Εμβόλιο κορωνοϊού: Το μεσοδιάστημα των δύο δόσεων.

Στην περίοδο της πανδημίας που ζούμε κάθε πολιτική και επιστημονική απόφαση, κάθε στρατηγική οφείλει να ζυγίζει το ρίσκο της μόλυνσης όλων και περισσότερων ανθρώπων (με αποτέλεσμα την αύξηση σε νοσηλείες/θανάτους και άρα πίεση στο σύστημα Υγείας) σε σχέση με το όποιο άλλο ρίσκο ενέχει αυτή η ενέργεια/στρατηγική. Όταν λοιπόν έχεις ένα φάρμακο/εμβόλιο με την ΠΧΠ του που έχει εγκριθεί από τις αρχές, αυτό περιλαμβάνει και τη συμφωνία που έχεις κάνει με τη συγκεκριμένη εταιρεία. Αν θες λοιπόν π.χ. να βγάλεις 6 δόσεις αντί για 5 από το φιαλίδιο του Comirnaty (η ονομασία του εμβόλίου της Pfizer/BioNTech που προέρχεται από την ενοποίηση των λέξεων Covid, Community, Immunity, RNA) ζυγίζεις τα παραπάνω, αλλά ο τρόπος που θα αποφασίσεις και κυρίως το αν θα αποφασίσεις εξαρτάται από την έγκριση που έχεις πάρει.

Γράφει ο Γιώργος Καργιολάκης*

Όταν λοιπόν παίρνεις CMA (έγκριση υπό όρους), αυτό σημαίνει ότι αν προχωρήσεις σε off label use, τότε αυτόματα η εταιρεία δεν έχει το ίδιο liability (ευθύνη). Αν λοιπόν αποφασίσεις μαζικά σαν ΕΕ να αλλάξεις π.χ. το μεσοδιάστημα των δόσεων, τότε είναι σαν να αναιρείς το liability που έχεις εξασφαλίσει με την CMA. Αντιθέτως, όταν έχεις EUA (Emergency use authorisation) δεν σε προβληματίζουν τέτοια πράγματα τόσο, μιας και η εταιρεία δεν έχει ούτως ή άλλως liability.

Με βάση το παραπάνω ας δούμε τη συζήτηση για το μεσοδιάστημα των δύο δόσεων. Σίγουρα, είναι μια πολύ δύσκολη απόφαση. Από τη μια θέλουμε να καλύψουμε έστω και με μια δόση όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους, από την άλλη υπάρχει το ρίσκο να ευνοηθεί η επιλογή στελεχών του ιού που “ξεφεύγουν” από το εμβόλιο μειώνοντας την αποτελεσματικότητά του. Σε χώρες, όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, όπου το επιδημιολογικό φορτίο είναι σε πολύ υψηλά επίπεδα, το ρίσκο αυτό αυξάνει κατακόρυφα.

Έτσι, ενώ υπάρχουν κάποια πλεονεκτήματα από την καθυστέρηση της πρώτης δόσης ή ακόμη και τη χορήγηση μιας μόνο δόσης, με σημαντικότερο τον εμβολιασμό του διπλάσιου πληθυσμού στο ίδιο χρονικό διάστημα, υπάρχουν και πολλά ερωτηματικά και δυνητικά ρίσκα με πρώτο και κύριο αυτό που αναφέρεται παραπάνω. Εκτός, όμως από αυτό έχουμε και τα εξής:

1. Δεν γνωρίζουμε το χρόνο ανοσίας που παρέχει η πρώτη δόση, τα επίπεδα αντισωμάτων είναι σχετικά χαμηλά, ειδικά σε γηραιότερα άτομα και οι αντιδράσεις T λεμφοκυττάρων λιγοστές (για τα εμβόλια της Moderna και της Pfizer/BioNTech).

2. Aυτό που ενοχλεί περισσότερο στη συζήτηση για την εφάπαξ δόση / καθυστερημένη δόση είναι ότι επιτέλους έχουμε μια πορεία δράσης που είναι αναμφίβολα αποδεδειγμένη και αισθανόμαστε «υποχρεωμένοι» να το χάσουμε αυτό για να καλύψουμε όλες τις άλλες αποτυχίες μας στον έλεγχο της πανδημίας. Με άλλα λόγια, ο αργός ρυθμός εμβολιαστικής κάλυψης και η σχετική αποτυχία του Δυτικού κόσμου να αντιμετωπίσει το ίδιο αποτελεσματικά την πανδημία με άλλες χώρες, δεν οφείλεται στο ότι δεν έχουμε ακόμη αρκετές δόσεις εμβολίων, αλλά σε οργανωτικές αδυναμίες και στην δυσκολία να γίνουν αποφασιστικές ενέργειες.

Γι αυτό κατανοώντας την άσχημη κατάσταση στην οποία βρίσκονται πολλές χώρες, έχοντας μπροστά μας ένα πιθανό τρίτο κύμα στο δύσκολο χειμώνα και κοιτάζοντας το σύνολο των στοιχείων που έχουμε στη διάθεσή μας, φαίνεται πιθανό ότι μια μόνο δόση εμβολίου παρέχει μια μικρή προστασία και πιθανότατα δεν θα είναι επιβλαβής η στρατηγική μιας μόνο δόσης για όσο το δυνατόν περισσότερους ανθρώπους. Το πιθανό όμως αυτό όφελος μοιάζει να μην είναι αρκετό μπροστά στο ρίσκο δημιουργίας στελεχών που «ξεφεύγουν» από τα εμβόλια και δεν έχουμε και αρκετά δεδομένα για να μας βοηθήσουν στο να πάρουμε μια τέτοια απόφαση. Έτσι, προς το παρόν, ένας προσανατολισμός θα ήταν να διεξαχθούν άμεσα κλινικές δοκιμές της μιας δόσης, να δοκιμαστούν δόσεις με διαφορετικό εμβόλιο πρώτης κι δεύτερης δόσης (mix & match) και όλοι να λαμβάνουν τα εμβόλια σε 2 δόσεις, όπως στις κλινικές δοκιμές.

*Ο κ. Γιώργος Καργιολάκης είναι βιολόγος.

Πηγή: Covid-19 vaccination: What’s the evidence for extending the dosing interval?