Η δύσκολη εξίσωση ΗΠΑ – Κίνα στη μετά τον Covid19 εποχή

Ανάλυση Δ.Απόκης

841

Στις διεθνείς σχέσεις, όταν αναφερόμαστε στη σχέση Ηνωμένων Πολιτειών και Μεγάλης Βρετανίας, χρησιμοποιούμε τον όρο ειδική σχέση, λόγω των παραδοσιακών σχέσεων που ενώνουν τις δυο χώρες με αποτέλεσμα να λειαίνουν, τις οποιεσδήποτε διαφορές και εντάσεις προκύπτουν αναμεσά τους.

Η παγκόσμια τραγωδία του Covid19, ο χειρισμός της σε παγκόσμια κλίμακα και το δίχως αμφισβήτηση πλέον γεγονός της ευθύνης της Κίνας, συνεπικουρούμενης από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, για την ανεξέλεγκτη εξάπλωσή του υπό τη μορφή πανδημίας σε όλο τον πλανήτη, έχει πυροδοτήσει μια ανοικτή σύγκρουση ΗΠΑ και Κίνας, η οποία παρά την συνεχιζόμενη έντασή της, είναι πολύ δύσκολο να οδηγήσει σε οριστικό διαζύγιο.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Ουάσιγκτον και Πεκίνο, είναι δεσμευμένοι σε έναν όχι ευτυχισμένο, αλλά αναγκαστικό γάμο. Το σύμφωνο του αναγκαστικού αυτού γάμου, θα επαναπροσδιοριστεί εκ βάθρων, αλλά ο γάμος θα παραμείνει.

Το σκηνικό…

Στα τέλη του περασμένου χρόνου, ο Covid19, γλίστρησε από τα σύνορα της Κίνας και εξαπλώθηκε σιωπηρά σε όλο τον πλανήτη, και το Πεκίνο σε αγαστή συνεργασία με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, έκανε ότι ήταν δυνατόν να το αποκρύψει, ενώ ταυτόχρονα έκανε μαζική εισαγωγή μηχανημάτων υποστήριξης αναπνοής, από όλο τον κόσμο.

Αποτέλεσμα αυτής της ανευθυνότητας ήταν να υπάρξει ένα θανάσιμο κτύπημα στην παγκόσμια οικονομία, το οποίο συμπεριέλαβε και τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου τις ΗΠΑ, και μάλιστα λίγους μήνες, πριν τις αμερικανικές προεδρικές εκλογές του Νοεμβρίου.

Ο πλανήτης σε κινητικότητα…

Η οργή της Ουάσιγκτον και του Αμερικανού Προέδρου, Ντόναλντ Τράμπ, δεν μπορεί να κρυφτεί και πλέον ανοικτά βρίσκεται σε εξέλιξη μια πρωτοβουλία της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης για απαγκίστρωση της παραγωγής και προμήθειας προϊόντων από την Κίνα. Ήδη προετοιμάζεται για κατάθεση νομοσχέδιο στο Κογκρέσο, το οποίο υποστηρίζεται από το Λευκό Οίκο, το οποίο θα επιδοτεί οικονομικά αμερικανικές εταιρίες που θα αποχωρήσουν από την Κίνα, και θα επανακάμψουν στις ΗΠΑ. Ο Λευκός Οίκος, που ήδη είχε ξεκινήσει έναν εμπορικό πόλεμο με το Πεκίνο, πριν τον Covid19, βάζει νέους δασμούς στις εισαγωγές από την Κίνα και διευρύνει τη λίστα προϊόντων που χαρακτηρίζονται ως απειλή για την εθνική ασφάλεια.

Η Αμερική, δεν είναι μόνη της σε αυτό το συναίσθημα απέναντι στην Κίνα, με πολλές χώρες σε όλο τον κόσμο να αντιμετωπίζουν πλέον τη συγκέντρωση των γραμμών παραγωγής βασικών προϊόντων στην Κίνα, ως πρόβλημα εθνικής ασφάλειας. Η Ιαπωνία ανακοίνωσε πρόγραμμα ύψους 2,2 δις δολαρίων, για απομάκρυνση γραμμών παραγωγής από την Κίνα. Η Γερμανία ζητά πανευρωπαϊκή προσπάθεια για ενίσχυση της παραγωγής στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Η Ινδία έχει ξεκινήσει ένα έντονο φλερτ με πάνω από 1000 αμερικανικές εταιρίες με στόχο να φύγουν από την Κίνα και να μετακομίσου στην Ινδία. Η κυβέρνηση Τράμπ, προγραμματίζει μια ανανεωμένη διεθνή εμπορική πολιτική πάνω στην πρότασή της, για ένα “Δίκτυο Οικονομικής Ευημερίας”, που στην ουσία αποτελεί μια αναμόρφωση και επέκταση της Trans – Pacific Partnership, γεγονός που δείχνει ότι μια συντονισμένη πλέον προσπάθεια για ένα πιο σταθερό διεθνές εμπορικό σύστημα αυξάνονται.

Περίπλοκο διαζύγιο…

Παρόλα αυτά, στην περίπτωση που Ουάσιγκτον και Πεκίνο βαδίζουν σε οικονομικό διαζύγιο, θα είναι εξαιρετικά περίπλοκο, διότι το νομικό κόστος και η ένταση θα είναι τεράστια,. Με αποτέλεσμα να είναι ανοικτό το ερώτημα για το κατά πόσο οι δυο πλευρές έχουν το σθένος να προχωρήσουν. Δυστυχώς, αυτό σημαίνει ότι η αβεβαιότητα θα συνεχιστεί.

 

Χωρίο που φαίνεται…

Το ότι η σύγκρουση Ουάσιγκτον – Πεκίνου έρχονταν και οδηγούνταν από ανταγωνισμό σε σύγκρουση δεν αποτελεί νέο για τους σοβαρούς διεθνείς παρατηρητές. Ο εμπορικό – τεχνολογικός πόλεμος μεταξύ των δυο που ξεκίνησε το 2017 ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα, η τραγωδία του Covid19, πέρασε τη σύγκρουση σε επίπεδα ανοικτής σύρραξης.

Αυτό που ξεκάθαρα έδειξε η πανδημία είναι ότι η Κίνα έχει γίνει μονοπωλιακό σημείο κατάρρευσης των γραμμών παραγωγής και προμήθειας βασικών προϊόντων, όπως για παράδειγμα φαρμάκων και ιατρικού υλικού.

Η πανδημία απέδειξε διαχρονικά προβλήματα ελέγχου ποιότητας στην Κίνα, με αποτέλεσμα χώρες σε όλο τον κόσμο να απορρίψουν βασικά αγαθά που τους ήταν απαραίτητα λόγω προβλημάτων στην ποιότητα.

Αίσθημα εκδίκησης…

Αλλά όλα αυτά τα προβλήματα δεν έχουν να κάνουν μόνο με την πανδημία. Έχουν επίσης, να κάνουν με τα προβλήματα του διεθνούς συστήματος και τις τεράστιες πολιτικές πιέσεις, που προέκυψαν από τον Covid19.

Η Κίνα λανσάρεται, ως χώρα που προωθεί την παγκόσμια συνεργασία. Ηγέτης της παγκοσμιοποίησης. Παρόλα αυτά απέκρυψε τον Covid19, διέρρευσε και διαρρέει ψευδείς ειδήσεις εντός και εκτός Κίνας για τον ιό, και το καθεστώς της συνεχίζει να λειτουργεί ως μια κυβέρνηση που φοβάται ξέσπασμα μαζικής δυσαρέσκειας.

Και στην Ουάσιγκτον το οποιοδήποτε κλίμα συνεργασίας με το Πεκίνο, έχει περάσει στο περιθώριο. Αντίθετα, οι πληροφορίες πληθαίνουν γύρω από το γεγονός ότι το Πεκίνο, απέκρυψε τον Covid19, το FBI, μιλά και προειδοποιεί τις ερευνητικές εταιρίες των ΗΠΑ, για προσπάθειες υποκλοπής των κινεζικών υπηρεσιών σε οτιδήποτε έχει να κάνει με την έρευνα γύρω από φάρμακα και εμβόλια αντιμετώπισης του Covid19, και γενικά επικρατεί μια διάθεση ότι το Πεκίνο πρέπει να τιμωρηθεί.

Η εκδίκηση δεν είναι σωστό αίσθημα για διαμόρφωση και εκτέλεση στρατηγικής στις διεθνείς σχέσεις. Και οι ενέργειες τιμωρίας καμιά φορά πλήττουν και αυτόν που έχει διάθεση να τιμωρήσει. Σίγουρα το γεγονός ότι βρισκόμαστε λίγους μήνες πριν τις προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ, ευνοεί τη συντήρηση στις τάξεις της αμερικανικής κοινωνίας μιας πραγματικής και ταυτόχρονα τεχνητής οργής έναντι του Πεκίνου.

Επίσης, είναι βάσιμες οι στρατηγικές και οικονομικές ανησυχίες για το μονοπώλιο της Κίνας στις γραμμές παραγωγής, και δικαιολογούν τις κινήσεις του Λευκού Οίκου έτσι ώστε να αποκτήσει διαπραγματευτικό πλεονέκτημα έναντι του Πεκίνου, με το να εκμεταλλευτεί την ανάγκη της για ξένες επενδύσεις και τεχνολογία, όπως και την κίνηση να προχωρήσει με βαριά σε κόστος και πολιτικά δύσκολα μέτρα που ούτως ή άλλως ήθελε να πάρει.

Δεν είναι εύκολο…

Το γεγονός, παρόλα αυτά, ότι αυτές οι οικονομικές και στρατηγικές ανησυχίες είναι βάσιμες και οι κινήσεις δικαιολογημένες, δεν σημαίνει αυτόματα ότι είναι εύκολα υλοποιήσιμες και χωρίς κόστος.

Υπάρχει πάντα ο κίνδυνος, το κέρδος να είναι λιγότερο ή ίδιο με τη ζημιά. Όποιος έχει μια ψύχραιμη και ρεαλιστική εικόνα της οικονομικής σύνδεσης ΗΠΑ και Κίνας, αντιλαμβάνεται ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο και σίγουρα όχι χωρίς κόστος, να υπάρξει απεμπλοκή και σύγκρουση.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αμερικανικές εταιρίες είναι, και δικαιολογημένα, έξαλλες με τη συμπεριφορά και την τακτική των Κινέζων, στη διαχείριση του Covid19. Κάποιες, είναι βέβαιο ότι θα αποχωρήσουν, πολλές όμως όταν βάζουν τα νούμερα στο τεφτέρι για υπολογισμό, αντιλαμβάνονται ότι η Κίνα θα παραμείνει η συμφέρουσα Κίνα. Υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι μόνο το 4% των αμερικανικών εταιριών που βρίσκονται στην Κίνα, εξετάζουν το ενδεχόμενο αποχώρησης.

Λόγοι δυσκολίας…

Είναι πολλοί οι λόγοι, για τη διστακτικότητα τους. Για παράδειγμα, σε καμία άλλη χώρα δεν συγκεντρώνει τις δυνατότητες της Κίνας, σε νομικό πλαίσιο, εργασιακά, γεωγραφικά, και σε επίπεδο υποδομών, όσο αφορά τη δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για επιχειρήσεις. Επίσης η Κίνα, είναι από μόνη της μια ελκυστική και τεράστια καταναλωτική αγορά, σε όλα τα επίπεδα κατανάλωσης. Μια αποχώρηση θα προκαλέσει σίγουρα την αντίδραση του Πεκίνου, γεγονός που θα καταστήσει μεγάλο το κόστος πρόσβασης σε αυτή την αγορά. Τέλος, η αποχώρηση εμπεριέχει μεγάλο κόστος σε χρήμα και χρόνο. Και αυτό σε μια εποχή που σε παγκόσμια κλίμακα οι επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως μεγέθους, λόγω της κρίσης του Covid19, αντιμετωπίζουν τεράστια προβλήματα ρευστότητας. Εάν μάλιστα σκεφτεί κανείς ότι μια μεταφορά επιχείρησης απαιτεί κατά μέσο όρο τρία με πέντε χρόνια, τότε γίνεται αντιληπτό το μέγεθος της δυσκολίας.

Λόγια και πράξεις…

Η ρεαλιστική ανάλυση δείχνει ότι η Ουάσιγκτον έχει πολύ λίγο χώρο κινήσεων, και καμία από αυτές τις κινήσεις δεν είναι χωρίς κόστος. Θα μπορούσε να αυξήσει και πάλι τους δασμούς, αλλά όπως έχει αποδειχτεί η επιτυχία της αύξησης δασμών είναι περιορισμένη και ειδικά στις παρούσες οικονομικές συνθήκες ακόμη πιο πολύ. Θα μπορούσε να σφίξει τα εμπόδια στις εισαγωγές σε προϊόντα ευαίσθητα για την εθνική ασφάλεια, αλλά ακόμη και αυτό θα δημιουργούσε κάποια προβλήματα σε αμερικανικές εταιρίες, διότι θα παραχωρούσε μέρος της αγοράς σε ανταγωνιστές από άλλες χώρες. Και βέβαια αυτές οι κινήσεις θα προκαλούσαν απάντηση από την Κίνα, αυξάνοντας δραματικά το κόστος.

Στο δια ταύτα, δεν είναι καθόλου βέβαιο, ότι το κέρδος υπερβαίνει το κόστος.

Σίγουρα η Ουάσιγκτον θα προχωρήσει σε απεμπλοκή από το Πεκίνο, και έχει κάθε λόγο να το κάνει, σε κρίσιμους τομείς όπως οι φαρμακευτικές, και ευαίσθητες τεχνολογίες. Είναι αναπόφευκτο. Αλλά σίγουρα δεν είναι κάτι που μπορεί να κάνει γρήγορα, ευέλικτα και φθηνά.

Είναι βέβαιο ότι θα ξεκινήσει μια μακρά και επίπονη διαδικασία. Και ο στόχος θα είναι να επιτευχθεί μια ισορροπία, που εξασφαλίζει την εθνική ασφάλεια, χωρίς να υποσκάψει τη δυνατότητά της να δημιουργεί και να είναι ανταγωνιστική στις παγκόσμιες αγορές. Επίσης, θα είναι πολύ δύσκολο να πετύχει όλους τους πολιτικούς, οικονομικούς, και στρατηγικούς στόχους της.

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει, ότι όλα θα είναι όπως πριν. Το σκηνικό σε αυτό τον προβληματικό αλλά αναγκαίο γάμο, θα αλλάξει και η Ουάσιγκτον θα είναι η κερδισμένη στο τελικό ισοζύγιο.

*Ο Δημήτρης Γ. Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος. Απόφοιτος του The School of International Service, The American University, Washington DC, και του The Paul H. Nitze School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, Washington DC. Επί σειρά ετών, ήταν διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο, στην Washington DC, USA, και είναι μέλος του The International Institute for Strategic Studies.