνίες είχαν πετύχει, με την ανοχή της Υψηλής Πύλης, να δημιουργήσουν μια μεγάλη, ανεξάρτητη και πραγματικά ελεύθερη ελληνική νησίδα μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Η έρευνα ενός τέτοιου θέματος, το οποίο εμπίπτει στην ιστορία του μητροπολιτικού όσο και του αλύτρωτου Ελληνισμού, δεν έτυχε ως τώρα της δέουσας προσοχής. Δύο ιστορίες των Κυδωνιών που δημοσιεύτηκαν δεν ανταποκρίνονται στις επιταγές της ιστορικής επιστήμης άλλωστε, ουσιαστικά, δεν ασχολούνται με το θέμα των προσφύγων. Έτσι ξεκίνησε η συστηματική και μακροχρόνια ενασχόληση της συγγραφέως με το ζήτημα των Κυδωνιατών προσφύγων οι οποίοι την οδηγούσαν συνεχώς στις πηγές της ιστορίας των Κυδωνιών.

Αυτό το  βιβλίο για τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας και τον ξεριζωμό, που αποτελεί όπως προαναφέραμε τη διδακτορική διατριβή (1994) της Αννας Παναγιωτερέα, στηρίζεται σε εκτεταμένη αρχειακή και πρωτογενή έρευνα. Η αρχειακή έρευνα παρακολουθεί την ιστορία, την κοινωνική, οικονομική και διοικητική συγκρότηση των Κυδωνιών, στα παράλια της Μικράς Ασίας, ενώ η πρωτογενής, συγκροτούμενη από συνεντεύξεις πρώτης, δεύτερης και τρίτης γενιάς Κυδωνιέων, αναφέρεται στην μετεγκατάστασή τους ως πρόσφυγες στη Ελλάδα, όπου κοινωνικοποιούνται και δρουν, καθώς και στη λειτουργία της μνήμης και την ανάδειξη των νοοτροπιών για τη δεύτερη και τρίτη προσφυγική γενιά.

Η συγγραφέας παρακολουθεί και μελετά στο πρώτο μέρος, από αδημοσίευτες αρχειακές πηγές στην Ελλάδα και στο Εξωτερικό, τη δημιουργία της εθνικής συνείδησης στους Κυδωνιάτες η κοινότητα των οποίων λειτούργησε από το 1780 προνομιακά έναντι του τουρκικού κράτους σε διοικητική αυτοτέλεια. Στο δεύτερο μέρος με τη μέθοδο της συστηματικής συνέντευξης διερευνά τη δημιουργία της προσφυγικής συνείδησης στην πρώτη γενιά και μελετά τους τρόπους συντήρησης της μέσα από τη δημιουργία προτύπων στη δεύτερη και τρίτη γενιά.

Στο “Όταν οι αστοί έγιναν πρόσφυγες” γίνεται ανάλυση των εκατοντάδων συνεντεύξεων και παρατίθενται τα αποτελέσματα τους, ενώ υπάρχει πρωτογενής επιστημονική έρευνα στις αδημοσίευτες πηγές του Υπ. Εξωτερικών και της ΚΤΕ –φυλάσσονται στη δημόσια βιβλιοθήκη της Ν.Υόρκης- αλλά και στα δημοσιεύματα του Τύπου-Μικρασιατικού και Προσφυγικού- της ανάλογης περιόδου.

Επίκαιρη και με ιδιαίτερη σημασία η παρατήρηση της συγγραφέως, με την οποία κλείνει η μελέτη. Επίκαιρη ακόμα και σήμερα, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά:

«[…] δεν καταβάλλεται συστηματική προσπάθεια από τη δεύτερη γενιά (προσφύγων) να δημιουργήσει στους απογόνους της ενδιαφέρον για τις Κυδωνίες και την προσφυγική καταγωγή τους. Ισως, επειδή η δεύτερη γενιά δεν δοκίμασε το οδυνηρό αίσθημα της χαμένης πατρίδας και του ξεριζωμού που είχε ζήσει η πρώτη. Ετσι, αν δεν υπάρξουν μηχανισμοί μέσα στην εκπαίδευση για τη ΄συντήρηση’ της μικρασιατικής ταυτότητας- […] τότε η τρίτη προσφυγική γενιά ίσως να είναι και η τελευταία που μπορεί να κάνει συναισθηματική αναφορά στο Αϊβαλί σε σχέση με κάποιον πρόγονό της.

Από την τέταρτη γενιά, που θα  μετράει πίσω της ήδη δύο γενιές προγόνων γεννημένων στην Ελλάδα, αρχίζουν  πράγματι οι χαμένες γενιές των χαμένων πατρίδων. Η μνήμη των Κυδωνιών, αν αφεθεί μόνο στην προφορική ιστορία, θα σβήνει με την αυγή της πέμπτης γενιάς. Τότε θα συμπληρώνονται και τα 100 χρόνια από την Εξοδο του 1922.»

Ετσι κλείνει το βιβλίο, και, δυστυχώς, ακριβώς έναν αιώνα μετά την Εξοδο, επιβεβαιώνεται. Και το θέμα δεν είναι μόνο οικογενειακό, προσωπικό. Είναι, πρωτίστως, θέμα εκπαίδευσης. Σε μια Ελλάδα που ακόμα δεν έχει ξεκαθαρίσει τις ευθύνες καθενός εκ των πρωταγωνιστών για τη μικρασιατική καταστροφή. Αυτό είναι το σημαντικότερο αίτιο που σήμερα δεν μπορούμε να πάμε παραπέρα.

Αγγελική Κώττη

Διαβάστε επίσης