Τι συμβαίνει στην Αμερική

Παρά το γεγονός ότι η πανδημία έχει σκεπάσει όλες τις εξελίξεις διεθνώς και εσωτερικά σε κάθε χώρα, στη διεθνή σκακιέρα το παιχνίδι έχει στην κυριολεξία ανάψει και η επόμενη ημέρα της τραγωδίας του Covid19, θα αποκαλύψει ένα τελείως διαφορετικό κόσμο. Το εάν θα μας αρέσει μένει να το δούμε, αλλά το μόνο σίγουρο είναι ότι τίποτα δεν θα είναι ίδιο με πριν.

Οι διεθνείς εξελίξεις επηρεάζονται πάντα από τις ενέργειες και τις συμπεριφορές των μεγάλων δυνάμεων, με δεδομένο ότι η κάθε τους ενέργεια ξεπερνάει τα σύνορά τους, επηρεάζοντας τα συμφέροντα και τους λαούς των χωρών του πλανήτη.

Του Δημήτρη Γ. Απόκη*

Είναι λοιπόν χρήσιμο στην εποχή της πανδημίας να ασχοληθεί κανείς με τις εξελίξεις στην μοναδική, μέχρι σήμερα τουλάχιστον, υπερδύναμη τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και μια ανάλυση αναφορικά με τη διεθνή επιρροή μια μεγάλης χώρας στη διεθνή σκακιέρα, για να είναι ρεαλιστική και σοβαρή, πρέπει να ξεκινά από την κατάσταση που επικρατεί στο εσωτερικό της.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες χωρίς καμία αμφιβολία είναι μια χώρα βαθιά διχασμένη στο εσωτερικό της, η οποία μόλις εξήλθε από μια τραγική σε όλα τα επίπεδα προεδρική εκλογή, η οποία οδήγησε σε μια νέα κυβέρνηση, με Πρόεδρο το Τζό Μπάϊντεν.

Ενώ σπαράσσεται από τον εσωτερικό διχασμό, την τραγική διαχείριση της πανδημίας, και τα άλλα πολλά και σοβαρά προβλήματα στο εσωτερικό της, ο νέος Πρόεδρος και η κυβέρνησή του, με το καλημέρα έχουν ανοίξει μέτωπο με τις δυο άλλες μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη την Κίνα και τη Ρωσία και μάλιστα ταυτόχρονα. Ειδικά στην κόντρα με τη Ρωσία, φαίνεται να συμπαρασύρουν μαζί τους και την γονατισμένη σε όλα τα επίπεδα Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και τη Μεγάλη Βρετανία, η οποία απεγκλωβισμένη από το ζυγό των Βρυξελλών μετά το Brexit, αρχίζει να μπαίνει δυναμικά και πάλι στη διεθνή σκακιέρα, αλλά πάντα ως συνοδοιπόρος της Ουάσιγκτον. Η Κίνα είναι μια πολύ πιο πολύπλοκη και εξαιρετικά πιο σημαντική περίπτωση όσο αφορά τη σκληρή διεθνή στρατηγική παρτίδα.

Με βάση όλο αυτό το εκρηκτικό σκηνικό, είναι εξαιρετικά χρήσιμο να δούμε ορισμένες ενδιαφέρουσες εξελίξεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ, διότι μια χώρα όπως  η Αμερική για να μπορέσει να παίξει δυναμικά σε αυτό το σκληρό στρατηγικό παιχνίδι που έχει ξεκινήσει η κυβέρνηση Μπάϊντεν, θα πρέπει να έχει ένα ισχυρό και αρραγές εσωτερικό μέτωπο.

Ο Πρόεδρος Μπάϊντεν προχώρησε άμεσα με την ανάληψη των καθηκόντων του σε υπογραφή νομοσχεδίου ενίσχυσης λόγω της πανδημίας ύψους 2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Μέσα στην εβδομάδα που πέρασε προχώρησε σε νομοσχέδιο εκσυγχρονισμού των υποδομών επίσης ύψους 2 τρις δολαρίων, και μέσα στις επόμενες εβδομάδες θα υπάρξει νέο συμπληρωματικό νομοσχέδιο στα ίδια επίπεδα.

Πρόκειται για κινήσεις σημαντικές και πολύ φιλόδοξες, οι οποίες ενέχουν εκτός από οικονομικό και μεγάλο πολιτικό ρίσκο, σε μια βαθιά διχασμένη, πολιτικά, κοινωνία. Σε κάθε περίπτωση φαίνεται ότι ο έμπειρος, επί δεκαετίες γερουσιαστής και πρώην Αντιπρόεδρος, του Προέδρου Ομπάμα, Αμερικανός Πρόεδρος, έχει ζηλέψει τη φήμη της πολιτικής του New Deal, του Προέδρου Φράνκλιν Ρούσβελτ, μετά του οικονομικό κραχ του 1929. Παρόλα αυτά τα νομοσχέδια αυτά και οι πολιτικές που προωθούν, και ειδικά μέσα στις εκατό πρώτες ημέρες της προεδρίας του, εμπεριέχουν πολλά έξοδα και πολλούς φόρους, γεγονός το οποίο μπορεί να οδηγήσει σε αρνητικές εξελίξεις. Σε κάθε περίπτωση ο Πρόεδρος Μπάϊντεν και η κυβέρνησή του, πιστεύουν ότι έχουν ούριο άνεμο να προχωρήσουν παράτολμα τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό μέτωπο.

Το θέμα του εκσυγχρονισμού των υποδομών, είναι ένα εξαιρετικά κρίσιμο θέμα για την Αμερική, και όσο και να ακούγεται παράξενο για μια χώρα όπως η υπερδύναμη το οδικό της δίκτυο, οι γέφυρες, τα τούνελ, και το οδικό δίκτυο, μόνο υπερδύναμη δεν θυμίζουν.

Το νομοσχέδιο για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών, περιλαμβάνει πάνω από 600 δις δολάρια για υποδομές, γύρω στα 400 δις δολάρια για τη βελτίωση της περίθαλψης των ηλικιωμένων και των ανάπηρων, περί τα 600 δις για την ενίσχυση του κατασκευαστικού τομέα, και 300 δις για την ενίσχυση της απόκτησης κατοικίας. Όλα αυτά ακούγονται παρά πολύ θετικά και είναι βέβαιο ότι θα αντιμετωπιστούν θετικά από τους Αμερικανούς πολίτες.

Την ίδια στιγμή όμως το σχέδιο του Αμερικανού Προέδρου, προβλέπει και αύξηση της φορολογίας, στα κέρδη των επιχειρήσεων στο εσωτερικό, αλλά και σε αυτά από το εξωτερικό, από το 21% σε 28%. Επίσης θα υπάρξει αύξηση της ατομικής φορολογίας, αλλά σε αυτό υπάρχει η δέσμευση του Προέδρου, ότι δεν πρόκειται να αυξηθεί η φορολογία σε κανένα Αμερικανό που έχει εισόδημα κάτω από 400 χιλιάδες δολάρια το χρόνο. Τη δέσμευση αυτή την επανέλαβε μέσα στην εβδομάδα που πέρασε. Βέβαια το τι εννοεί μένει να εξηγηθεί διότι είναι κάτι τελείως διαφορετικό, εάν εννοεί ατομική φορολόγηση και εάν εννοεί οικογενειακό εισόδημα.

Τα τελευταία χρόνια στις ΗΠΑ, οι κυβερνήσεις αρέσκονται στο να ξοδεύουν σε αστρονομικά επίπεδα και να μην δείχνουν ότι ανησυχούν για αυτό. Η κυβέρνηση Μπάϊντεν το πηγαίνει αυτό σε εντελώς νέο επίπεδο, το κάνει με φρενήρη ρυθμό και μάλιστα το διαλαλεί. Σκοπεύει να ρίξει αστρονομικά ποσά στην οικονομία, αλλά να πάρει και τεράστια ποσά από αυτή μέσω της αύξησης των φόρων.

Εάν το σχέδιο του Προέδρου Μπάϊντεν και της κυβέρνησης του δουλέψει, τότε θα μιλάμε για κατάρριψη των δεδομένων στην αμερικανική πολιτική που γνωρίζαμε μέχρι σήμερα. Εάν όμως δεν δουλέψει τότε θα μιλάμε για μπάχαλο. Σε κάθε περίπτωση ο νέος Αμερικανός Πρόεδρος, αναλαμβάνει ένα μεγάλο ρίσκο που δεν γνωρίζει εάν θα του βγει.

Βέβαια το ρίσκο αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο, με ένα τεράστιο πονοκέφαλο για το Πρόεδρο, που έχει να κάνει με την τραγική κατάσταση της παράνομης μετανάστευσης στα σύνορα με το Μεξικό. Η κυβέρνηση του πιστεύει ότι μια εντυπωσιακή επιτυχία στην οικονομία θα τραβήξει την προσοχή και την αγανάκτηση των Αμερικανών πολιτών από το καυτό πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης.

Στο νομοσχέδιο για την ανακούφιση από την πανδημία, δεν υπήρξε πολύ αντίσταση, κυρίως λόγω της κρίσης με τον Covid19. Το ίδιο αναμένεται να συμβεί και με το νομοσχέδιο για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών. Ποιος δεν θέλει να δει να επισκευάζονται και να εκσυγχρονίζονται, δρόμοι, γέφυρες, τούνελ, και δίκτυα. Οι πολίτες θα είναι χαρούμενοι να βλέπουν τα συνεργεία παντού και  η μηχανή της οικονομίας θα ανεβάσει στροφές.

Στην περίπτωση όμως που οι πολίτες αρχίσουν να βλέπουν φωτογραφίες με υποστηρικτές των Δημοκρατικών που είναι ιδιοκτήτες εταιριών που κατασκευάζουν κάτοπτρα συλλογής ηλιακής ενέργειας, τότε η κατάσταση θα πάρει φωτιά. Και πρόκειται για κάτι που έχει επαναληφθεί στο παρελθόν. Πολλές φορές έχουν υπάρξει υποσχέσεις για εκσυγχρονισμό και αναβάθμιση των υποδομών και όχι μόνο δεν έγινε, αλλά τα κονδύλια πήγαν στις τσέπες συμφερόντων και επιχειρηματιών, μεγάλων οικονομικών υποστηρικτών των εκάστοτε κυβερνήσεων.

Η υποστήριξη θα είναι μεγάλη και ισχυρή από τους πολίτες εάν οι στόχοι είναι συντηρητικοί και κυρίως λειτουργικοί για την κοινωνία. Δηλαδή πολύ απλά, εάν η στόχευση έχει να κάνει με τον εκσυγχρονισμό των υποδομών.

Το ίδιο ισχύει και με τη φορολόγηση των πλουσίων, όπως αρέσκονται οι Δημοκρατικοί να την αποκαλούν. Τα στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει μεγάλη υποστήριξη στο εκλογικό σώμα, ειδικά στους κεντρώους και τους ανεξάρτητους. Όμως όλα δείχνουν ότι οι πολίτες το αντιλαμβάνονται αυτό, ως φορολόγηση των δισεκατομμυριούχων και των πολυεθνικών κολοσσών. Εάν όμως καταλήξει σε υπερφορολόγηση πολυμελών οικογενειών με εισόδημα πάνω από 400 χιλιάδες δολάρια τότε, όχι μόνο αποδοχή δεν θα υπάρχει, το πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση Μπάϊντεν και του Δημοκρατικούς στο Κογκρέσο, θα είναι βαρύ.

Το σώφρων για τον Πρόεδρο Μπάϊντεν και την κυβέρνηση του θα είναι να δει τα πράγματα ρεαλιστικά. Η επόμενη ημέρα του Covid19 στην οικονομία θα είναι εξαιρετικά δύσκολη. Στα σύνορα με το Μεξικό, υπάρχει μια τρομερή κρίση και δυστυχώς η λύση για αυτό είναι κάτι που ο Πρόεδρος δεν πρόκειται να κάνει. Θα μπορούσε να κινηθεί πολύ γρήγορα να βελτιώσει το σύστημα μετανάστευσης και να προειδοποιήσει ότι εάν εισέλθεις στη χώρα παράνομα, θα απελαθείς, ειδικά σε συνθήκες πανδημίας και μεγάλων ποσοστών ανεργίας. Πολύ απλά να πει και να εφαρμόσει ξεκάθαρα ότι στη χώρα επιτρέπεται να εισέρχονται μόνο νόμιμοι μετανάστες.

Δυστυχώς, η ακραία πλευρά των Δημοκρατικών, που αυτή τη στιγμή κυριαρχεί στο Κόμμα, δεν πρόκειται να του επιτρέψει κάτι τέτοιο με αποτέλεσμα να απειλείται όλος ο σχεδιασμός του. Η μόνη ελπίδα είναι να ξυπνήσει ο παλιός γνωστός από την εποχή που ήταν γερουσιαστής, Τζό Μπάϊντεν, και να βάλει στη θέσης τους του παλαβούς και ζώντες σε κόσμο εικονικής πραγματικότητας Δημοκρατικούς.

Και για να επιστρέψουμε και στη διεθνή σκακιέρα και τη σκληρή και περίπλοκη παρτίδα, που ο Αμερικανός Πρόεδρος και η κυβέρνηση του επέλεξαν να ξεκινήσουν, υπάρχει και η κρίση με την Κίνα, όπου εάν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά δεν υπάρχει ξεκάθαρη στρατηγική μέχρι στιγμής.

Πρέπει άμεσα η Αμερική να ξεκαθαρίσει με τον εαυτό της, το τι εκπροσωπεί η Κίνα πλέον, τι επιδιώκει το Πεκίνο, τι ωθεί αυτές τις επιδιώξεις, και ποιες είναι οι προθέσεις της Κίνας για να το επιτύχει.

Υπάρχει το γνωστό ρητό ότι, κάθε κρίση κρύβει μια ευκαιρία, και είναι σε γενικές γραμμές σωστό. Παρόλα αυτά υπάρχουν φορές που οι κρίσεις είναι απλά κρίσεις και μάλιστα σοβαρές. Η κυβέρνηση Μπάϊντεν, δυστυχώς, έχει πολλές κρίσεις στα χέρια της, και μάλιστα πολύ σοβαρές.

Ο διαθέσιμος χρόνος δεν είναι μεγάλος. Εάν δεν καταφέρει μέσα στα δυο πρώτα χρόνια διακυβέρνησης, μέχρι τις εκλογές του Νοεμβρίου του 2022 για το Κογκρέσο, να βελτιώσει την οικονομία και την κρίση της πανδημίας, να σταματήσει την αιμορραγία της λαθρομετανάστευσης, και να διαπραγματευτεί ένα ρεαλιστικό και ουσιαστικό σχέδιο εκσυγχρονισμού των υποδομών, με το Κογκρέσο, τότε θα μιλάμε για μια χαμένη και επεισοδιακή τετραετία, όχι μόνο για την ίδια την Αμερική, αλλά και για τον πλανήτη.

Και στη διεθνή σκακιέρα, χρειάζεται άμεσα μια στιβαρή συνολική στρατηγική για την Κίνα, και μια συνετή στρατηγική για τη Ρωσία. Ειδικά με τη Μόσχα, δεν χρειάζεται να επικρατήσει το θυμικό.

Αυτή είναι η εικόνα γύρω από την Υπερδύναμη και είναι χρήσιμο να την παρακολουθούμε και να την αναλύουμε. Μπορεί κάποιοι να αναρωτιούνται και να μονολογήσουν. Και τι μας νοιάζει εμάς τι γίνεται στην άλλη άκρη του Ατλαντικού;

Μας νοιάζει και μάλιστα περισσότερο από ότι κατανοούμε. Γιατί εάν καθίσουμε, ακόμη και εδώ στην Ελλάδα, και αναλογιστούμε όλα αυτά που περιγράφονται παραπάνω, τότε θα αντιληφθούμε ότι σε μικρογραφία είναι θέματα που απασχολούν και την πατρίδα μας. Πέρα από το γεγονός, που ανέφερα και στην εισαγωγή, ότι τα περί των ΗΠΑ τεκταινόμενα, επηρεάζουν το σύνολο του πλανήτη, αρά και την Ελλάδα, η οποία βρίσκεται σε μια από τις πιο καυτές γειτονιές του κόσμου.

Σε στιγμές όπως αυτές που διανύουμε διεθνώς απαιτείται, ρεαλισμός, σοβαρότητα, και συντηρητικές πολιτικές. Η υγιής και μετριοπαθής διαχείριση είναι η κατεύθυνση που απαιτείται σε εποχές μεγάλης αστάθειας και κρίσης όπως αυτής που βιώνουμε.

* Ο κ. Δημήτρης Γ. Απόκης είναι Αναλυτής Διεθνών Σχέσεων, Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, Μέλος του The International Institute for Strategic Studies, και επί σειρά ετών Ανταποκριτής στην Washington DC, διαπιστευμένος στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ και το Πεντάγωνο.