Στη Γενεύη κρίνεται το μέλλον και η σταθερότητα της Ευρώπης. Γράφει ο Δημήτρης Απόκης

ΑΠΕ/EPA/DENIS BALIBOUSE / POOL

Την ώρα που η προσοχή και η ανησυχία όλων είναι εστιασμένη στην εξέλιξη της πανδημίας, στη Γενεύη έχουν αρχίσει οι συνομιλίες μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ρωσίας, για την κρίση που έχει δημιουργηθεί από την συγκέντρωση των ρωσικών στρατευμάτων στα σύνορα με την Ουκρανία, συνομιλίες που η έκβασή τους θα κρίνει το μέλλον και τη σταθερότητα της Ευρώπης.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη *

Μπορεί λόγω της πανδημίας να μην δίνεται η δέουσα προσοχή αλλά η κρίση αυτή στα σύνορα Ουκρανίας – Ρωσίας είναι η πιο επικίνδυνη στιγμή για την Ανατολική Ευρώπη εδώ και δεκαετίες, και όχι μόνο για τις πιθανότητες ρωσικής εισβολής.

Ένας ακόμη μεγαλύτερος κίνδυνος είναι οι διαφαινόμενες παραχωρήσεις, που ο Αμερικανός Πρόεδρος, Τζο Μπάιντεν και η κυβέρνησή του, θα κάνουν στο Βλαντιμίρ Πούτιν, έτσι ώστε να εκτονωθεί η κρίση και να αποτραπεί η πιθανότητα μιας ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.

Σύμφωνα με πληροφορίες που έχουν διαρρεύσει η αμερικανική πλευρά είναι έτοιμη να προτείνει στη Μόσχα συζήτηση για τη μείωση των αναπτύξεων αμερικανικών και ρωσικών στρατευμάτων και στρατιωτικών ασκήσεων στην Ανατολική Ευρώπη.

Ας ελπίσουμε οι πληροφορίες αυτές να μην είναι ακριβείς και κυρίως να μη αποδειχθούν αληθινές από την έκβαση των κρίσιμων συνομιλιών στη Γενεύη. Ο Λευκός Οίκος, μέσω δήλωσης εκπροσώπου του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, τις διέψευσε κατηγορηματικά και επανέλαβε ότι η Ουάσιγκτον θα αντιδράσει όπως αρμόζει σε οποιαδήποτε επιθετική κίνηση της Μόσχας εναντίον της Ουκρανίας.

Σύμφωνα με τις πληροφορίες αυτές οι συνομιλίες ενδέχεται να αντιμετωπίσουν το εύρος των στρατιωτικών ασκήσεων που διεξάγονται και από τις δύο δυνάμεις, τον αριθμό των αμερικανικών στρατευμάτων που σταθμεύει στα κράτη της Βαλτικής και την Πολωνία, την εκ των προτέρων ειδοποίηση για τη μετακίνηση δυνάμεων και τους πυρηνικούς πυραύλους Iskander της Ρωσίας, στο ρωσικό έδαφος του Καλίνινγκραντ, μεταξύ Πολωνίας και Λιθουανίας.

Μακάρι οι πληροφορίες να είναι ανακριβείς και να διαψευστούν από την έκβαση των συνομιλιών, και η διάψευση του Λευκού Οίκου, μέσω δήλωσης του εκπροσώπου του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, να αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα, όταν λέει ότι η Ουάσιγκτον θα στηρίζει τους συμμάχους της και θα απαντήσει αποφασιστικά σε οποιαδήποτε επιθετική κίνηση της Μόσχας εναντίον της Ουκρανίας.

Παρόλα αυτά ο δεινός στρατηγικός παίκτης Βλαντιμίρ Πούτιν, έχει θέσει στο τραπέζι αιτήματα όπως αυτά, ως αντίτιμο της υποχώρησής του από οποιαδήποτε κίνηση εναντίον της Ουκρανίας.

Το Κρεμλίνο έχει καλέσει δημόσια το ΝΑΤΟ, να αποκλείσει περαιτέρω επέκταση ανατολικά, πολύ απλά δηλαδή να αποκλείσει την ένταξη της Ουκρανίας. Επιδιώκει επίσης, να περιορίσει τις δυτικές στρατιωτικές δραστηριότητες, όπως αυτές που αναφέρονται στις πληροφορίες που διέρρευσαν πριν την έναρξη των συνομιλιών στη Γενεύη.

Ο κ. Πούτιν, μόνο με την έμμεση απειλή της εισβολής στην Ουκρανία έχει ήδη αποκτήσει πλεονέκτημα. Είναι αυτός που έχει απαιτήσεις από τη Δύση, και μέχρι στιγμής έχει σύρει τον Αμερικανό Πρόεδρο σε δυο τηλεδιασκέψεις. έχει ήδη κερδίσει δύο εικονικές συναντήσεις με τον κ. Μπάιντεν.

Ο κ. Μπάιντεν, έχει ήδη παραδεχθεί τις συνομιλίες ασφαλείας, οι οποίες θα αντιμετωπίσουν τις ανησυχίες της Ρωσίας για το ΝΑΤΟ.  Παρόλα αυτά, τα ρωσικά στρατεύματα συγκεντρώνονται στα σύνορα ενός γείτονα. Το ΝΑΤΟ έχει μόνο συμβολικές δυνάμεις στην Πολωνία και τη Βαλτική.

Σύμφωνα με τη μέχρι στιγμής εικόνα ο Αμερικανός Πρόεδρος προσφέρει στον Ρώσο ομόλογό του δυο επιλογές. Η μια είναι η διπλωματική για αποκλιμάκωση της κατάστασης και η άλλη αυτή της αποτροπής, με την επίκληση της απειλής σοβαρού κόστους.

Στο κόστος αυτό η αμερικανική πλευρά περιλαμβάνει οικονομικό κόστος, προσαρμογές και αύξηση της παρουσίας των δυνάμεων του ΝΑΤΟ στις συμμαχικές χώρες, και περιλαμβάνουν πρόσθετη βοήθεια προς την Ουκρανία για να μπορέσει να υπερασπιστεί περαιτέρω τον εαυτό της.

Βέβαια, ο Αμερικανός Πρόεδρος έχει καθυστερήσει απογοητευτικά στο μέτωπο της πρόσθετης στρατιωτικής βοήθειας προς το Κίεβο, και αντιμετωπίζει τον κίνδυνο όταν αποφασίσει να το υλοποιήσει να είναι ήδη πολύ αργά.

Το γεγονός αυτό, δημιουργεί την εικόνα ενός αδύναμου και διστακτικού Προέδρου των ΗΠΑ, και ενισχύει την εικόνα του Πούτιν, ως δυναμικού ηγέτη και στρατηγικού παίκτη που καθορίζει τους όρους του παιχνιδιού.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο Πρόεδρος της Ρωσίας, επιδιώκει να οικοδομήσει ξανά, μια μεγαλύτερη ρωσική σφαίρα επιρροής, και έχει διαγνώσει ότι η αδύναμη προεδρία Μπάιντεν, είναι μια στιγμή ευκαιρίας για κάτι τέτοιο. Ειδικά μετά την άτακτη αποχώρηση του κ. Μπάιντεν από το Αφγανιστάν, η αποφασιστικότητα του Αμερικανού Προέδρου, αμφισβητείται σε πολλά μέτωπα.

Το εύλογο ερώτημα που θα θέσει κανείς βέβαια, είναι τι πρέπει να αναμένουμε από τον Πρόεδρο Μπάιντεν; Να πάει σε πόλεμο με την Ρωσία για την Ουκρανία;

Η απάντηση είναι όχι βέβαια. Ο στόχος πρέπει να είναι η αποτροπή της ένοπλης σύγκρουσης. Την ίδια στιγμή όμως, είναι πολύ πιο επικίνδυνο να αφεθεί ο κ. Πούτιν να εκφοβίζει το ΝΑΤΟ, να το αναγκάσει σε υποχώρηση από την Ανατολική Ευρώπη, με μόνο την έμμεση απειλή μιας εισβολής στην Ουκρανία. Κάτι τέτοιο όχι μόνο θα ενισχύσει του προφίλ του εσωτερικά και διεθνώς, αλλά θα του ανοίξει και την όρεξη για περισσότερα τέτοια τερτίπια στο μέλλον. Ήδη έβαλε πόδι στο Καζακστάν, και γιατί να μην πράξει το ίδιο σε μια χώρα της Βαλτικής.

Μια εισβολή στην Ουκρανία θα ήταν τραγωδία για αυτή τη χώρα, αλλά το να αφήσουμε τον κ. Πούτιν να υπαγορεύσει τους όρους ασφαλείας στη Δύση, θα ήταν χειρότερο για όλους και ειδικά για το μέλλον και τη σταθερότητα της Ευρώπης.

Όσοι, ακόμη, γνωρίζουν ιστορία και τη σημασία της, μπορούν να ανατρέξουν στο Μόναχο το 1938, όταν η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία, αντάλλαξαν ένα κομμάτι της Τσεχοσλοβακίας, με το Χίτλερ και καλά για να αποτρέψουν τον πόλεμο.

Γι’ αυτό ο Αμερικανός Πρόεδρος και οι ηγεσίες στην Ευρώπη πρέπει να αντιμετωπίζουν της συνομιλίες που διεξάγονται στη Γενεύη με τη δέουσα σοβαρότητα. Και η δέουσα σοβαρότητα απαιτεί συνομιλίες με στόχο την ειρήνη, την ελπίδα για αποφυγή ένοπλης σύγκρουσης, αλλά πάνω από όλα χωρίς καμία πιθανότητα επιβράβευσης της επιθετικότητας.

Σε αυτές τις συνομιλίες και την έκβασή τους, διακυβεύεται το μέλλον της Ευρώπης, και αυτό δεν είναι κάτι αστείο.

* Ο Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Αναλυτής Διεθνών Σχέσεων, Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, Μέλος του The International Institute for Strategic Studies, και επί σειρά ετών Ανταποκριτής στην Washington DC, διαπιστευμένος στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο.

Διαβάστε επίσης