Η ενθρόνιση του Προέδρου Σι – Γράφει o Δημήτρης Απόκης

Λόγω της γενικής αναταραχής που επικρατεί σε οικονομικό – ενεργειακό και γεωπολιτικό επίπεδο, η προσοχή του κόσμου είναι αποσπασμένη με αποτέλεσμα να μην δίνει μεγάλη σημασία σε γεγονότα που λαμβάνουν χώρα και θα επηρεάσουν τη ζωή τους τις δεκαετίες που έρχονται και θα είναι εξαιρετικά δύσκολες. Ένα τέτοιο κομβικής σημασίας γεγονός είναι η ενθρόνιση για τρίτη κατά σειρά θητεία του Προέδρου Σι στην ηγεσία του Κομμουνιστικού Κόμματος και της Κίνας, από το 20ο Συνέδριο του ΚΚΚ. Δεν πρόκειται για εκλογή αλλά για ενθρόνιση.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη *

Στο προηγούμενο άρθρο μου είχα αναφερθεί στο πρόσωπο του Σι, προσπαθώντας να περιγράφω μια εικόνα του τι πιστεύει και τι άνθρωπος είναι. Σήμερα μετά την δυο περίπου ωρών ομιλία του στο Συνέδριο του ΚΚΚ, μπορούμε πλέον να πούμε ότι ο Κινέζος ηγέτης μας έδωσε μια ξεκάθαρη εικόνα της στρατηγικής και της κοσμοθεωρίας που έχει αποφασίσει για την Κίνα τα επόμενα χρόνια και πραγματικά είναι διαφωτιστική και ταυτόχρονα ανησυχητική.

Μελετώντας προσεκτικά την ομιλία του ηγέτης της Κίνας, διαπιστώνει κανείς ότι μιλάει για μια Κίνα που συνδυάζει τον μαρξισμό-λενινισμό με την εθνικιστική επιθετικότητα.

Και αυτή είναι η στιγμή που μια σοβαρή ανάλυση κατανοεί ότι η στέψη του Σι Τζινπίνγκ, από το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κίνας για μια Τρίτη θητεία, θα επιβεβαιώσει τον συνδυασμό επιθετικού εθνικισμού και κομμουνιστικής ιδεολογίας της Κίνας, κάτι που αποτελεί τη μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια ελευθερία και κάτι το οποίο εγγυάται μια εποχή αντιπαράθεσης μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ. Πρόκειται για ένα πολύ λυπηρό γεγονός και μια δυσμενή εξέλιξη, διότι ένας πόλεμος με την Κίνα θα ήταν καταστροφή.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, δημιουργήθηκε μια ελπίδα, όταν η Κίνα ξεκίνησε το μεταρρυθμιστικό της σχέδιο υπό τον Ντενγκ Σιαοπίνγκ, ότι τα πράγματα δεν θα οδηγούνταν σε αντιπαράθεση με τη Δύση. Για ένα διάστημα, στη δεκαετία του 2000, αυτό φαινόταν ακόμα δυνατό, καθώς οι μεταρρυθμίσεις συνεχίστηκαν και το κινεζικό βιοτικό επίπεδο αυξήθηκε.

Η εδραίωση της εξουσίας του κ. Σι τερμάτισε αυτή τη συζήτηση, καθώς έχει γίνει ο πιο ισχυρός και αφοσιωμένος κομμουνιστής ηγέτης μετά τον Μάο Τσε Τουνγκ και αυτό φάνηκε ξεκάθαρα από την ομιλία του στο Συνέδριο. Σε μια δεκαετία ο κ. Σι συνέτριψε κάθε διαφωνία, επέβαλε ένα τεράστιο καθεστώς λογοκρισίας και δημιούργησε ένα παρεμβατικό καθεστώς παρακολούθησης. Έχει διαγράψει την αυτονομία για 50 χρόνια που η Κίνα είχε υποσχεθεί στο Χονγκ Κονγκ και έκανε την επαρχία Σιντζιάνγκ στρατόπεδο φυλακών για τους Ουιγούρους.

Έχει επίσης αποκαταστήσει το Κομμουνιστικό Κόμμα στο κέντρο ελέγχου της οικονομίας, αντιστρέφοντας δεκαετίες μεταρρυθμίσεων της αγοράς. Οι ιδιωτικές εταιρείες που μεγάλωσαν έχουν υποβληθεί σε πολιτικό έλεγχο και οι κρατικές εταιρείες λαμβάνουν προτίμηση στην κατανομή κεφαλαίων. Ο κ. Σι εγκατέλειψε επίσης την αυτοσυγκράτηση στο εξωτερικό που σημάδεψε τα πρώτα 30 χρόνια μετά τον Μάο. Έχει καταλάβει και στρατιωτικοποιήσει αμφισβητούμενα νησιά στη Θάλασσα της Νότιας Κίνας, αν και είχε υποσχεθεί να μην το κάνει. Έχει προκαλέσει διαφωνίες με την Ινδία, την Αυστραλία και την Ιαπωνία και απειλεί στρατιωτικά την Ταϊβάν. Χτίζει έναν στρατό που μπορεί να προβάλει δύναμη παγκοσμίως και να απειλήσει ακόμη και το έδαφος των ΗΠΑ. Είναι ξεκάθαρο ότι ο Σι πιστεύει σε έναν ισχυρό συνδυασμό μαρξισμού-λενινισμού στο εσωτερικό και εθνικιστικής επέκτασης στο εξωτερικό.

Όλα αυτά λόγω της άποψης του, ότι η κομμουνιστική Κίνα προορίζεται να αντικαταστήσει τις ΗΠΑ ως ηγέτιδα δύναμη στον κόσμο. Είπε στην ομιλία του την Κυριακή στο Συνέδριο του Κόμματος, ότι η Κίνα προσφέρει στην ανθρωπότητα μια «νέα επιλογή» που είναι μια εναλλακτική λύση στη δημοκρατική Δύση. Στην ουσία, αναβίωσε το σύνθημα της εποχής του Μάο για «την άνοδο της Ανατολής και την παρακμή της Δύσης».

Παρόλα αυτά η Κίνα του Σι, έχει αδυναμίες. Η κρατική κατεύθυνση του κεφαλαίου έχει οδηγήσει σε υπερβολές και ανεπάρκειες που έχουν επιβραδύνει την ιλιγγιώδη ανάπτυξη της χώρας. Το ίδιο και η πολιτική μηδενικού Covid του Σι. Η Κίνα πρέπει επίσης να εισάγει μεγάλο μέρος των τροφίμων και της ενέργειάς της, καθιστώντας την ευάλωτη σε μια κρίση και εδώ είναι που μπορεί να αντιληφθεί κανείς γιατί ο Πούτιν έχει βρει έναν ισχυρό σύμμαχο στο Πεκίνο.

Τα δημογραφικά στοιχεία της χώρας είναι επίσης τραγικά, καθώς πιθανότατα θα γεράσει πριν το μέσο βιοτικό της επίπεδο φτάσει αυτό της Δύσης. Με την επιθυμία του σε ηλικία 69 ετών να παραμείνει στην εξουσία για άλλα πέντε χρόνια, και ίσως για μια ζωή, ο Σι προετοιμάζει επίσης τη χώρα για ένα δίλημμα διαδοχής που θα μπορούσε να γίνει προβληματικό.

ΗΠΑ – Δύση…

Και εδώ είναι που τίθεται το σκληρό ερώτημα. Πόσο ανησυχούν οι ΗΠΑ για την πρόκληση του Σι; Η σημερινή αμερικανική κυβέρνηση, αντιλαμβάνεται πως αυτή η πρόκληση, είναι η πιο τρομερή που έχουν αντιμετωπίσει οι ΗΠΑ από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με οικονομική και στρατιωτική ισχύ που υποστηρίζεται από ιδεολογικές πεποιθήσεις και εθνικιστικές φιλοδοξίες.

Οι ενδείξεις είναι ότι η  Ουάσιγκτον – Δύση, άργησε να αναγνωρίσει τη σοβαρότητα της απειλής, αλλά ίσως η στέψη του κ. Σι να είναι ο καταλύτης για μια αφύπνιση.

Διαβάζοντας κανείς σοβαρές αναλύσεις, διαπιστώνει ότι τα πράγματα είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά. Για παράδειγμα αναλυτές με βαθιά γνώση των στοιχείων, επισημαίνουν, ότι ο αμερικανικός στρατός δεν είναι επί του παρόντος έτοιμος να αντιμετωπίσει την απειλή της Κίνας.

Είναι πολύ πιθανό εάν ο Σι πειστεί, ότι η Κίνα έχει πλεονέκτημα στη σκληρή δύναμη, να αποφασίσει να δράσει εναντίον της Ταϊβάν ή κάποιου άλλου στρατηγικού συμφέροντος των ΗΠΑ. Άρα είναι μονόδρομος για την Ουάσιγκτον, να αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη διεθνώς και απέναντι σε συμμάχους, τους οποίους πρέπει να συσπειρώσουν. Επίσης, είναι επιτακτικό να ανασυντάξουν τους πόρους τους, εάν δεν θέλουν να οδηγήσουν σε ένα διεθνές σύστημα που θα κυριαρχείται από τη σκέψη του Σι.

Άραγε τι κάνει η κυβέρνηση Μπάιντεν, πέρα από το να ασχολείται με την πράσινη ουτοπία και την κουλτούρα της ακύρωσης, προς αυτή την κατεύθυνση.

Δυστυχώς, τίποτα άλλο από τα να ανοίγει μέτωπα.

Η καταστροφική ενεργειακή πολιτική του Αμερικανού προέδρου και η διαμάχη για το πετρέλαιο με τη Σαουδική Αραβία κινδυνεύει να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στις σχέσεις των ΗΠΑ με το Βασίλειο, έναν κρίσιμο εταίρο για την Ουάσιγκτον στη Μέση Ανατολή. Σχεδόν δύο εβδομάδες μετά την απόφαση του ΟΠΕΚ+ να μειώσει την παραγωγή πετρελαίου, οι εντάσεις κλιμακώνονται. Ο σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου, Τζέικ Σάλιβαν, στην πιο πρόσφατη τουφεκιά, απείλησε ότι η Ουάσιγκτον, θα εξετάσει αλλαγές στην ασφάλεια και στη στρατιωτική υποστήριξη που παρέχει στο Ριάντ. «Ο πρόεδρος δεν πρόκειται να ενεργήσει βιαστικά», δήλωσε ο Σάλιβαν την Κυριακή στο CNN. Ο Μπάιντεν «θα αφιερώσει τον χρόνο του για να διαβουλευτεί με μέλη και των δύο κομμάτων (Κογκρέσο)».

Η απάντηση ήταν άμεση από άκρη σε άκρη της Μέσης Ανατολής. Αξιωματούχοι σε όλη τη Μέση Ανατολή, αρνήθηκαν ότι η μείωση της προσφοράς είχε πολιτικά κίνητρα ή αντανάκλαση της υποστήριξης προς τη Ρωσία μετά την εισβολή της στην Ουκρανία. Ο σαουδάραβας υπουργός Άμυνας, Χαλίντ Μπιν Σαλμάν, δήλωσε ότι η απόφαση «οφείλεται σε καθαρά οικονομικούς λόγους», ενώ υπουργοί των ΗΑΕ, του Μπαχρέιν, ακόμα και της Αλγερίας, υπερασπίστηκαν τον ΟΠΕΚ+. Αντέκρουσαν επίσης τις αιτιάσεις του Λευκού Οίκου, ότι η Σαουδική Αραβία εξανάγκασε ορισμένα μέλη του καρτέλ να υποστηρίξουν την κίνηση.

Το στρατιωτικό υλικό των ΗΠΑ είναι απαραίτητο για την προστασία της Σαουδικής Αραβίας εδώ και δεκαετίες. Τα συστήματα αεράμυνάς της έχουν αναχαιτίσει επιθέσεις στις πετρελαϊκές υποδομές του βασιλείου και σε πόλεις από Ιρανούς πληρεξουσίους, ενώ το ναυτικό της περιπολεί στον Περσικό Κόλπο, μέσω του οποίου μεταφέρεται μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πετρελαίου. Η Σαουδική Αραβία δήλωσε τις τελευταίες ημέρες ότι η σχέση είναι στρατηγική και κρίσιμη και για τις δύο πλευρές. Ωστόσο, η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου, ενθάρρυνε τον πρίγκιπα διάδοχο Μοχάμεντ Μπιν Σαλμάν, ο οποίος πιέζει το βασίλειο να αναλάβει πιο εξέχοντα ρόλο διεθνώς και να υπερασπιστεί τα συμφέροντά του έναντι των ΗΠΑ που θεωρεί ότι αποδεσμεύονται όλο και περισσότερο από τους συμμάχους της Μέσης Ανατολής.

Νυν και πρώην κυβερνητικοί αξιωματούχοι στις ΗΠΑ και στον Κόλπο, εκφράζουν έντονη ανησυχία για την αρνητική πορεία που έχουν πάρει οι σχέσεις. Όπως λένε, υπήρχε απογοήτευση στη Μέση Ανατολή και, την οποία ο Λευκός Οίκος, αντί να προσπαθήσει να αναστρέψει, απάντησε με θυμό και απειλές. Μια κρίσιμη γεωστρατηγικά σχέση αντιμετωπίζεται σαν καυγάς για παιδάκια στο δημοτικό.

Σοβαροί αναλυτές επισημαίνουν ότι ο Λευκός Οίκος, εξατομικεύει για άλλη μια φορά το πρόβλημα, το οποίο θα οδηγήσει σε μια άλλη ταπεινωτική υποχώρηση όταν χρειαστεί κάτι από τη Σαουδική Αραβία. Είναι δυνατόν να μην έχουν αντιληφθεί, ότι η Σαουδική Αραβία συχνά αρνείται τα αιτήματα των ΗΠΑ να χρησιμοποιήσουν το πετρέλαιο ως εργαλείο πολιτικής, όταν η οικονομία της εξαρτάται πλήρως από αυτό και έχει υπέρτερο συμφέρον στη σταθερότητα των τιμών. Δυστυχώς, η σχέση είναι πιθανότατα μη ανακτήσιμη και αυτός που τρίβει τα χέρια του, δεν είναι άλλος από τον Σι και την κοσμοθεωρία του για την Κίνα. Το Πεκίνο περιμένει με την αγκαλιά διάπλατα ανοικτή.

Ευρώπη…

Πέρα από τον Περσικό Κόλπο, στην Ευρώπη, η πολιτική της Ουάσιγκτον είναι εξίσου προβληματική. Διεξάγει εδώ και αρκετούς μήνες ένα πόλεμο δια αντιπροσώπου με τον Πούτιν στην Ουκρανία και το μεγαλύτερο θύμα, μετά τον μαρτυρικό λαό της Ουκρανίας και τη χώρα που ισοπεδώνεται καθημερινά, δεν είναι άλλο από την Ευρώπη και τους λαούς της, που ήδη έχουν αρχίσει να πληρώνουν το μάρμαρο. Μετά την περιπέτεια της Ρωσίας, πιστεύει ο κ. Μπάιντεν και η κυβέρνησή του ότι η Ευρώπη, είναι έτοιμη και μπορεί να αντέξει μια σύγκρουση με την Κίνα. Όταν μάλιστα, το Πεκίνο έχει αγοράσει τη μισή Ευρώπη. Ας δει κανείς τι συμβαίνει στη χώρα μας για παράδειγμα. Οι Κινέζοι τα τελευταία χρόνια αγοράζουν σαν τρελοί.

Μπορεί ο κ. Μπάιντεν να ζει σε ένα κόσμο ευτυχίας προωθώντας την πολιτική της πράσινης ουτοπίας, αλλά οι ανάγκες και το διακύβευμα είναι άμεσα. Πόσο θα αντέξει η Ευρώπη να αγοράζει το πανάκριβο αμερικανικό LNG; Το οποίο αποτελεί τσιρότο στην ικανοποίηση των αναγκών. Θα αντέξει μια σύγκρουση της Δύσης με τις χώρες του Κόλπου και τα προβλήματα που θα δημιουργήσει στις προμήθειες πετρελαίου;

Και η ίδια η Αμερική. Πόσο θα αντέξει να σκορπά δισεκατομμύρια σε βοήθεια στην Ουκρανία; Πόσο θα αντέξει να στέλνει ακατάπαυστα όπλα; Ήδη οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις και οι αμυντικές βιομηχανίες τρέχουν και δεν φτάνουν σε επίπεδο υλικού.

Πόσο έτοιμη είναι η Ουάσιγκτον και η Δύση ευρύτερα με την πολιτική που εφαρμόζει και την κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει οι κοινωνίες της, να αντιμετωπίσει την Κίνα την οποία περιέγραψε με σαφήνεια ο Σι στην ομιλία του;

Μια Κίνα μάλιστα, που θα έχει δίπλα της, την ταπεινωμένη Ρωσία, το Ιράν των Μουλάδων, και μια σειρά άλλες σημαντικές χώρες οι οποίες δεν πρόκειται να μπουν σε αυτή την κόντρα.

Και μέσα σε όλα αυτά έχεις και την αλλού για αλλού κυβέρνηση του Καναδά να ζητά αποπομπή της Ρωσίας από τους G20.

Είναι καιρός κάποιοι να σοβαρευτούν και να επικρατήσει ρεαλισμός.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, ειδικός σε θέματα Αμερικανικής Πολιτικής. Απόφοιτος των πανεπιστημίων The American University, School of International Service, και του The Johns Hopkins University, The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies της Ουάσιγκτον, μέλος του The International Institute for Strategic Studies,  του Λονδίνου και υπήρξε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ και το Αμερικανικό Πεντάγωνο. 

Διαβάστε επίσης