Ελίζα Βόζεμπεργκ στο ThePresident: Η απάντηση στο νεο-οθωμανικό όραμα Ερντογάν

ΑΠΕ

Οι νέες παράνομες και προκλητικές ενέργειες Ερντογάν στην Κύπρο καταπατούν ευθέως το διεθνές δίκαιο, παραβιάζουν κατάφωρα τις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, περιφρονούν τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και ναρκοθετούν τις προσπάθειες επανέναρξης των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό.

Η απόφαση για άνοιγμα του 3,5% των Βαρωσίων, μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται ως ένα μικρό βήμα, όμως έχει πολύ μεγάλη πολιτική και στρατηγική σημασία, γιατί ενισχύει την τουρκική παραβατικότητα, επιβεβαιώνει την πάγια θέση της Άγκυρας να προβαίνει σε μονομερείς ενέργειες και υπηρετεί την τακτική της γείτονος για  δημιουργία τετελεσμένων.

Μάλιστα η πρόσφατη προκλητική ενέργεια στην περίκλειστη πόλη της Αμμοχώστου συνέπεσε με την μαύρη επέτειο ενός χρόνου από τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί και με τη δημοσίευση της επιστολής της Τουρκίας προς τον ΟΗΕ, με την οποία ζητεί την αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου.

*Της Ελίζας Βόζεμπεργκ

Εκτός από τον προφανή νομικά και ιστορικά αβάσιμο χαρακτήρα των τουρκικών αιτιάσεων στην εν λόγω επιστολή, συνιστά παραλογισμό από την πλευρά της Τουρκίας να αμφισβητεί το υπέρτατο και αναφαίρετο δικαίωμα της Ελλάδας για αυτοάμυνα, όταν η ίδια έχει εισβάλει στην Κύπρο, έχει κηρύξει εις βάρος μας casus belli και διατηρεί απέναντι ακριβώς από τα νησιά μας μία αποβατική ταξιαρχία.

Ανάλογου ύφους και περιεχομένου ήταν και η απάντηση της Τουρκίας προς την UNESCO, όταν αυτή εξέφρασε τις ανησυχίες της για τις επιπτώσεις που θα έχει η μετατροπή σε τζαμί ενός ιστορικού και προστατευόμενου μνημείου παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.

Το τουρκικό ΥΠΕΞ επιβεβαιώνοντας την παράνομη, προκλητική και αμετακίνητη στάση του, απάντησε ότι η Αγία Σοφία και η Μονή της Χώρας αποτελούν ιδιοκτησία της τουρκικής δημοκρατίας και ότι η Τουρκία απορρίπτει την απόφαση της Επιτροπής Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO.

Απέναντι σε έναν τόσο δύσκολο και παραβατικό γείτονα, το ζητούμενο είναι η αποφασιστική, συντονισμένη και αποτελεσματική αντίδραση.

Σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση κινείται η κυβέρνηση Μητσοτάκη σε διπλωματικό επίπεδο, δοθέντος ότι μέσα σε δύο χρόνια έχει συνάψει νέες συμμαχίες, έχει θεμελιώσει ισχυρές διμερείς και πολυμερείς σχέσεις και έχει αναβαθμίσει το διεθνές κύρος της χώρας.

Ο Έλληνας Πρωθυπουργός με προσωπικές επαφές στο ανώτατο επίπεδο κατάφερε να μετατρέψει τις ελληνοτουρκικές διαφορές σε ευρωτουρκικές και να διεθνοποιήσει την τουρκική παραβατικότητα.

Η καταδίκη της Άγκυρας για τα Βαρώσια από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, τις ΗΠΑ, τη Ρωσία, την ΕΕ, τα κράτη μέλη, το Ισραήλ, την Αίγυπτο και άλλους, στηρίχθηκε εν πολλοίς στις άμεσες και αποφασιστικές ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία έχει συντονίσει τη δράση της με την Κυπριακή Δημοκρατία, με κοινό στόχο  την αντιμετώπιση της τουρκικής παραβατικότητας.

Άλλωστε στις διεθνείς πιέσεις αποδίδεται και η μη ανακοίνωση από τον Ερντογάν τόσο της ίδρυσης αεροπορικής βάσης μη επανδρωμένων αεροσκαφών όσο και της έναρξης νέων ερευνών και γεωτρήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, παρά τις περί του αντιθέτου τουρκικές προσδοκίες.

Η Ελλάδα στηρίζει με όλες της τις δυνάμεις την Κυπριακή Δημοκρατία στην προσπάθεια επανέναρξης των διαπραγματεύσεων για  επίλυση του Κυπριακού στη βάση μιας διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας με μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα και μία ιθαγένεια, που αποτελεί τη μόνη δίκαιη και βιώσιμη λύση.

Η διχοτομική λύση των δύο χωριστών κρατών, που προτείνει η τουρκική πλευρά, είναι απαράδεκτη και απορριπτέα και αντίκειται τόσο στο διεθνές δίκαιο όσο και στις αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Παράλληλα είναι σαφές ότι δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή από την ΕΕ ως μέλος της μία αποσχιστική κρατική οντότητα.

Ο Ερντογάν έχει εστιάσει στην Κύπρο, γιατί θεωρεί ότι αυτή είναι ο αδύναμος κρίκος, προσβλέποντας ταυτόχρονα στη στήριξη πρωτίστως της Γερμανίας και δευτερευόντως ορισμένων άλλων κρατών μελών, με βάση τα ισχυρά οικονομικά συμφέροντα που τους συνδέουν.

Ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέπουμε αφ’ ενός τη δεινή κατάσταση της τουρκικής οικονομίας και αφ’ ετέρου τα πολλαπλά μέτωπα που έχει ανοίξει ο Ερντογάν στην ευρύτερη περιοχή σε διπλωματικό επίπεδο με Αίγυπτο, Ισραήλ, Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Σαουδική Αραβία και Ιράν και σε επιχειρησιακό επίπεδο  με Συρία, Λιβύη, Ιράκ, Αφγανιστάν και Κούρδους.

Όμως ανεξάρτητα από τις παρούσες εξελίξεις, ο τουρκικός αναθεωρητισμός θα έχει διάρκεια, γι’ αυτό η καλύτερη απάντηση από ελληνικής πλευράς είναι η συγκρότηση ισχυρών συμμαχιών, σε συνδυασμό με την ενίσχυση των Ενόπλων μας Δυνάμεων, τα στελέχη των οποίων υπηρετούν την πατρίδα με αυταπάρνηση και αίσθηση καθήκοντος και φυλάσσουν Θερμοπύλες κάνοντάς μας υπερήφανους.

Η ενίσχυση των αμυντικών σχέσεων με ΗΠΑ και Γαλλία, η συγκρότηση τριγωνικών σχημάτων συνεργασίας με Αίγυπτο και Ισραήλ, η ρήτρα αμοιβαίας στρατιωτικής συνδρομής με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η διοργάνωση κοινών ασκήσεων με στρατιωτικά ισχυρές χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και η Ινδία, αποδεικνύουν εμπράκτως ότι η ελληνική κυβέρνηση κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, πετυχαίνοντας καίριο πλήγμα στο νεο-οθωμανικό όραμα Ερντογάν για περιφερειακή ηγεμονία.

*Η κα Ελίζα Βόζεμπεργκ είναι ευρωβουλευτής ΝΔ